Ο πρίγκιπας χρειάστηκε να διασχίσει το σκοτεινό δάσος, να περάσει από στενά μονοπάτια που δυσκόλευαν το άλογο του, να κόψει με το σπαθί του θάμνους και κλαδιά δέντρων για ν’ ανοίξει δρόμο. Πολέμησε με το άγνωστο, με τον φόβο που βασανίζει όλους τους ανθρώπους, εκείνον του θανάτου. Γλίτωσε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από λύκους, αρκούδες και άλλα ζώα που ούτε γνώριζε, ούτε είχε ακούσει ποτέ να λέγετε τίποτα γι’ αυτά. Σκέφτηκε πολλές φορές να τα παρατήσει και να γυρίσει πίσω. Γνώριζε πως η ζωή του ήταν σημαντικότερη, όμως το όραμα που εμφανιζόταν μπροστά του κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του, τον έφερε ως εδώ.

Ήταν εκείνη που έβλεπε πάντοτε και ήταν η κάμαρα της αυτή που βρισκόταν μπροστά του. Από το σπαθί του ακόμα έσταζε το πηχτό και μαύρο αίμα του δράκου που την φυλούσε. Ο πρίγκιπας ένιωθε τα χέρια του βαριά, το σώμα του κατάκοπο. Ήταν σίγουρος πως την στιγμή που θα απόθετε το κεφάλι του στο μαξιλάρι, θα κοιμόταν βαθιά και για πολλές ώρες, ωστόσο έκλεισε τα μάτια του και τ’ άνοιξε ξανά. Εκείνη τον περίμενε.

Έσπρωξε την πόρτα και την είδε πλάι στο παράθυρο. Το φως των κεριών τρεμόπαιζε στη φιγούρα της και γέμιζε σκιές το χλωμό πρόσωπο της. Κοιτάχτηκαν κι όρμησαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Κάποτε ο πρίγκιπας απομακρύνθηκε τόσο ώστε να βλέπει τα μαύρα της μάτια.

«Αν πέθαινα αυτή τη στιγμή, θα πέθαινα ευτυχισμένος». Εκείνη χαμογέλασε και του χάιδεψε με το ένα χέρι τα μαλλιά.

«Χαίρομαι τόσο πολύ που τ’ ακούω αυτό» ψιθύρισε και με δύναμη, απότομα και βίαια έμπηξε στον θώρακα του ένα στιλέτο. Το πρόσωπο του πρίγκιπα πάγωσε κι έπειτα άδειασε από συναίσθημα, καθώς κατέρρεε μπρος στα πόδια της.

Εκείνη έμεινε στη θέση της, δίχως να κάνει ούτε βήμα. Στάθηκε από πάνω του όσο ξεψυχούσε και μετά, αφού σιγουρεύτηκε πως η καρδιά του είχε πάψει να χτυπάει, τον έσυρε μέχρι την άλλη άκρη του δωματίου. Εκεί άνοιξε την καταπακτή και έσπρωξε το πτώμα στο άνοιγμα της. Περίμενε ώσπου ο γνώριμος γδούπος ακούστηκε κι ύστερα έκλεισε ξανά την πόρτα. Πλησίασε το παράθυρο και σφύριξε συνθηματικά. Στο σκοτάδι που βασίλευε κάτω απ’ το παράθυρο της κάτι κινήθηκε, μια μεγάλη μάζα. Ακούστηκαν μερικοί γδούποι κι ύστερα ο μαγεμένος δράκος πέταξε κοντά της. Σήκωσε τα μάτια της στα τεράστια δικά του και χαμογέλασε, μόνο που το χαμόγελο ήταν πραγματικό αυτή τη φορά. Τα λεπτά της χέρια χάιδεψαν το σημείο ανάμεσα απ’ τα μάτια του κι εκείνος κατέβασε ελαφρά το κεφάλι.

«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» του είπε γλυκά κι απομακρύνθηκε. Πίσω, στο δωμάτιο, άνοιξε την ντουλάπα κι άλλαξε το λευκό νυχτικό της μ’ ένα αυστηρό μαύρο φόρεμα που άφηνε ακάλυπτους τους πήχες των χεριών. Μάζεψε ψηλά τα μακριά μαύρα μαλλιά της και πριν φύγει απ’ το δωμάτιο, πήρε μαζί της μια μικρή βαλιτσούλα.

Καθώς κατέβαινε τις στριφογυριστές σκάλες του πύργου, κοιτούσε τα πορτρέτα που κρέμονταν στους τοίχους, όλα δικά της. Απεικόνιζαν το πρόσωπο της σε κάθε ηλικία. Ζωγράφιζε ένα κάθε χρόνο για τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Ήθελε να θυμάται τον εαυτό της, την παραμικρή λεπτομέρεια, να γνωρίζει την απειροελάχιστη αλλαγή που έφερνε ο χρόνος στο πρόσωπο της. Άλλωστε, αυτό ευθύνεται για το ότι βρισκόταν εκεί, στον πύργο.

Ήταν δεκαπέντε ετών όταν ο πατέρας της την έστειλε εκεί κι έβαλε τον δράκο να την φυλάει μέρα νύχτα. Πίστευε πως η ομορφιά της ήταν τόσο επικίνδυνη, που ούτε ο ίδιος δεν θα μπορούσε να της αντισταθεί. Έτσι, αποφάσισε να την κρατήσει μακριά του και αν ποτέ βρισκόταν κάποιος τόσο γενναίος, ώστε να σκοτώσει τον μαγεμένο δράκο, τότε θα’ ταν ικανός να επιβληθεί στον εαυτό του, να μην χάσει τα λογικά του απ’ την απαράμιλλη ομορφιά της.

Με τον δράκο έγιναν γρήγορα φίλοι κι εκείνος ήταν που της έμαθε τα μυστικά της μαγείας, της αλχημείας και της ιατρικής επιστήμης. Παίρνοντας την μορφή ανθρώπου, πήγαινε στην πόλη και προμηθευόταν βιβλία κι ότι άλλο του ζητούσε η Νέλια, παρόλα αυτά ποτέ δεν κατάφερε να την πάρει μαζί του. Για να σπάσει το ξόρκι εκείνη έπρεπε να βγει απ’ τον πύργο συνοδευόμενη από έναν θνητό κι εκείνος, παρά τις θαυμαστές του δυνάμεις, δεν μπορούσε να ξεγελάσει το ξόρκι.

Κάθε φορά που ερχόταν κάποιος επιδέξιος σωτήρας, πρίγκιπας, ιππότης ή κόμης, η Νέλια κλεινόταν στο δωμάτιο της και περίμενε. Άκουγε τις κραυγές του δράκου, καθώς εκείνος αφηνόταν να πεθάνει ξανά από το σπαθί ενός ακόμα μνηστήρα. Έτρεμε μήπως τελικά τούτος ο θάνατος του ήταν και ο τελευταίος. Μα κάθε φορά ο δράκος τα κατάφερνε κι επανερχόταν στη ζωή. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα δικό της σινιάλο, για να τον βγάλει λες απ’ τον ύπνο του.

Όσο για τα πτώματα των μνηστήρων της, είχαν ποικίλες χρήσεις. Κάποια τα κατέβαζε στο εργαστήριο της και μελετούσε την ανατομία τους, άλλα τα ταρίχευε σε περίπτωση που χρειαζόταν κάποιο απ’ τα όργανα για τα ξόρκια του δράκου, άλλα τα τάιζε στα ποντίκια του εργαστηρίου κι άλλα απλά τα έθαβε στον πίσω κήπο που είχε αποδειχθεί αρκετά εύφορος.

Κάπως έτσι περνούσε τη ζωή της η Νέλια. Με την μύτη της χωμένη στα βιβλία, με τα χέρια της να καταπιάνονται με δουλειές που μόνο για πριγκίπισσες δεν προορίζονταν και με την καρδιά της να πλημμυρίζει από τον ενθουσιασμό των ανακαλύψεων, από την αγαλλίαση που της προσέφερε η τέχνη, από την αγάπη που έπαιρνε κι έδινε στον δράκο.

Πριν κατέβει το τελευταίο σκαλοπάτι, έριξε μια ματιά στο πορτρέτο στα δεξιά της. Ήταν το πρώτο που είχε κάνει. Η τότε τεχνική της το έκανε να δείχνει κάπως αδέξιο, όμως και πάλι ήταν καλό. Το πρόσωπο της ήταν ακόμα γεμάτο στρογγυλάδες, τα χείλη της ήταν έντονα και με περισσότερες καμπύλες απ’ ότι τώρα, τα μάγουλα της κατακόκκινα και τα μαλλιά της χτενισμένα σ’ έναν ψηλό κότσο. Τα μάτια της έδειχναν τόσο διαφορετικά! Ήταν θλιμμένα, ντροπαλά, έδιναν την αίσθηση πως στρέφονταν προς τα μέσα και ήταν τόσο μα τόσο παιδικά. Η Νέλια ξεφύσησε και κούνησε το κεφάλι.

Προχώρησε λίγο ακόμα στον διάδρομο κι έσπρωξε την πόρτα με δύναμη. Τα κεριά ήταν ήδη αναμμένα και το πτώμα τοποθετημένο στο τραπέζι. Άφησε την βαλιτσούλα σε μια καρέκλα κι ανοίγοντας την, άρχισε να αραδιάζει τα εργαλεία της. Άκουσε βήματα πίσω της, όμως δεν γύρισε.

«Άκουσα στην πόλη πως ο αγαπημένος σου είχε χτυπήσει στο κεφάλι όταν ήταν μικρός. Παραλίγο να πεθάνει. Έμεινε για μήνες βυθισμένος σε ύπνο. Θα δούμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα» είπε ο δράκος πλησιάζοντας. Η Νέλια έσμιξε τα φρύδια της.

«Όντως. Άλλη μια φορά μόνο μας έτυχε κάτι παρόμοιο» είπε και συνέχισε ν’ αραδιάζει τα εργαλεία της. Όταν τέλειωσε, πήρε το νυστέρι και την στιγμή που ήταν έτοιμη να κάνει την πρώτη τομή, το χέρι του δράκου σταμάτησε το δικό της. Τα μαύρα μάτια της κοίταξαν τα δικά του. Στο πράσινο χρώμα τους τρεμόπαιζαν οι λάμψεις των κεριών.

«Ίσως την επόμενη φορά θα ‘ταν καλύτερο να…» Η Νέλια τράβηξε απότομα το χέρι της.

«Πού αλλού θα βρω όλα όσα έχω εδώ;» ρώτησε κι έστρεψε ξανά το βλέμμα της στον νεκρό πρίγκιπα. «Προτιμώ να πεθάνω, παρά να ζήσω χωρίς όσα αγαπώ». Ο δράκος αναστέναξε ακούγοντας την.

«Απλά κάποιες φορές σκέφτομαι ότι όντως πρέπει να έρθει κάποιος και να σε σώσει από εμένα, από τον εαυτό σου, από αυτό το μέρος». Η Νέλια χαμογέλασε σκληρά.

«Μα δεν θέλω να σωθώ» είπε κι ύστερα το νυστέρι έκοψε την σάρκα του πρίγκιπα, αφήνοντας το αίμα να κυλήσει γοργά πάνω στην ζεστή του ακόμα σάρκα.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά