Caitlín R. Kiernan – Siobhan Quinn Trilogy

by Αταλάντη Ευριπίδου

Αν είστε οπαδοί της λογοτεχνίας τρόμου, σίγουρα το όνομα Caitlín R. Kiernan δεν σας είναι άγνωστο – αν σας είναι, ελπίζω στις επόμενες παραγράφους να σας πείσω ότι δεν πρέπει να σας μείνει άγνωστο. Προσωπικά, την ανακάλυψα με μάλλον ανορθόδοξο τρόπο: μου έδωσαν να διαβάσω ένα spin-off της για το “The Sandman” του Neil Gaiman, με τίτλο “The Girl Who Would Be Death”. Τη συνάντησα, λοιπόν, μέσα από τα κόμιξ και, χρόνια μετά, η γνωριμία μας ανανεώθηκε όταν διάβασα το μυθιστόρημά της, Threshold. Και αυτή ήταν η αρχή μιας σχέσης βαθιάς αναγνωστικής αγάπης που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Η ίδια η Caitlín R. Kiernan δεν συμπαθεί καθόλου τις λογοτεχνικές ταμπέλες. Μάλιστα, θυμάμαι πως έγραφε στην ιστοσελίδα της ότι δεν θεωρεί πως γράφει λογοτεχνία τρόμου και πως, αν μπορούσε να ονοματίσει κάπως το είδος της, θα το έλεγε ψυχολογικό. Κι όμως, έχει πάρει τέσσερις φορές το International Horror Guild Award και έχει επίσης κερδίσει ένα Bram Stoker, ενώ ήταν υποψήφια για άλλα εφτά, για τρία Locus, τρία World Fantasy Awards, ένα Nebula και δύο BSFA. Αλλά, απόψε, δε θα σας μιλήσω για τον τρόμο της. Απόψε, θα σας μιλήσω για το φανταστικό της.

Όταν διάβασα – πάνε τρία χρόνια – ότι η Kiernan θα έβγαζε με το ψευδώνυμο Kathleen Tierney, μια σειρά βιβλίων αστικής φαντασίας, πέταξα από τη χαρά μου. Κι όταν το έπιασα στα χέρια μου και διάβασα στον πρόλογό της τη δήλωση: “this is me taking back the language of the night“, η χαρά μου πολλαπλασιάστηκε, γιατί ακριβώς αυτό ήταν που περίμενα να διαβάσω και, όπως αποδείχτηκε, αυτό ακριβώς διάβασα τελικά. Κι αν γράφω τώρα όλα αυτά που μοιάζουν άσχετα, είναι επειδή πρόκειται για μία μοναδική και ιδιαίτερη συγγραφέα, της οποίας η ανάγνωση δεν είναι μονάχα απόλαυση, αλλά και βίωμα και εμπειρία ταυτόχρονα.

Πρωταγωνίστρια της τριλογίας είναι η Siobhan Quinn, ένα πρεζόνι που στάθηκε αρκετά άτυχο ώστε να δαγκωθεί από έναν βρικόλακα και έναν λυκάνθρωπο την ίδια νύχτα. Η καημένη Quinn (που μισεί το όνομά της και προτιμάει να την αποκαλούν με το επίθετό της) βρίσκεται να δουλεύει ως κυνηγός υπερφυσικών πλασμάτων για λογαριασμό ενός μυστήριου άντρα, τον οποίο αποκαλεί Mean Mr B., γιατί κάθε φορά που συναντιούνται χρησιμοποιεί και κάποιο διαφορετικό όνομα που αρχίζει από το γράμμα B.

Στο πρώτο βιβλίο, με τίτλο “Blood Oranges”, μπλέκεται σε μια βεντέτα ανάμεσα σε δύο πολύ ισχυρούς βρικόλακες – μία εκ των οποίων τυχαίνει να είναι αυτή που τη δάγκωσε. Αυτό το πρώτο βιβλίο είναι, φυσικά, το πιο κομβικό. Εδώ μαθαίνουμε το παρελθόν της ηρωίδας και όλα όσα χρειάζεται να ξέρουμε γι’ αυτήν. Η Quinn μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο, αλλά από την αρχή μας ξεκαθαρίζει πως είναι αφηγήτρια στην οποία δεν μπορούμε να βασιστούμε, μιας και όλα τα πρεζόνια λένε ψέματα. Μαθαίνουμε πως, πέρα από εθισμένη, είναι επίσης ομοφυλόφιλη και πως η έκφραση “μια κακιά στιγμή” θα μπορούσε να περιγράφει όλη τη ζωή της. Μαθαίνουμε πως είναι κυνική, πως έχει χιούμορ και πως αγαπά να κάνει αναφορές στην ποπ κουλτούρα. Εν πολλοίς, είναι μια πρωταγωνίστρια αστικής φαντασίας που απομακρύνεται τόσο πολύ από το συνηθισμένο καλούπι, που οι Ανίτες Μπλέηκ και οι Σούκες Στάκχαουζ μοιάζουν μικροσκοπικές κουκκίδες από εκεί που στέκεται.

Στο δεύτερο βιβλίο, το “Red Delicious”, τα πράγματα για την ηρωίδα μας δυσκολεύουν. Προσλαμβάνεται από μια πάμπλουτη νεκρομάντη για να βρει την εξαφανισμένη αδερφή της. Βέβαια, όταν κυνηγοί βρικολάκων και δαίμονες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για την υπόθεση αυτή, η Quinn τα βρίσκει σκούρα και αναγκάζεται να ρισκάρει και να τα παίξει όλα για όλα. Το “Red Delicious” είναι, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο μυθιστόρημα της τριλογίας. Προχωράει τον χαρακτήρα και την κοσμοπλασία, ενώ ταυτόχρονα αποδίδει άψογα μια ατμόσφαιρα σκληροπυρηνικού νουάρ, με άφθονες ανατροπές και υπερφυσικά πλάσματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έχει μοιραίες γυναίκες, έχει ένα πολύτιμο μαγικό αντικείμενο που το θέλουν όχι, έχει μια “ντετέκτιβ” την οποία προδίδουν όλοι όσοι εμπιστεύεται και έχει και αίμα, θάνατο και ξύλο επίσης. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Το βιβλίο καταλήγει με την Quinn να γυρνάει την πλάτη της σε όλα όσα ήξερε, και έκανε ως τότε, και να αναζητά το δικό της δρόμο.

Στο τρίτο και τελευταίο βιβλίο, το “Cherry Bomb”, τη βρίσκουμε τρία χρόνια αργότερα, βολεμένη σε μια ανούσια σχέση με μια θνητή γυναίκα που αρέσκεται να της πίνουν το αίμα και να την εξουσιάζουν. Μέχρι που εμφανίζεται στη ζωή της η Selwyn, μια κοπέλα που θέλει να χωθεί στον σκοτεινό κόσμο της Quinn και που ο τρόμος και οι φρίκες της νύχτας την εξιτάρουν. Και, κάπως έτσι, η Quinn θα βρεθεί μπλεγμένη σε μια αρχέγονη διαμάχη μεταξύ γκουλ και τζιν και θα πρέπει να σώσει τον κόσμο – για μία ακόμη φορά. Αυτό είναι μάλλον το πιο άνισο μυθιστόρημα της σειράς: το πρώτο μισό του είναι πολύ αργό και το δεύτερο μισό του είναι τόσο γεμάτο πλοκή που θα χρειαζόταν ένα ακόμη βιβλίο για να χωρέσει ολόκληρη ικανοποιητικά. Ωστόσο, οι παλιοί χαρακτήρες μου άρεσαν, οι νέοι χαρακτήρες μου άρεσαν και, τελικά, λυπήθηκα που η σειρά ολοκληρώθηκε γιατί είχα πραγματικά αγαπήσει την Quinn και τα συγκεκριμένα βιβλία ήταν ό,τι πιο ιδιαίτερο έχει τύχει να διαβάσω σε αστική φαντασία.

Η Caitlín R. Kiernan χρησιμοποιεί την πολύχρονη εμπειρία της στη λογοτεχνία τρόμου για να μας δώσει μια τριλογία urban fantasy όπου τα τέρατα είναι τρομακτικά, η νύχτα είναι κατάμαυρη και δίχως άστρα και οι επιλογές είναι περιορισμένες κι η μία χειρότερη από την άλλη. Χρησιμοποιεί σα φόντο το Providence, τη γενέτειρα του Λάβκραφτ, και πετυχαίνει να μετατρέψει την ίδια την πόλη σε χαρακτήρα – κάτι δύσκολο αλλά και απαραίτητο στο συγκεκριμένο υποείδος. Εναλλάσσει το χιούμορ με τον τρόμο και τον ερωτισμό με τον κυνισμό τόσο ομαλά και αποτελεσματικά, που η φωνή της υπερφυσικής πρωταγωνίστριας καταλήγει να μοιάζει φυσική και ρεαλιστική. Και, φυσικά, η Kiernan γράφει υπέροχα. Αν και εδώ χρησιμοποιεί περισσότερο σκληρή και λιγότερο λυρική γλώσσα σε σχέση με τα βιβλία τρόμου της που έχω διαβάσει, υπάρχουν στιγμές που ο λυρισμός της ξεμυτίζει ανάμεσα στη σκληρότητα και το ταλέντο της στο λόγο ξεδιπλώνεται.

Οφείλω να σας προειδοποιήσω, όμως: η τριλογία αυτή δεν είναι για όλους. Αν σας αρέσουν σειρές όπως αυτές της Ανίτα Μπλέηκ ή της Σούκι Στάκχαουζ που ανέφερα παραπάνω, μάλλον τα βιβλία της Siobhan Quinn δε θα σας ικανοποιήσουν. Αν σας αρέσει αυτό που λέμε paranormal romance, μία από τα ίδια. Αλλά, αν αισθάνεστε ριψοκίνδυνοι και θέλετε να δοκιμάσετε κάτι διαφορετικό, τότε τολμήστε το και δε θα χάσετε.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά