Οι Επιζήσαντες (Μέρος Β’)

by Μαρία Δανιήλ

Πίνακας του Edvard Munch.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσω αυτό που συνέβαινε κι όταν τελικά τα κατάφερα, ο φόβος με πλημμύρισε. Ήμουν μόνη και άοπλη μ’ ένα πλάσμα που πρώτη φορά αντίκριζα τουλάχιστον ένα μισάωρο μακριά απ’ το κοντινότερο σπίτι. Τότε υποθέτω ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης λειτούργησε, έστω και καθυστερημένα κι ένιωσα τους κυνόδοντες μου να βγαίνουν απ’ τις θήκες τους. Γρύλισα ρίχνοντας το κεφάλι μου πίσω και έκανα ένα βήμα πιο κοντά του. Εκείνος με κοίταξε με τα φρύδια του να ενωμένα και με ρυτίδες να σχηματίζονται στο μέτωπο του. Έδειχνε περισσότερο προβληματισμένος, παρά φοβισμένος, γι’ αυτό και γρύλισα ακόμα μια φορά, κάνοντας άλλο ένα βήμα πιο κοντά του. Ξάφνου τα μάτια του γύρισαν κι εκείνος κατέρρευσε στο έδαφος. Η έκπληξη μου ήταν τόσο μεγάλη που έβγαλα μια πνιχτή κραυγή, έκλεισα το στόμα μου με το χέρι μου από φόβο μήπως με ακούσει κάποιος και δάγκωσα κατά λάθος την γλώσσα μου.

Τον πλησίασα και ακούμπησα το σώμα του με την άκρη του παπουτσιού μου, αλλά εκείνος δεν αντέδρασε. Ρίχνοντας άλλη μια ματιά στο δάσος γύρω μου, αποφάσισα να τον μεταφέρω μέσα. Έτσι, μερικά λεπτά αργότερα βρισκόταν ξαπλωμένος και σκεπασμένος σ’ έναν μαλακό καναπέ στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης. Ήξερα ότι έκανα το ένα λάθος μετά το άλλο. Έπρεπε να καλέσω τις αρχές, να τους πω τι είχε γίνει και να περιμένω να έρθουν, μένοντας μακριά του, αλλά απλά δεν μπορούσα να το κάνω. Αλήθεια, εσείς τι θα κάνατε αν βρισκόταν μπροστά σας ένα από τα πλάσματα με των οποίων τις ιστορίες είχατε μεγαλώσει; Θα το βάζατε στα πόδια ή θα μένατε εκεί; Ω, είμαι σίγουρη πως θα κάνατε το δεύτερο, άσχετα αν διατρέχατε κίνδυνο.

Το όνομα του ήταν Ρόντερικ, όπως μου είπε όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του. Είχε περάσει όλη του τη ζωή μαζί με τους λυκάνθρωπους στα βόρεια, όμως η αγέλη αποδεκατίστηκε σε μια επιδρομή κι έτσι ήταν πλέον μόνος. Τον τελευταίο χρόνο περιπλανιόταν στα δάση, σπάνια έπαιρνε την ανθρώπινη μορφή του, γιατί φοβόταν.

«Οι άνθρωποι είναι πολύ ευάλωτοι. Ένας λύκος μπορεί να τα βγάλει πέρα ευκολότερα.» Παρόλα αυτά είχε κουραστεί. Τελευταία οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν πιο εύκολα απ’ ότι παλιότερα. Ίσως έφταιγε το ταξίδι που δεν τέλειωνε ποτέ, η κακή διατροφή, η έλλειψη ύπνου, η θλίψη και η μοναξιά.

Ο Ρόντερικ μια από τις λίγες φορές που είχε πάρει την ανθρώπινη μορφή του επισκέφτηκε μια απ’ τις παλιές πόλεις των ανθρώπων. Ήταν μια μεγάλη πόλη που κάποτε πρέπει να είχε δει μέρες μεγάλης ομορφιάς. Σήμερα τα ερείπια της έστεκαν βουβά και σκονισμένα, δίχως ψυχή. Μου είπε ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να ξεχάσει τον ήχο της απόλυτης ησυχίας, έναν ήχο τόσο διαφορετικό απ’ την σιωπή του δάσους. Συμπτωματικά, από τότε είχε αρχίσει να νιώθει αδύναμος.

«Μπορεί η οικογένεια μου να ζούσε μακριά απ’ την οργανωμένη κοινωνία των ανθρώπων, όμως ο δικός τους κόσμος και ο κόσμος των ανθρώπων συνυπήρχαν πάντα. Τώρα που οι άνθρωποι δεν υπάρχουν πια, νιώθω ότι θα’ πρεπε κάποια στιγμή να έρθει και η σειρά μας.» Ξεχνώντας τις ονειροπολήσεις μου για λίγο, προσπάθησα να του αλλάξω γνώμη και είχα πολλά επιχειρήματα γι’ αυτό, ωστόσο ήταν αμετάπειστος. Μάλιστα πίστευε πως και οι βρικόλακες θα’ πρεπε να αφανιστούν κάποια στιγμή.

«Και θα έρθει αυτή η στιγμή. Δεν χρειάζεται να αφεθείτε, να σταματήσετε να εξελίσσεστε ή κάτι τέτοιο. Είναι απλά η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Όλοι μας ανήκαμε σε μια αλυσίδα. Απ’ την στιγμή που ο ένας της κρίκος χάθηκε, είναι ζήτημα χρόνου να συμβεί το ίδιο και στους υπόλοιπους.»

Τα λόγια του μου χάλασαν την διάθεση εκείνη το βράδυ. Όλος μου ο ενθουσιασμός είχε κάνει φτερά και είχε δώσει την θέση του στην θλίψη και τον προβληματισμό. Είχα ζήσει ολόκληρη τη ζωή μου πιστεύοντας πως τίποτα κακό δεν μπορεί να συμβεί σ’ εμένα και τους δικούς μου, όμως γιατί πίστευα κάτι τέτοιο; Ήταν ο τρόπος που μεγάλωσα ή απλά το γεγονός ότι είμαστε καλύτερα εξοπλισμένοι απ’ τους ανθρώπους; Όπως και να’ χει ακόμα κι εμείς πεθαίνουμε και θα μπορούσαμε να αφανιστούμε. Ο Ρόντερικ είχε δίκιο.

«Όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά, οι μάχες μεταξύ των ειδών φαντάζουν γελοίες. Για ποιο λόγο να μάχονται οι βρικόλακες εναντίων των λυκανθρώπων; Ποτέ δεν το κατάλαβα, ίσως επειδή δεν ανήκω σε κανένα από τα δυο είδη.» Τον κοίταξα μπερδεμένη. Τον είχα δει να μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μου.

«Μα τι είσαι;» Ο Ρόντερικ έφερε το βλέμμα του στα μάτια μου και χαμογέλασε αδύναμα και στραβά.

«Μεταμορφωτιστής. Μπορώ και παίρνω την μορφή όποιου ζώου επιθυμώ.»

«Τότε γιατί έζησες τόσο καιρό με τους λυκάνθρωπους;»

«Ήταν πιο δεκτικοί σε σχέση με τους ανθρώπους.»

Τότε του είπα ότι δεν θα έπρεπε να λυπάται εκείνους που δεν τον αποδέχτηκαν όπως ήταν, ότι οι άνθρωποι πλήρωσαν για όσα είχαν κάνει και ένιωσα έκπληξη με τον ίδιο μου τον εαυτό. Ωστόσο, ο Ρόντερικ είχε αποκοιμηθεί, πριν προλάβω ν’ αποσώσω τα λόγια μου.

Μιας και δεν ήταν λυκάνθρωπος, όπως είχε πιστέψει αρχικά, αποφάσισα να ειδοποιήσω τελικά τις αρχές. Υπέθεσα πως θα του προσέφεραν καταφύγιο ή έστω κάποια βοήθεια και είχα δίκιο. Μεταφέρθηκε σ’ έναν ξενώνα κι έπειτα, όταν επιδεινώθηκε η κατάσταση του, στο θεραπευτήριο. Έμεινε εκεί τις τελευταίες του εβδομάδες. Ήμουν η μόνη του φίλη, αν και όλοι τον συμπαθούσαν. Περνούσα όσο περισσότερο χρόνο μπορούσα μαζί του, περιμένοντας το τέλος. Φαίνεται πως όταν επισκέφτηκε τα ερείπια της μεγαλούπολης, μολύνθηκε. Μπορεί να ήταν Μεταμορφωτιστής, αλλά δεν έπαυε να’ ναι μισός άνθρωπος.

Πρώτα έχασε την ικανότητα της μεταμόρφωσης, ύστερα παρέλυσαν τα πόδια του, μετά τα χέρια του. Σιγά- σιγά οι αισθήσεις του άρχισαν να φθίνουν, ώσπου τελικά τις έχασε εντελώς. Πέθανε στον ύπνο του. Ακόμα θυμάμαι τους τελευταίους χτύπους της πρώτης ανθρώπινης καρδιάς που είχα ακούσει στη ζωή μου.

 

-ΤΕΛΟΣ-

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά