Ο Διαχειριστής της Πόλης (The Town Manager) – Μέρος Α’

by Αγγελική Ράδου

Το διήγημα του Thomas Ligotti “Ο Διαχειριστής της Πόλης” (The Town Manager) δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Weird Tales, στο τεύχος 333 την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου του 2003, ενώ το 2007 συμπεριλήφθηκε και στην ανθολογία τρόμου “Teatro Grottesco”. Μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά από την Αγγελική Ράδου με την άδεια του Thomas Liggotti και με μεγάλη μας τιμή και χαρά το δημοσιεύουμε στη Nyctophilia. 

Ένα γκρίζο πρωινό λίγο πριν την εισβολή του χειμώνα, ταξίδεψαν γρήγορα ανάμεσα μας κάποια ανησυχητικά νέα. Ο διαχειριστής της πόλης δεν ήταν στο γραφείο του, ούτε μπορούσε να τον βρει κανείς. Διερευνήσαμε την κατάσταση όσο μπορούσαμε. Αυτός ήταν απλά ο τρόπος που είχαμε αντιμετωπίσει παρόμοια περιστατικά στο παρελθόν.

Ο Καρνς, ο χειριστής του βαγονέτου που διέσχιζε την οδό Μέιν, εξέφρασε αρχικά την πιθανότητα πως ο διαχειριστής της πόλης δεν ήταν πια μαζί μας. Παρατήρησε πρώτος, καθώς περπατούσε από το σπίτι του προς τον σταθμό των βαγονέτων που βρισκόταν στην άλλη άκρη της πόλης, πως το θολό φωτιστικό που παρέμενε αναμμένο μέσα στο γραφείο του διαχειριστή, ήταν τώρα σβηστό.

Θα μπορούσε βέβαια να είχε απλώς καεί η λάμπα ή ίσως να είχε προκύψει βραχυκύκλωμα στο ηλεκτρικό σύστημα του μικρού γραφείου στην οδό Μέιν. Ίσως να είχε συμβεί εκτεταμένη διακοπή ρεύματος, η οποία επηρέαζε και τα δωμάτια πάνω από το γραφείο, εκεί όπου ζούσε ο διευθυντής από τη στιγμή που ανέλαβε τα καθήκοντα του. Σίγουρα όλοι τον γνωρίζαμε ως κάποιον που δεν τον ένοιαζε σε τι κατάσταση βρισκόταν το γραφείο ή ο προσωπικός του χώρος.

Συνεπώς, όσοι μαζευτήκαμε έξω από το γραφείο του διαχειριστή, εξετάσαμε σε κάποιο βαθμό τη θεωρία της νεκρής λάμπας καθώς και εκείνη του βραχυκυκλώματος. Η αναστάτωσή μας όμως μεγάλωνε. Ο Καρνς ήταν ο πιο ανήσυχος σχετικά με το ζήτημα, καθώς η παρούσα κατάσταση των πραγμάτων τον είχε ταλαιπωρήσει λίγο περισσότερο απ’ όλους, αν και μόνο για λίγα λεπτά. Όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετωπίζαμε ένα τέτοιο συμβάν. Έτσι, όταν ο Καρνς απαίτησε δράση, οι υπόλοιποι εγκαταλείψαμε το καταφύγιο της θεωρίας. «Ήρθε η ώρα να κάνουμε κάτι», είπε ο οδηγός του βαγονέτου. «Πρέπει να μάθουμε».

Art by SergiyKrykun.

Ο Ρίτερ, ο ιδιοκτήτης του τοπικού καταστήματος σιδερικών, έσπασε την πόρτα του γραφείου του διαχειριστή και πολλοί από μας άρχισαν να ψαχουλεύουν τριγύρω. Τα λιγοστά έπιπλα έδιναν την εντύπωση πως ο χώρος ήταν αρκετά συμμαζεμένος. Υπήρχε μόνο μια καρέκλα, ένα γραφείο, και η λάμπα πάνω στο γραφείο. Το πάτωμα ήταν κενό και οι τοίχοι γυμνοί. Ακόμα και τα συρτάρια του γραφείου, όπως ανακάλυψαν οι πιο περίεργοι της παρέας, ήταν όλα άδεια. Ο Ρίτερ εξέτασε την πρίζα όπου βρισκόταν συνδεδεμένο το καλώδιο της λάμπας ενώ κάποιος άλλος έλεγξε τον πίνακα ασφαλειών στο πίσω μέρος του γραφείου. Όλα αυτά όμως δεν ήταν παρά μέθοδοι καθυστέρησης. Κανένας δεν ήθελε να πιέσει τον διακόπτη, ώστε να μάθουμε αν πράγματι έχει καεί η λάμπα ή αν ,πιο δυσοίωνα, ο χώρος είχε αφεθεί σκόπιμα στο σκοτάδι. Αυτή η τελευταία πράξη, όπως όλοι γνωρίζαμε, σηματοδοτούσε για τον διαχειριστή το τέλος της θητείας του.

Κάποια περίοδο, ο σύνδεσμος μας με τις δημόσιες υπηρεσίες ήταν ένα παραδοσιακό δημαρχείο που ορθωνόταν στο νότιο άκρο της οδού Μέιν. Αντί για τη μικρή λάμπα που κρεμόταν σε ένα φαγωμένο από το χρόνο γραφείο, αυτή η εντυπωσιακή κατασκευή στολιζόταν από ένα μεγάλο πολυέλαιο. Το εκθαμβωτικό αντικείμενο χρησίμευε ως φάρος, αφού μας επιβεβαίωνε την παρουσία του επίσημου αρχηγού της πόλης. Όταν το δημαρχείο άρχισε να σαπίζει και έπρεπε τελικά να εγκαταλειφθεί, τα άλλα κτίρια έχασαν το φωτισμό τους –από τα ψηλότερα πατώματα της παλιάς όπερας (που επίσης εγκαταλείφτηκε με το πέρασμα του χρόνου) ως και την πρόσοψη του γραφείου που μέχρι πρόσφατα ήταν το κέντρο της διοίκησης της πόλης. Ερχόταν όμως πάντα μια μέρα που το φως έσβηνε χωρίς να το προσέξει κανείς.

Teatro Grottesco by SergiyKrykun.

«Δεν είναι επάνω», φώναξε ο Καρνς από το δωμάτιο του διευθυντή. Εκείνη τη στιγμή ανέλαβα την ευθύνη να πατήσω τον διακόπτη. Η λάμπα άναψε αφήνοντας άφωνους όσους βρίσκονταν στο δωμάτιο. Μετά από λίγο, κάποιος –ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος- είπε παραιτημένα, «Μας άφησε».

Αυτές ήταν οι λέξεις που έφτασαν στο πλήθος, έξω από το γραφείο του διαχειριστή, μέχρι που όλοι έμαθαν την αλήθεια. Κανείς δεν θεώρησε πως αυτή η εξέλιξη μπορεί να ήταν αποτέλεσμα φάρσας ή λάθους. Το μοναδικό συμπέρασμα ήταν πως ο διαχειριστής δεν είχε πια τον έλεγχο της πόλης και πως σύντομα θα γινόταν ένας νέος διορισμός, αν αυτό δεν είχε ήδη συμβεί.

Παρόλα αυτά έπρεπε να εξετάσουμε όλες τις πιθανότητες. Κατά τη διάρκεια εκείνου του γκρίζου πρωινού διενεργήθηκε μια έρευνα που κράτησε μέχρι το απόγευμα. Με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι έρευνες διεξάγονταν με μεγαλύτερη ταχύτητα και αποτελεσματικότητα και η εξαφάνιση του διαχειριστή λειτουργούσε ως προοίμιο της αντικατάστασης του από άλλον.  Τα κτίρια και τα σπίτια ήταν τώρα πολύ λιγότερα από εκείνα που αποτελούσαν την πόλη κατά την παιδική μου ηλικία. Ολόκληρα τμήματα που κάποτε ήταν περιοχές με πλούσια δραστηριότητα είχαν μεταμορφωθεί από μια αξιοσημείωτη φθορά σε άδεια οικόπεδα, όπου λίγα τούβλα και μερικά σπασμένα γυαλιά μαρτυρούσαν την αλλοτινή ζωή που υπήρξε εκεί, πέρα από τα αγριόχορτα και την αφυδατωμένη γη. Κατά τη διάρκεια της φιλόδοξης νεότητας μου, είχα αποφασίσει πως κάποια μέρα θα αποκτούσα ένα σπίτι στη μεγάλη γειτονιά που ήταν γνωστή ως Ο Λόφος. Η περιοχή ήταν ακόμα γνωστή με αυτή την ονομασία, έναν τίτλο που διατηρούσε, παρόλο που η συγκεκριμένη έκταση – τώρα ένα άδειο και άγριο κομμάτι γης – δεν υψωνόταν πια περισσότερο από το έδαφος που την περιέβαλλε.

Εφόσον ήμασταν πεπεισμένοι ότι ο διαχειριστής δεν βρισκόταν στην πόλη, πήγαμε στην εξοχή. Με τον ίδιο τρόπο που εξετάσαμε όλες τις πιθανότητες όσο ψάχναμε μέσα στα όρια της πόλης, συνεχίσαμε να ερευνούμε και πέρα από αυτά. Όπως είπα νωρίτερα, βρισκόμασταν στην αρχή του χειμώνα και έτσι υπήρχαν μόνο λίγα γυμνά δέντρα που εμπόδιζαν τη θέα καθώς περιπλανιόμασταν πάνω στη σκληρή γη. Κρατούσαμε τα μάτια μας ανοιχτά αλλά δεν μπορούσαμε να προσποιηθούμε τους σχολαστικούς ερευνητές.

Στο παρελθόν, δεν είχε βρεθεί ποτέ κανένας διαχειριστής, νεκρός ή ζωντανός, από τη στιγμή που εξαφανιζόταν και έσβηνε το φως στο γραφείο του. Το μόνο μας μέλημα ήταν να ενεργήσουμε με τρόπο που θα μας επέτρεπε να αναφέρουμε στον νέο διαχειριστή, όταν εμφανιζόταν, την προσπάθεια που είχαμε κάνει για να ανακαλύψουμε τα κατατόπια του προκατόχου του. Παρόλα αυτά, το συγκεκριμένο τελετουργικό έχανε συνεχώς την αξία του στα μάτια εκείνου που τον διαδεχόταν. Ο πιο πρόσφατος διάδοχος, μόλις που αναγνώρισε τις προσπάθειες μας να εντοπίσουμε το νεκρό ή ζωντανό σώμα του προηγούμενου. «Τι;» είπε καθώς πρόβαλλε γλαρωμένος πίσω από το γραφείο του.

«Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε», επανέλαβε κάποιος από μας που ηγούνταν της έρευνας που είχε λάβει χώρα στην αρχή της άνοιξης. «Έβρεχε συνέχεια», είπε κάποιος άλλος. Αφού άκουσε την αναφορά μας, ο διαχειριστής απάντησε ένα σκέτο, «Α, μάλιστα. Ναι, μπράβο» και μας άφησε για να επιστρέψει στον υπνάκο του.

«Γιατί ασχολούμαστε;» είπε ο Λήμαν ο κουρέας, ενώ βρισκόμασταν έξω από το γραφείο του διαχειριστή. «Ποτέ δεν βρίσκουμε τίποτα».

Τον παρέπεμψα μαζί με τους υπόλοιπους στο καταστατικό της πόλης, μια σύντομη αναφορά για την πόλη και τα περίχωρα της, κάθε που εξαφανιζόταν ο διαχειριστής. Αυτό ήταν μέρος μιας συμφωνίας που είχαν συνάψει οι ιδρυτές της πόλης και διατηρούνταν διαδοχικά σε κάθε γενιά. Δυστυχώς κανένα από τα αρχεία που είχαν αποθηκευτεί στην καινούργια όπερα, τα οποία και χάθηκαν στην ίδια φωτιά που κατέστρεψε το κακοφτιαγμένο κτήριο πριν μερικά χρόνια, δεν δήλωναν ξεκάθαρα με ποιον είχε γίνει η συγκεκριμένη συμφωνία. (Το καταστατικό της πόλης αποτελούνταν πια από κάποιες φτωχά συνταγμένες σημειώσεις, βασισμένες σε αναμνήσεις και παραδόσεις, παρόλο που οι λεπτομέρειες του δεν αμφισβητούνταν ποτέ). Εκείνη την περίοδο οι ιδρυτές έκαναν αναμφίβολα αυτό που θεωρούσαν καλύτερο για την επιβίωση και την ευημερία της πόλης, προχωρώντας σε μια συμφωνία που δέσμευε τους απογόνους τους με τον ίδιο τρόπο. Δεν υπήρχε τίποτα το ασυνήθιστο σε τέτοιου είδους πράξεις και συμφωνίες.

«Μα αυτό συνέβη πριν χρόνια», είπε ο Λήμαν εκείνο το βροχερό, ανοιξιάτικο απόγευμα. «Εγώ νομίζω πως ήρθε η ώρα να μάθουμε με ποιον έχουμε να κάνουμε».

Detail from the cover of “The Conspiracy Against the Human Race: A Contrivance of Horror”.

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν μαζί του. Και ‘γω δεν διαφώνησα. Παρόλα αυτά δεν καταφέραμε να συζητήσουμε το θέμα με τον παλιό διαχειριστή. Καθώς όμως περπατούσαμε στην ύπαιθρο εκείνη την ημέρα, την τόσο κοντινή στην αρχή του χειμώνα, ορκιστήκαμε να θέσουμε ορισμένες ερωτήσεις στο νέο διαχειριστή της πόλης, που συνήθως έφτανε αμέσως-μερικές φορές ακόμα και την ίδια μέρα- μετά την εξαφάνιση ή την παραίτηση του προκατόχου του.

Το πρώτο ζήτημα που επιθυμούσαμε να συζητήσουμε ήταν ο λόγος για τον οποίο έπρεπε να διενεργούμε άκαρπες έρευνες για αγνοούμενους διαχειριστές. Κάποιοι από μας πίστευαν πως οι έρευνες ήταν απλώς ένας τρόπος να μας αποσπάσουν την προσοχή ώστε να αναλάβει ο καινούργιος, πριν κανείς παρατηρήσει με ποιο τρόπο έφθασε ή από ποια κατεύθυνση ήρθε. Άλλοι είχαν την άποψη πως αυτές οι αποστολές εξυπηρετούσαν πράγματι κάποιο σκοπό, παρόλο που μας ήταν ακατανόητος. Έτσι κι αλλιώς, ήμασταν όλοι σύμφωνοι πως είχε έρθει πια η στιγμή για την πόλη –δηλαδή, για ό,τι είχε απομείνει από αυτή- να εισέλθει σε μια νέα και περισσότερο διαφωτιστική περίοδο της ιστορίας της. Μόλις όμως φτάσαμε στο κατεστραμμένο αγροτόσπιτο, οι αποφάσεις μας διαλύθηκαν στη σκοτεινιά που τύλιγε τη μέρα.

Το ρημαγμένο αγροτόσπιτο και η ξύλινη αποθήκη που ορθωνόταν παραδίπλα, σηματοδοτούσαν παραδοσιακά το τέλος της έρευνας και την επιστροφή μας στην πόλη. Ο ήλιος κόντευε να δύσει, γεγονός που μας έδινε αρκετό χρόνο για να επιστρέψουμε στα σπίτια μας πριν πέσει το σκοτάδι, αν ερευνούσαμε τυπικά το αγροτόσπιτο και την αποθήκη του. Ποτέ όμως δεν φτάσαμε τόσο μακριά. Αυτή τη φορά μείναμε σε απόσταση από το αγροτόσπιτο, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα ακανόνιστα αιχμηρό και λοξό περίγραμμα με φόντο τον γκρίζο ουρανό, καθώς και από την αποθήκη, μια στενή κατασκευή από σανίδες που κάποιος είχε φτιάξει πριν καιρό. Υπήρχε μια επιγραφή κατά μήκος αυτών των αποσαθρωμένων ξύλων, με σημάδια που κανείς μας δεν είχε ξαναδεί.  Ήταν χαραγμένα στο ξύλο σαν από αιχμηρή λεπίδα. Κάποια από τα γράμματα έλειπαν ή ήταν δυσανάγνωστα στα σημεία όπου τα ξύλα χωρίζονταν το ένα από το άλλο. Ο Καρνς, ο τύπος με το τρόλεϊ στεκόταν δίπλα μου.

«Λέει αυτό που νομίζω;» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά.

«Έτσι πιστεύω».

«Και το φως μέσα;»

«Σαν αποκαΐδια που σιγοκαίουν» είπα, κοιτάζοντας την κοκκινωπή λάμψη που έβγαινε από τις ξύλινες περσίδες της αποθήκης.

Έχοντας παραδεχτεί την άφιξη του νέου διευθυντή – από όποια κατεύθυνση και με όποιο τρόπο κι αν ήρθε – γυρίσαμε όλοι προς την άλλη κατεύθυνση και περπατήσαμε σιωπηλοί προς την πόλη, βηματίζοντας αργά μέσα στο γκρίζο τοπίο που μέρα με τη μέρα κυριευόταν από τον επερχόμενο χειμώνα.

Art by SergiyKrykun.

Συμφιλιωθήκαμε γρήγορα με όσα είχαμε ανακαλύψει κατά τη διάρκεια της έρευνας μας ή τουλάχιστον είχαμε φτάσει σε ένα σημείο όπου πια δεν εκφράζαμε ανοιχτά την ανησυχία μας. Είχε πραγματικά σημασία αν ο τωρινός κάτοχος της θέσης, είχε επιλέξει αντί για το κτήριο στην Οδό Μέιν με την επιγραφή ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ πάνω από την πόρτα, ένα παράπηγμα όπου στα σαπισμένα ξύλα του βρισκόταν χαραγμένη η ίδια λέξη; Τα πράγματα πήγαιναν πάντα προς αυτή την κατεύθυνση. Κάποτε ο διαχειριστής χειριζόταν τις υποθέσεις του από τα γραφεία που βρίσκονταν στο δημαρχείο και ζούσε σε ένα ωραίο σπίτι στην περιοχή που ήταν γνωστή ως Λόφος. Τώρα ο προϊστάμενος θα δούλευε μέσα σε μια ανεμοδαρμένη παράγκα, δίπλα σε ένα κατεστραμμένο αγροτόσπιτο. Τίποτα δεν έμενε ίδιο για πολύ καιρό. Η αλλαγή ήταν ο πυρήνας της ζωής μας.

Η δική μου κατάσταση ήταν συνηθισμένη. Όπως ανέφερα νωρίτερα, ήθελα πάντα να αποκτήσω μια κατοικία στο Λόφο. Για κάποιο διάστημα διατηρούσα μια επιχείρηση διανομών που θα με οδηγούσε σχεδόν σίγουρα στην εκπλήρωση του στόχου μου. Όταν όμως έφτασε ο παλιός διαχειριστής, εγώ σφουγγάριζα το πάτωμα στο κουρείο του Λήμαν, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα όσες περίεργες δουλειές προέκυπταν. Όπως και να ‘χει, η προσπάθεια μου να φτιάξω μια επιτυχημένη επιχείρηση διανομών αποδείχθηκε άκαρπη. Η περιοχή του Λόφου είχε διαβρωθεί.

Συνεχίζεται…

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Β’.

Cover art by SergiyKrykun.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά