Μπροστά στις Πύλες της Βαβυλώνας

by Χρήστος Αντώναρος

Τη θύμησή του επισκέπτεται το όραμα που είχε περπατήσει με τον ξυπόλητο προφήτη.

Άραγε πόσο μακριά άφησα τη θάλασσα;

Αναρωτιέται ο Αβραάμ καθώς θωρεί τον ορίζοντα πίσω του.

Πόσες μέρες, μήνες, χρόνια, περιηγούμαι;  Άραγε έφτασα την άκρη του πουθενά, ή έχω να διαβώ για πολύ ακόμα την αιώνια έρημο;

Μπορεί να μη θυμάται πότε τον είχε συναντήσει – έχει περάσει πολύς καιρός από τότε, αυτό είναι το μόνο σίγουρο – αλλά θυμάται όλα τα υπόλοιπα παράξενα και ανεξήγητα που περάσαν μπροστά από τα κουρασμένα μάτια του. Το ταξίδι του ήταν τόσο μεγάλο που όταν έφτασε στο καταυλισμό του ξυπόλητου προφήτη τα άλλοτε σγουρά μαλλιά του είχαν πλέον χαθεί, και τα χρυσά σκουλαρίκια στα αυτιά και τα ρουθούνια του τον βάρυναν σαν ασήκωτο φορτίο. Το μαυρισμένο του δέρμα έμοιαζε πλέον με άπλυτη κουβέρτα, καθώς μαζί με τα βορινά βουνά άφησε και την τελευταία πηγή νερού.

Ο άντρας που έψαχνε βρισκόταν μέσα στη μοναδική σκηνή από γκρίζο δέρμα καμήλας, πάνω σε ένα πλατύ και τεράστιο κίτρινο βράχο. Γύρω από τη σκηνή δεκάδες άντρες αδύνατοι σαν σκελετοί και με τα ματιά τους καλυμμένα με ένα λευκό μαντήλι, στέκονταν, καθόντουσαν οκλαδόν, ή είχαν ξαπλώσει πάνω στο καυτό έδαφος. Εκτός από το λευκό μαντήλι, είχαν άλλο ένα κοινό:

Ένα ξύλινο δόρυ που στη κορυφή του φιλοξενούσε το τροχισμένο θανάσιμα μακρύτερο πλευρό του λιονταριού που έπρεπε να κυνηγήσουν και να σκοτώσουν για να γίνουν ακόλουθοί του σημαντικού άντρα πίσω από το παχύ δέρμα της σκηνής.

Τον άντρα που θα τον βοηθούσε στην αναζήτησή του. Την πιο γενναία αναζήτηση που είχε κάνει ποτέ κάποιος: την ευλογία της Άσταρωθ, εγγονής του Βεελζεβούλ, κόρης του Νινγκάλ και της Νάννα. Ένα έπαθλο που θα έφερνε γονιμότητα στις γενιές του βασιλιά και την εύνοια της Κύριας Θεάς στους επερχόμενους πολέμους. Έτσι ο Αβραάμ θα αποδείξει πως είναι άξιος να παντρευτεί μια από τις δεκάδες κόρες του.

Αν και εισήλθε από τα βόρεια της σκηνής θα ορκιζόταν πως έμοιαζε να στρέφεται προς τα νότια. Επιπλέον, το εσωτερικό ήταν περισσότερο ευρύχωρο από τα εξωτερικά όρια της σκηνής. Τα μηνίγγια του πιέστηκαν, τα μάτια του δάκρυσαν, τα ρουθούνια του υποδέχτηκαν με ευχαρίστηση την απρόσμενη ευωδιά της λεβάντας και του λιβανιού. Ήταν σα να βρέθηκε σε ένα κρυφό δωμάτιο του παραδείσου. Και δεν ήταν το μόνο που έδινε αυτή την εντύπωση. Στο εσωτερικό της σκηνής, τα τείχη και το δάπεδο ήταν επενδυμένα με κόκκινο μετάξι, ολόιδιο με εκείνο στο παλάτι του Μεγάλου βασιλιά. Στα αριστερά του Αβραάμ, ο άγνωστος διακοσμητής του παράξενου και μυστικιστικού μέρους είχε τοποθετήσει πάνω σε ένα ξύλινο βωμό ένα χρυσό αγαλματίδιο βοδιού, πλαισιωμένο από δύο μαύρα κεριά. Μπροστά στο αγαλματίδιο, υπήρχε ένας χρυσός δίσκος με αρκετά αργυρά δηνάρια, τα οποία αδυνατούσε να μετρήσει.

Ο προφήτης καθόταν οκλαδόν με την πλάτη του στραμμένη στον Αβραάμ. Τα λυγισμένα γόνατά του έφταναν το ύψος των ώμων του. Αν και εμφανίζονταν να κάθεται στο κέντρο της σκηνής, κάθε φορά που ο Αβραάμ εστίαζε πάνω στην ψηλόλιγνη φιγούρα, εμφανίζονταν βαθύτερα μέσα σε μια μεγάλη αίθουσα. Από την ωμοπλάτη ως τη βάση της σπονδυλικής του στήλης, το χλωμό – αν και  σκουρόχρωμο- δέρμα του προφήτη ήταν γεμάτο τεράστιες χαρακιές και εγκαύματα, δεκάδες ουλές από παλιά χτυπήματα μαστιγίου και τις φλεγόμενες λεπίδες των εχθρών του. Ανάμεσα τους αναφαίνονταν το τατουάζ έξι αγγελικών φτερών που χάνονταν στον υμένα που κάλυπτε την περιοχή γύρω από τους γοφούς του.

«Ήρθες πάνω στην ώρα Αβραάμ», του είπε ο προφήτης, χωρίς καν να τον κοιτάξει.

«Και που το ξέρεις πως είναι η κατάλληλη ώρα; Μπορεί να ερχόμουν οποιαδήποτε στιγμή. Μπορεί να περίμενα έξω από τη σκηνή σου για άλλη μια ή δύο μέρες,» είπε ο Αβραάμ και η απάντησή του έσταζε αμφιβολία, αν και περισσότερο έφταιγε η κούραση και η δίψα για τη συμπεριφορά του.

Το πρόσωπο του προφήτη ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη έως τώρα. Αν και έμοιαζε να έχει ζήσει πάνω από έναν αιώνα ζωής, κάτι στο βλέμμα του έδειχνε πως ο χρόνος δεν το είχε αγγίξει ποτέ. Χωρισμένο σε τρεις παχιές γραμμές, τα χρώματα που περιέγραφαν το δέρμα του ήταν κόκκινο, μαύρο και λευκό. Παρόλη τη τριχρωμία, ο Αβραάμ θα ορκιζόταν πως ο άντρας μπροστά του δεν ήταν βαμμένος με κάποια φυτική βαφή, αλλά πως γεννήθηκε με αυτό το αλλόκοτο δέρμα. Τα μάτια του είχαν ένα βαθύ μπλε χρώμα, με κόρες σχεδόν ανύπαρκτες και στο μέτωπό του είχε ζωγραφισμένες τρεις μαύρες κουκκίδες την μια δίπλα στην άλλη. Στα φρύδια, τα ρουθούνια και τα αυτιά του είχε περασμένα δεκάδες χρυσά σκουλαρίκια, ενώ η μακρά γενειάδα του έφτανε στο ύψος του γυμνού στήθους του.

«Ξέρουμε καλά και οι δύο πως δε θα ξόδευες στιγμή παραπάνω έξω από τη σκηνή μου,» είπε ο προφήτης και το χαμόγελό του αποκάλυψε μια σειρά από ολόλευκα δόντια, καλύτερα και από μικρού παιδιού. «Αυτό που θες είναι τόσο σημαντικό για σένα, που οποιαδήποτε στιγμή και να περνούσες το κατώφλι αυτής της σκηνής θα ήταν η τέλεια στιγμή.»

«Ξέρεις τι θέλω. Υποθέτω πως δε θα σε ονόμαζαν ‘προφήτη’ αν δεν ήξερες», του απευθύνθηκε γελώντας, «άρα ξέρεις πως περιμένω να δω ένα από τα περίφημα οράματά σου».

«Όχι», αποκρίθηκε ο προφήτης κουνώντας το κεφάλι του με αργές κινήσεις.

«Τι εννοείς όχι;» Τον είχε ρωτήσει με φρύδια ενωμένα και μέτωπο ζαρωμένο.

«Δεν θα σου δείξω κάποιο όραμα. Θα το περπατήσεις πλάι μου.» είπε ο προφήτης. Με γρήγορα και μεγάλα βήματα, τον πλησίασε και, αφού σταμάτησε μπροστά του, πριν προλάβει ο Αβραάμ να το συνειδητοποιήσει, η καυτή παλάμη του άγγιζε το μέτωπό του.

Ο Αβραάμ δεν πρόλαβε να βλεφαρίσει και το όραμα ξεκίνησε. Ένας καυτός άνεμος άγγιξε το πρόσωπό του. Η σκηνή χάθηκε και έμεινε μόνο η μυρωδιά λιβανιού. Το μισοσκόταδο υπό το φως των κεριών αντικαταστάθηκε από έναν ήλιο κρυμμένο πίσω από ένα γκρίζο συννεφιασμένο ουρανό, και ένα σκοτεινό φουρτουνιασμένο ωκεανό κάτω από τα πόδια τους. Παρά την γκρίζα όψη της φύσης, το κλίμα ήταν τόσο ευχάριστο, που ένα ζευγάρι δελφίνια ξεπήδησε μέσα από τον ωκεανό στην πορεία του ταξιδιού τους προς την Ανατολή. Ξαφνικά, η γη κάτω από πόδια του μετακινήθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ενώ εκείνος και ο προφήτης αιωρούνταν από πάνω της. Με μια απότομη παύση, βρέθηκαν και οι δυο τους κάπου μέσα στην αιώνια έρημο.

Να κυνηγήσεις τον ανοιξιάτικο άνεμο, του είχε πει ο γέρο-προφήτης, μακριά από τα νερά του βορρά και πάνω στην αιώνια έρημο, μέχρι να φτάσεις την άκρη του πουθενά.

Να κυνηγήσεις τον άνεμο, ακούστηκε άλλη μια φορά η γέρικη και κουρασμένη φωνή του προφήτη, μέχρι την άκρη του πουθενά.

Και έτσι τελείωσε το όραμά του. Με την έναρξη της συνέχειας του ταξιδιού του. Όσο περισσότερο πλησίαζε, τόσο λιγότερο αναγνώριζε τον παλιό του εαυτό.  Το ταξίδι αυτό τον είχε αλλάξει. Το ένιωθε στις σκέψεις του. Στις νέες και απρόσκλητες επιθυμίες του. Όταν πλέον θα έφτανε, θα ήταν κάποιος άλλος από αυτόν που ξεκίνησε το ταξίδι του πριν από μέρες, ίσως μήνες, ή και χρόνια.

Όταν θα έφτανε θα ήταν πιο έτοιμος και από τον χειρότερο αμαρτωλό, να χτυπήσει τρεις φορές τις Πύλες της Βαβυλώνας. Με χαμόγελο και όχι δάκρυα, θα υποδεχόταν τις παρυφές της Κόλασης.

***

Η θύμησή του έχει απομακρυνθεί καιρό τώρα από το όραμα που είχε περπατήσει με τον ξυπόλητο προφήτη.

Πόσες μέρες, μήνες, χρόνια, περιηγούμαι;

Πόσο χρειάστηκα για να φτάσω την άκρη του πουθενά;

Τις βλέπει, και η ψυχή του υποκλίνεται μπροστά στη μεγαλειότητά τους. Υψώνονται μπροστά του και αγγίζουν τα ουράνια. Τι ειρωνεία: οι πύλες της Κολάσεως να συνορεύουν με τον Παράδεισο. Η βλασφημία του επιβεβαιώνει την ανησυχία του. Έχει αλλάξει. Πριν από καιρό θα μαστίγωνε οποίον βλασφημούσε με αυτό τον τρόπο.

Η ενέργεια που αναβλύζουν οι πύλες είναι εξωπραγματική. Ζωντανή και πυκνή σαν ανθρώπινη σάρκα, ζώνεται γύρω από τη χρυσή αψίδα που τις πλαισιώνει, στηριγμένη πάνω σε δεκάδες χιλιάδες παλάμες χεριών. Νιώθει αόρατα πλοκάμια να τον τυλίγουν, να τον παγιδεύουν με αργές κινήσεις σαν αναρριχητικά φυτά που αναζητούν όλο και περισσότερο ήλιο.  Αργά τον τραβούν προς το μέρος των πυλών και το δέχεται με ευχαρίστηση. Άλλωστε, πλέον είναι ανήμπορος να κάνει το οτιδήποτε.

Χτυπά τρεις φορές με το δεξί του χέρι, ενώ με το αριστερό κρύβει το βλέμμα του από τα Μύρια Μάτια στην επιφάνεια των πυλών. Υπάρχει ένα ρητό στη φυλή που μεγάλωσε. Μια θύμηση που, μαζί με το όνομά του, είναι ό,τι του έχει απομείνει από τη ζωή στο καραβάνι.

Αν ποτέ σταθείς μπροστά σε μια από τις πύλες της Βαβυλώνας, κράτα το βλέμμα σου μακριά από τα Μύρια Μάτια, γιατί οι αμαρτωλοί θα κλέψουν τους οφθαλμούς σου.

Νιώθει τις πύλες να κλείνουν πίσω του. Αμέσως η καυτή ατμόσφαιρα της ερήμου – που τον είχε ιδρωμένο και εξουθενωμένο από τη συνεχή δίψα – γίνεται παγετός που ανατριχιάζει κάθε σπιθαμή του εγώ του.  Θεέ μου, τι έκανα; Γονατίζει ενώ οι παλάμες του κρατούν τα μάτια του σφραγισμένα. Φοβάται. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Αβραάμ είναι τρομοκρατημένος για το τι κρύβεται πίσω από τα σφραγισμένα βλέφαρά του. Ίσως τελικά έπρεπε να κοιτάξω τα Μύρια Μάτια. Ίσως θα ήταν προτιμότερο να είμαι ένας ακόμα τυφλός στην κόλαση.

Το κορμί του ανυψώνεται. Ο παγετός χάνεται. Δροσερός άνεμος χτυπά το πρόσωπό του.

«Μπορείς να ανοίξεις τα μάτια σου, φτάσαμε», η φωνή που τον προτρέπει να ανοίξει τα μάτια του έχει γυναικεία και αντρική χροιά ταυτόχρονα. Είναι το κράμα από χίλιες γνώριμες φωνές. Ίσως κάποια από τα πρόσωπα που επισκέπτονται τη θύμησή του καθώς τον ακούει να είναι ακόμα ζωντανά. Σίγουρα όχι τα περισσότερα.

Αναστενάζει και ανοίγει τα μάτια διστακτικά.

Μπροστά του είναι γονατισμένο ένα πλάσμα απαράμιλλης ομορφιάς. Όπως και η φωνή, έτσι και το παρουσιαστικό του δε προδίδει το φύλο του.  Έχει μακριά κατσαρά μαύρα μαλλιά και τα μάτια του είναι γαλάζια μέσα σε ένα πράσινο δακτυλίδι, σαν να έχουν κλέψει το χρώμα τους από την πιο καλοφτιαγμένη όαση της αιώνιας ερήμου. Φορά μοβ ρόμπα και ένα κόκκινο τουρμπάνι με χρυσά κορδόνια να το στολίζουν. Το σώμα του είναι καλλίγραμμο, το δέρμα του λευκό και ολοφώτεινο σαν ξημέρωμα στις βόρειες ακτές. Τα δόντια του άφθαρτα, σαν να μην τα έχει χρησιμοποιήσει ούτε μια μέρα. Τον κοιτά μέσα στα μάτια με ένα μακρύ χαμόγελο. Μαζί πετούν στους σκοτεινούς ουρανούς πάνω από τις απέραντες κοιλάδες των ασημένιων βουνών της κόλασης. Κάτω από τα πόδια τους, απλώνεται το μεταφορικό τους μέσο. Ένα ιπτάμενο κόκκινο χαλί.

«Τι είσαι; Τζίνι; Δαίμονας; Μήπως ο ίδιος ο Άγγελος του Θανάτου;»

Το πλάσμα δεν του απαντά, πάρα απλώνει το λεπτό και τέλεια καμωμένο χέρι του στρέφοντας την προσοχή του Αβραάμ πέρα από το μαγικό χαλί, στην ατελείωτη πόλη που ξετυλίγεται από κάτω τους.

Πώς δεν σε είδα πριν από λίγο; Αναρωτιέται σκυθρωπός.

Στην ψηλότερη κορυφή της κόλασης, η αβυσσαλέα ομορφιά μια πόλης φτιαγμένης από χρυσάφι, λάβα και αίμα του κλέβει ό,τι ανάσα έφερε από το κόσμο των ζωντανών. Τα διπλά χρυσά πανύψηλα τείχη της σχηματίζουν οκτώ κορυφές του πιο αστραφτερού αστεριού που έχει ποτέ δει ο Αβραάμ. Ανάμεσά τους, ένα ατέρμον ποτάμι από υγρό καυτό χρυσάφι ρέει ασταμάτητα. Στις τέσσερις από τις οκτώ κορυφές, τέσσερις πανομοιότυπες πυραμίδες από χρυσάφι όλες στους στο ίδιο ύψος προσκυνούν τον δαίμονα τους. Από τις τεράστιες πύλες τους ξεκινούν σειρές από χιλιάδες σκαλιά που οδηγούν προς το κέντρο της πόλης. Ανάμεσα στις πυραμίδες, στις υπόλοιπες τέσσερις κορυφές, υπάρχει ό,τι έχει απομείνει από το βουνό που αποίκισε η δαιμονική φυλή που κατασκεύασε αυτό το Αβυσσαλέο βασίλειο. Σειρές από τρύπες πάνω σε μικρούς ασημένιους λόφους, γέφυρες που περνούν πάνω από λίμνες καυτής λάβας και απέραντες κοιλάδες από χώμα ποτισμένο με αίμα.

Ανάμεσά τους κινούνται σπασμωδικά παραμορφωμένες ανθρώπινες φιγούρες. Γδαρμένα κορμιά αμαρτωλών που υπηρετούν αιώνια την κόλαση πάνω στο ίδιο τους το αίμα και δαίμονες που προσκυνούν τον άρχοντά τους: ένα τεράστιο δαίμονα-βασιλιά που στέκεται στο κέντρο του χρυσού βασιλείου, πάνω από ένα τεράστιο καζάνι γεμάτο λάβα. Ένα πλάσμα χωρίς σάρκα, με χιλιάδες κοκάλινα μακριά χέρια και τρεις νεκροκεφαλές στην κορυφή. Κάθε λίγο, ο γιγάντιος σκελετός βουτά το χέρι του στο καζάνι και όταν το βγάζει πάλι σκορπίζει δεκάδες σάρκινες φιγούρες στο έδαφος. Γύρω από το καζάνι, τον σκελετό και ενδιάμεσα από τις σκάλες που οδηγούν στους χρυσούς ναούς-πυραμίδες, ένας ατελείωτος λαβύρινθος φιλοξενεί τόσους πολλούς περιπλανώμενους που ο αριθμός τους ποτέ δεν διδάχτηκε στον Αβραάμ.

Άραγε είναι χαμένοι;

Μέσα στο λαβύρινθο υπάρχουν δωμάτια και διάδρομοι που το πάτωμα τους είναι είτε λάβα είτε λαγούμια γεμάτα με αίμα, και από μέσα τους αναδύονται δαίμονες, είτε με καρβουνιασμένο δέρμα είτε ντυμένοι με την σάρκα τους. Το θέαμα είναι μεθυστικό και προκλητικό πάρα τη φρικαλεότητα του. Για κάποιο λόγο φέρνει νέες, άγνωστες αναμνήσεις στον Αβραάμ. Επιθυμίες που ποτέ δε φαντάστηκε τον εαυτό και το σώμα του να λαχταρά. Την αγάπη ενός άλλου άντρα, πάνω στο χαλί που πετά. Ενός όμορφου, τέλειου πλάσματος, σαν τον οδηγό του. Νιώθει έξαρση αλλά και ντροπή ταυτόχρονα. Για μια στιγμή του λείπει η ζωή πίσω από τις Πύλες της Βαβυλώνας. Η ψυχή του λαχταρά να συνεχίσει το ταξίδι, αλλά η καρδιά του τρέμει. Την αισθάνεται να προσπαθεί να ξεφύγει από το στήθος του. Σαν τυφλός που βλέπει με τα μάτια της  ψυχής του, γυρνά το πρόσωπο του στον ουρανό. Ο ήλιος αντί να φωτίζει, εκπέμπει σκοτάδι σε μία μόνιμη έκλειψη.

Κλείνει τα μάτια του.

Το πρώτο που θα δει είναι οι πύλες της Βαβυλώνας. Όπως και πριν. Μια χρυσή αψίδα, που στηρίζεται πάνω σε χιλιάδες παλάμες χεριών. Ορισμένα από τα Μύρια Μάτια τον κοιτούν. Παγώνει και από τον τρόμο ανοίγει τα μάτια του πάλι.

Αυτή τη φορά βρίσκει τον εαυτό του σκλάβο, δεμένο  από τους καρπούς και τον λαιμό με χρυσές αλυσίδες και κρίκους. Τα δεσμά του καταλήγουν σε ένα καραβάνι στα δεξιά του. Τον τραβά με αργό ρυθμό πάνω σε μια ατελείωτη γκρίζα έρημο από τις στάχτες των νεκρών. Πανικοβάλλεται και ο πανικός του κλείνει το λαρύγγι, του κλέβει την κραυγή.

Οι καμήλες του καραβανιού έχουν γκρίζο τρίχωμα και καθόλου μάτια, το κάτω σαγόνι τους απουσιάζει και στο πάνω φανερώνονται απειλητικά τα μυτερά και κοφτερά δόντια τους. Αντί για αίμα, στάζουν μαύρο, πηχτό υγρό. Οι καβαλάρηδες και οι οδηγοί είναι ίδιοι με το Τζίνι πάνω στο κόκκινο χαλί.

Στη μέση του καραβανιού σέρνεται μια τεράστια εξέδρα από χρυσό. Πάνω της, δεκάδες πανέμορφες νέες χορεύουν με αψεγάδιαστο συγχρονισμό ένα χορό που όμοιο του πουθενά δεν έχει συναντήσει. Πάνω τους έχουν περασμένα κόκκινα και χρυσά πέπλα και καθώς οι νεαρές χορεύτριες περιστρέφονται στη μύτη του ενός ποδιού, τα πέπλα ξετυλίγονται αποκαλύπτοντας μια γύμνια που στέλνει στην κόλαση και τον πιο πιστό άντρα.

Στην όψη του μελαχρινού αγέραστου δέρματός τους, έρχεται πίσω εκείνη η ανεπιθύμητη έξαρση. Μπορεί οι εικόνες στο μυαλό του να είναι ενοχλητικές, όπως και πριν, αλλά το κορμί του έχει παραδοθεί στην αμαρτία που του προσφέρουν. Το νιώθει ανάμεσα στα πόδια του, βαθιά μέσα στο στήθος του. Ακόμα και στη κόλαση πρέπει να ανταποδίδεις τα όσα σου προσφέρονται, σκέφτεται. Ακόμα και στη κόλαση. Κάνει ένα βήμα μπροστά και πριν ακόμα το καταλάβει παίρνει μέρος στο δαιμονικό όργιο που πριν από λίγο φανταζόταν.

«Πρέπει να κοιμηθείς με το διάολο για να επιβιώσεις μια μέρα στην κόλαση,» η γλυκιά φωνή του Τζίνι τον συμβουλεύει, «πρέπει να κοιμηθείς με το διάολο, αν θες ο διάολος να σε βοηθήσει. Γι’ αυτό δεν ήρθες ως εδώ Αβραάμ; Γι’ αυτό δε πέρασες τις Πύλες της Βαβυλώνας;»

«Όχι!» φωνάζει ο Αβραάμ και κραυγή του ταξιδεύει σε κάθε γωνία της ερήμου.

Ξαφνικά όλα γύρω του διαλύονται. Κάτω από τα πόδια του, επιστρέφει η γνώριμη ξανθιά έρημος. Μπροστά του εξακολουθούν να υψώνονται οι Πύλες της Βαβυλώνας. Τα Μύρια Μάτια είναι ερμητικά κλειστά.

Για άλλη μια φορά ο Αβραάμ παρατηρεί τον ορίζοντα που τον περιβάλει, για άλλη μια φορά αναρωτιέται πόσο μακριά είναι η θάλασσα. Άραγε ήταν ένα όραμα ή όντως πέρασε τις πύλες της Βαβυλώνας;

«Ήταν ό,τι θες εσύ να είναι».

Ακούει μια γνώριμη φωνή που τώρα οδηγεί τη θύμησή του μόνο σε δύο πρόσωπα: το Τζίνι που τον βοήθησε να περιηγηθεί στην κόλαση και κάποιον που είχε ακούσει όταν πρωτάρχισε το ταξίδι του. Από την σκιά της πύλης, εκατομμύρια κόκκοι άμμου ανυψώνονται σαν μικρός αμμόλοφος, σχηματίζοντας για μια περαστική στιγμή την ελκυστική μορφή του Τζίνι. Γρήγορα, ωστόσο, ο δαίμονας της ερήμου μπροστά του θα πάρει την μορφή που θέλει, μουρμουρίζοντας μια φράση που ο Αβραάμ δε θα ξεχάσει ποτέ.

«Να κυνηγήσεις τον ανοιξιάτικο άνεμο, μακριά από τα νερά του βορρά πάνω στην αιώνια έρημο, μέχρι να φτάσεις την άκρη του πουθενά. Συγχαρητήρια Αβραάμ. Δεν υπάρχουν παραπάνω βήματα στο ταξίδι σου. Οι Πύλες της Βαβυλώνας είναι εδώ.»

Τα Μύρια Μάτια ανοίγουν ταυτόχρονα, όλα στραμμένα πάνω του. Η ενέργεια που αναβλύζουν είναι εντονότερη από πριν. Νιώθει τα αόρατα πλοκάμια της να προσπαθούν να τον τυλίξουν άλλη μια φορά. Μπορεί να τα δει. Είναι εκατοντάδες και μικροσκοπικά, η υπόστασή τους από ανθρώπινη σάρκα. Κόκκινα σαν τους δαίμονες που περιπλανούνταν στο χρυσό βασίλειο, κάτω από το μαγικό χαλί. Η κούραση του τον καθιστά αδύναμο να αντισταθεί.

«Πρέπει να κοιμηθείς με το διάολο για να επιβιώσεις μια μέρα στην κόλαση,» ακούγεται άλλη μια φορά ο προφήτης και απλώνοντας το χέρι του φανερώνει ένα μικρό λευκό κλειδί φτιαγμένο από κόκκαλο. «Πρέπει να κοιμηθείς με το διάολο αν θες ο διάολος να σε βοηθήσει».

Η πύλη της Βαβυλώνας ανοίγει. Είναι καλυμμένη με καβουρντισμένο δέρμα, χωρίς τα μύρια μάτια πάνω της.

«Ποιος είσαι;» Ρωτά ο Αβραάμ πριν δεκάδες μικροσκοπικά σάρκινα πλοκάμια καλύψουν το σβέρκο του.

«Ποιον ήρθες να γνωρίσεις ως εδώ Αβραάμ;»

Σωπαίνει για μια στιγμή και πριν τα πλοκάμια καλύψουν το στόμα του, πριν γίνει ένας κόκκινος δαίμονας περιπλανώμενος μέσα στο χρυσό λαβύρινθο της αμαρτίας, ψιθυρίζει:

Άσταρωθ.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά