Ένα Σφηνάκι, Μια Καραμέλα κι Ένα Περίστροφο στον Κρόταφο

by Χρήστος Αντώναρος

Το διήγημα “Ένα Σφηνάκι, Μια Καραμέλα κι Ένα Περίστροφο στον Κρόταφο” του Χρήστου Αντώναρου κέρδισε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό “Crossroads” του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής “Tales of the Wyrd”.

-1-

Η διασταύρωση μεταξύ των λεωφόρων «Παράδεισος» και «Κόλαση» ήταν αποτέλεσμα ενός πολιτικού αστείου του Τζακ Μπόζαμι, πρώτου δήμαρχου της πόλης Μπιτουίν το 1872.

«Υποσχέθηκα πως θα σμίξω Παράδεισο και Κόλαση και το έκανα!» αστειευόταν πάνω στην εξέδρα του, ενώ τα μέλη του δημοκρατικού κόμματος τον χειροκροτούσαν.

Παρά τον κακόγουστο αστεϊσμό του Μπόζαμι, καθώς και τις φήμες που τον ήθελαν μέλος της Κου Κλουξ Κλαν, κέρδισε με ευκολία τις εκλογές. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, καθώς ο πολιτικός αντίπαλος του ήταν ο Πάστορας Μπλακ, ο οποίος είχε κρατήσει, εκτός από το όνομα, και κάτι από το χρώμα του προπάππου του.

Το χιούμορ του δημάρχου ήταν τόσο άσχημο που δεν το άντεξε ούτε ο ίδιος. Ενάμιση χρόνο μετά την εκλογή του, ήπιε ένα σφηνάκι ουίσκι, έφαγε μια καραμέλα και βγήκε από το γωνιακό καφέ μεταξύ Παράδεισου και Κόλασης, απέναντι από την εκκλησία του Πάστορα. Αφού περπάτησε στο κέντρο της εν λόγω διασταύρωσης, τερμάτισε τη ζωή του με το περίστροφό του. Το μόνο που άφησε πίσω του ήταν ένα σημείωμα, στο όποιο έγραφε:

«Τους βλέπω, είναι εδώ στο σταυροδρόμι.

Με δείχνουν με το δάχτυλο, είναι θυμωμένοι.

Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να εξιλεωθώ.

Έτσι μου είπε».

Η ιστορία του δημάρχου θα χανόταν στα ιστορικά αρχεία του Μπιτουίν, αν στα επόμενα χρόνια δεν ακολουθούσαν δύο γεγονότα.

‘Ήταν το 1912, όταν η Κυρία Μαφόι θα μουρμουρούσε στον σερβιτόρο του γωνιακού καφέ πως επρόκειτο να συναντήσει τον άντρα της. Αυτό που δεν γνώριζε ο νεαρός σερβιτόρος ήταν πως ο κύριος Μαφόι, είχε πεθάνει πριν από χρόνια σε μια μικρή εξέγερση στο πρώτο εργοστάσιο ασημικών στην πόλη. Η κυρία Μαφόι, αφού ήπιε ένα σφηνάκι ουίσκι, έφαγε μια καραμέλα και περπάτησε στο κέντρο της διασταύρωσης, όπου και άνοιξε μια τρύπα στον ουρανίσκο της, και κατ’ επέκταση στο μωβ καπέλο της, χρησιμοποιώντας το περίστροφο του άντρα της. Στο τραπέζι που καθόταν, άφησε το έξης σημείωμα:

«Τον βλέπω, είναι εδώ στο σταυροδρόμι.

Με χαιρετά και μου χαμογελά όπως πάντα.

Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να τον ξαναδώ.

Έτσι μου είπε».

Το κακό ήρθε να τριτώσει το 1952, με τη δεσποινίδα Μία Σάμερς. Ως κουβερνάντα των τριών αδερφών Λασάτ, τους είχε φέρει στο πάρκο επί της λεωφόρου «Παράδεισος». Αφού κάθισαν στο γωνιακό καφέ, η δεσποινίς Σάμερς ζήτησε από τα παιδιά να περιμένουν με την πρόφαση πως επρόκειτο να συναντήσει την κόρη της. Πίνοντας ένα σφηνάκι ουίσκι και αφού έφαγε μια καραμέλα, περπάτησε στο κέντρο της διασταύρωσης, όπου και ακολούθησε το παράδειγμα του δήμαρχου Μπόζαμι και της κυρίας Μαφόι. Το όπλο, άνηκε στον πατέρα των παιδιών που φρόντιζε.

Παρόλο το νεαρό της ηλικίας της, η Μία είχε περιπετειώδες παρελθόν. Τη στιγμή που είχε δει το χρώμα του δέρματος του νεογέννητου κοριτσιού της, χρόνια πριν το περιστατικό στο σταυροδρόμι, θα φοβήθηκε πως θα είχε την ίδια μοίρα με τον πατέρα του, και πήρε τα μέτρα της.

Στο δωμάτιο της νεαρής γκουβερνάντας βρέθηκε το εξής μήνυμα:

«Τους βλέπω, είναι εδώ στο σταυροδρόμι.

Η Άννα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ.

Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να τους συναντήσω.

Έτσι μου είπε».

Κάπως έτσι δημιουργήθηκε ο μύθος γύρω από το σταυροδρόμι Παράδεισου και Κόλασης. Κάθε σαράντα χρόνια, μπορείς να συναντήσεις αυτούς που έχασες και αγαπάς αν κάνεις τα εξής:

Πιες ένα σφηνάκι ουίσκι και φάε μια καραμέλα στο γωνιακό καφέ, και ύστερα τίναξε τα μυαλά σου στον αέρα.

Αυτός ο μύθος με έφερε εδώ.

Στο σταυροδρόμι.

-2-

Η πρώτη φορά που άκουσα για τον συγκεκριμένο μύθο ήταν το 1988. Ως γέννημα θρέμμα λευκών Αμερικάνων, αναγκάστηκα να φοιτήσω στο τοπικό κολέγιο και όπως σχεδόν κάθε αγόρι της ηλικίας μου, ξόδεψα τον χρόνο μου, και το χρήμα του πατέρα μου, στη μαριχουάνα. Πολύ μαριχουάνα. Τόνους. Και ο αγαπημένος τρόπος να καπνίζω μαριχουάνα ήταν διαβάζοντας βιβλία με ανεξήγητες ιστορίες, που παρέμεναν άθικτα στη βιβλιοθήκη του κολεγίου. Κάπως έτσι βρέθηκε μπροστά μου η φωτογραφία του άντρα με τα ασημένια μάτια, του Πάστορα Μπλακ, και οι φωτογραφίες όσων αφαίρεσαν τη ζωή τους στο σταυροδρόμι.

Ποτέ μου δεν πίστευα σε αυτά τα πράγματα, αλλά μου φαίνονταν αστεία και διασκεδαστικά όσο φλέγονταν η άκρη του τσιγάρου μου. Ούτε στον Θεό πίστευα, όσο και να προσπαθούσε η μητέρα μου να με πείσει για τα προτερήματα του Καθολικισμού. Η μόνη μέρα που πίστεψα στον «Μεγάλο» ήταν η μέρα που η Έλεν στάθηκε μπροστά μου με τα ξανθά κατσαρά μαλλιά της και τα καστανά μάτια της. Φορούσε ένα ζευγάρι φτερά αγγέλου, ένα λευκό μακρύ φόρεμα, και ένα συρμάτινο στεφάνι στο κεφάλι, επενδυμένο με χρυσό χαρτί.

Μου ζήτησε μια τζούρα. Την ερωτεύτηκα.

Το πρώτο μας ραντεβού ήρθε λίγες μέρες αργότερα. Πήγαμε στην πρεμιέρα του Η Κούκλα του Σατανά, αφού μετά από υπερπροσπάθεια βρήκα εισιτήρια. Μέσα σε ένα σκοτάδι επενδυμένο με τους εκκωφαντικούς ήχους της ταινίας, με φίλησε για πρώτη φορά. Ζεστό, απαλό και υγρό καθώς άγγιζε το κάτω χείλος μου. Για μια στιγμή ανάσαινα την ανάσα της, και εκείνη τη δική μου. Σαν να μοιραζόμασταν ζωή. Υστέρα ήρθαν κι άλλα φιλιά, σε μέρη πιο σκοτεινά από εκείνη την αίθουσα. Το πιο σύνηθες: το δωμάτιό μου στους φοιτητικούς κοιτώνες.

Δίπλα της ανακάλυψα τον Παράδεισο. Όσο και να μην πίστευα στον Θεό. Αλλά, ίσως κάποιες φορές, το να πιστεύεις πως δεν υπάρχει Κόλαση, είναι εξίσου σημαντικό.

-3-

Είμασταν ήδη τρία χρόνια μαζί όταν αγόρασα το πρώτο μου αμάξι. Είχα έναν χρόνο ακόμα να αποφοιτήσω και η Έλεν λιγότερο από ένα εξάμηνο. Με το αμάξι θα την ακολουθούσα όπου κι αν συνέχιζε τις σπουδές της.

Ήταν ένα Φορντ Έσκορτ του 1983. Φτηνό και βολικό. Κάναμε έρωτα στο πίσω κάθισμα την πρώτη κιόλας νύχτα. Ύστερα, ξαπλώσαμε στο καπό και καπνίσαμε μαριχουάνα μέχρι το πρωί, ώσπου μας ξύπνησε η εξάτμιση μιας μοτοσικλέτας. Χασκογελώντας, φύγαμε βιαστικά.

Τρεις βδομάδες αργότερα κάναμε την πρώτη μας εκδρομή στην παραλία. Ήταν μόνο τέσσερις ώρες ταξίδι και μοιραστήκαμε το τιμόνι. Δεν θα πω ψέματα. Καπνίσαμε μαριχουάνα και ήπιαμε κάνα δύο μπύρες. Στον γυρισμό είχαμε τον πρώτο μεγάλο τσακωμό μας. Κάτι το αλκοόλ και οι ουσίες, κάτι η εξομολόγηση της Έλεν πως θα πήγαινε να συνεχίσει τις σπουδές της εκτός Αμερικής.

Φωνές, βρισιές, κουβέντες που αμέσως μετανιώσαμε. Απροσεξία. Κόκκινο Φανάρι. Φορτηγό από δεξιά. Σκοτάδι.

-4-

Δεν υπάρχει κάτι πιο παράξενο από το να παρακολουθείς την κηδεία σου. Ειδικά όταν κατανοείς πως αν και γνώριζες πολλούς ανθρώπους, λίγοι θα έρθουν να σε αποχαιρετήσουν.

Στο δικό μου μνήμα ήρθαν σχεδόν δέκα φίλοι και γνωστοί από το κολέγιο, λιγότεροι από πέντε συγγενείς, οι γονείς μου και η Έλεν. Το πρόσωπό της ακόμα μελανιασμένο, με ράμματα και επιδέσμους πάνω στα τραύματά της. Καθόταν σε μια αναπηρική καρέκλα.

Περάσαμε τη νύχτα παρέα –εκεί, πάνω από τον τάφο μου–, μέχρι που ήρθε να την πάρει ο πατέρας της. Είχε ξημερώσει. Με κουβαλούσε μαζί της, με τα κλειδιά του αμαξιού μου. Πίστεψα για μια στιγμή πως ο θάνατός μου θα την έφερνε πιο κοντά στον μοναδικό γονέα που της είχε απομείνει.

Έκανα λάθος.

Η απώλεια την κατέστρεψε. Τη βύθισε περισσότερο σε εκείνη την αναπηρική καρέκλα. Τα παυσίπονα δεν της ήταν αρκετά. Με το που επέστρεψε στο κολέγιο για τις τελευταίες της βδομάδες παρήγγειλε ναρκωτικά από τον κοινό γνωστό μας. Της τα κέρασε. Προς τιμή μου.

«Ξέρεις, ήμουν εκεί τη νύχτα που σε πρωτοείδε για πρώτη φορά», της είπε ενώ ρούφηξε γερά Μεθ από τη χειροποίητη πίπα του.

«Το ξέρω, Τζέι», απάντησε με κενό βλέμμα.

«Μόλις είχαμε τελειώσει την ιστορία με τον πρώτο δήμαρχο. Θυμάσαι; Του άρεσε πολύ αυτή η ιστορία. Θυμάσαι;» Ρούφηξε άλλη μια φορά.

Η Έλεν δεν απάντησε. Παραδόθηκε στη ζάλη της Μεθ.

Ο Τζέι ξύπνησε κάτι μέσα της. Μια μανία που την εκδήλωσε διαβάζοντας δεκάδες βιβλία, δανεικά και αγύριστα, από τη βιβλιοθήκη. Παρατημένα το ένα πάνω στο άλλο, πάνω σε αποφάγια και κουτάκια μπύρας. Σελίδα μετά τη σελίδα, η απογοήτευση και ο θυμός της χάθηκε μετά από τρεις ώρες αναζήτησης.

Μπορούσα να δω τι κοιτούσε.

Έναν μύθο με τίτλο Το Σταυροδρόμι Παραδείσου και Κόλασης.

-5-

Μέχρι και πριν από δύο μέρες, με κουβαλούσε πάνω της. Ακόμα και στην κατάστασή μου ένιωσα ανατριχίλα, ή τουλάχιστον κάτι παραπλήσιο, όταν στάθηκα έξω από το γωνιακό καφέ των λεωφόρων «Παράδεισος» και «Κόλαση». Εδώ, στο Μπιτουίν. Το εσωτερικό του καφέ έμοιαζε με κάτι μεταξύ σαλούν και γαλλικού καφέ. Σαν εκείνα που βλέπεις σε διαφημίσεις Ευρωπαϊκών τσιγάρων.

«Διάβασα γι’ αυτό το μέρος», η Έλεν είπε στην μπαργούμαν.

«Δεν είσαι η μόνη, δεσποινίς. Αν και σπάνια… κάποιος στην κατάστασή σου το αναφέρει». Τα μάτια της έδειχναν ενδιαφέρον για την ιστορία της Έλεν. «Δεν θα μάθεις πολλά από μένα ωστόσο. Δεν δουλεύω πάρα τρία χρόνια εδώ». Η Έλεν δεν της απάντησε, ακολούθησε το γνέμα της έξω από το καφέ. «Ο Πάστορας Μπλακ είναι απόγονος του ομώνυμου πολιτικού αντιπάλου. Η εκκλησία του βρίσκεται στη Λεωφόρο “Κόλαση” από την ίδρυση της πόλης».

Δεν ξέρω πώς έμοιαζε στα μάτια της ‘Έλεν, ή του υπόλοιπου κόσμου, αλλά το κτίριο που συνάντησε τον Πάστορα δεν ήταν εκκλησία. Χριστιανική τουλάχιστον. Πρώτον, δεν υπήρχε πουθενά κάποιος σταυρός. Αραιά και πού εμφανίζονταν χαραγμένα σύμβολα που έμοιαζαν με ανάποδες τρίαινες, μονίμως τρεμάμενες, σαν να μην ανήκαν στον κόσμο των ζωντανών, αλλά και των πνευμάτων. Το ίδιο και ο Πάστορας, ο οποίος είχε τα ασημένια ανατριχιαστικά μάτια του πρόγονού του. Η μορφή του έτρεμε, λες και είχε ταυτόχρονα χιλιάδες διαφορετικές εκφράσεις στο πρόσωπό του. Η φωνή του ήταν μια συμφωνία ανθρώπων διαφορετικής ηλικίας και συναισθημάτων.

«Είμαι εδώ για το σταυροδρόμι», είπε η Έλεν χωρίς να συστηθεί.

Ο πάστορας μουρμούρισε κάτι πίσω από τα δόντια του και στη συνέχεια ρώτησε:

«Και ποιο είναι το όνομα του ατόμου που θες να δεις ξανά κόρη μου;»

Η Ελένη του είπε το όνομά μου και πώς είχα πεθάνει.

«Έχω το όπλο μαζί μου», ομολόγησε και του έδειξε το όπλο του πατέρα της.

Της έγνεψε, άγγιξε με το χέρι του τον ώμο της, και έσκυψε να της ψιθυρίσει στο αριστερό αυτί.

Παρόλο που δεν άκουσα τι της είπε, κατάλαβα πως δεν ήταν κάτι καλό τη στιγμή που είδα την Έλεν να φεύγει από το δωμάτιο. Και ορκίζομαι σε όση ψυχή μου έχει απομείνει, πως κάθε φρικιαστικό πρόσωπο αυτού του  ανθρώπου με χλεύαζε.

Άραγε, αν υπάρχει διάολος, έτσι γελά; Με χιλιάδες πρόσωπα;

-6-

Παρήγγειλε ένα σφηνάκι ουίσκι. Η μπαργούμαν ήταν γρήγορη, αλλά διστακτική. «Είσαι σίγουρη δεσποινίς;» τη ρώτησε και η Έλεν απάντησε με ένα νεύμα. Δεν άργησε να το φέρει, σερβιρισμένο με μια καραμέλα.

Το φέρνει στα γόνατά της, το κοιτά για μια στιγμή και όσο και να της ουρλιάζω δεν με ακούει.

Το πίνει.

Συνεχίζω να ουρλιάζω. Καμιά αντίδραση. Τρώει την καραμέλα. Βγάζει ένα κομμάτι χαρτί και κάτι γράφει.

«Τον βλέπω, είναι εδώ στο σταυροδρόμι…»

Αν με βλέπεις γιατί δεν σταματάς;

«Προσπαθεί να με σταματήσει, είναι θυμωμένος…»

‘Όχι! Όχι, αγάπη μου, όχι! Θέλω να ζήσεις!

«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να τον ξαναδώ…»

Όχι! Όχι!

«Έτσι μου είπε».

Όταν βγαίνουμε από το καφέ, στο σκηνικό γύρω μου κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα. Σαν φωτογραφία που ο ήλιος επιτέθηκε στον φακό όταν πάρθηκε. Η Έλεν σπρώχνει τις ρόδες του καροτσιού και φτάνει στο κέντρο. Είμαι μπροστά της, φωνάζω. Δεν με ακούει. Μου χαμογελά, και ψελλίζει πως με αγαπά.

Κι εγώ σε αγαπώ! Σταμάτα! Ζήσε! Δεν υπάρχει τίποτα εδώ!

Βάζει το όπλο στον κρόταφο. Περαστικοί ουρλιάζουν τρομαγμένοι, άλλοι της φωνάζουν να σταματήσει.

‘Ήχος από φρένα αυτοκινήτου μερικά μέτρα απ’ όπου ετοιμάζεται να τραβήξει τη σκανδάλη. Μια πόρτα ανοίγει απότομα.

«Έλεν! Σταμάτα!» Φωνάζει ο πατέρας της. Φορά ακόμα τα ρούχα της δουλειάς του. «Μην το κάνεις κοριτσάκι μου, σε παρακαλώ!»

Ναι! Άκουσε τον πατέρα σου! Ναι!

«Φύγε!» Η φωνή της μαρτυρά το πόσο κουρασμένη είναι.

«Αν το κάνεις θα το κάνω κι εγώ», της λέει και κατευθύνει το υπηρεσιακό του όπλο στον κρόταφό του.

«Σταμάτα! Δεν θα το κάνεις! Είσαι δειλός!»

 Η τελευταία κουβέντα της φαίνεται να τον γονατίζει, αλλά σύντομα επιστρέφει με τρεμάμενα χείλη.

«Ναι! Είμαι δειλός! Έπρεπε τότε να είχα κάνει κάτι! Συγνώμη! Αλλά αυτήν τη φορά, σου ορκίζομαι. Θα το κάνω. Δεν μπορώ χωρίς εσένα».

Ο πατέρας της κλαίει.

Την αγγίζω στον ώμο.

Θεέ μου! Την αγγίζω!

Με κοιτά και της χαμογελώ.

Κατεβάζει το όπλο και με αναφιλητά ψελλίζει πως με αγαπά.

Κι εγώ σ’ αγαπώ, απαντάμε μαζί με τον πατέρα της.

-7-

Καθώς φεύγουν με το αμάξι καταλαβαίνω πως δεν με κουβαλά πια μαζί της. Κάπου της έπεσαν τα κλειδιά. Εδώ στο σταυροδρόμι. Στο Μπιτουίν. Μαζί τους παρέμεινα και εγώ.

Να ακούω τον διάβολο να γελά, με τα χιλιάδες πρόσωπά του.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά