Σκοτάδι.
Το κορμί του ανατρίχιαζε ολόκληρο από ένα ψίθυρο, που διαπερνούσε κάθε εκατοστό της ίδιας του της ύπαρξης, σα να προσπαθούσε να γίνει με τη βία κομμάτι της σκέψης του. Αισθανόταν πόνο σε όλο του το σώμα και τα βλέφαρά του βαριά, σα να είχε βυθιστεί σε έναν άσχημο ύπνο. Δε θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε κοιμηθεί και ήταν σίγουρος ότι ακόμη και εάν το είχε κάνει, τότε τα όνειρα δε θα έπρεπε με τίποτα να μοιάζουν με αυτό που ζούσε τώρα. Η καρδιά του χτυπούσε ξέφρενα και ένα έντονο κύμα ακαθόριστου, παράλογου φόβου άρχισε να αγκαλιάζει στοργικά τη συνείδησή του, παρ’όλη την προσπάθεια του ίδιου να αποβάλλει αυτό το άσχημο συναίσθημα. Ο ψίθυρος συνέχισε να τρυπάει τα αυτιά του, πιο έντονα και επιτακτικά αυτή τη φορά, χωρίς ωστόσο οι λέξεις να καταφέρουν να γίνουν αντιληπτές στον άντρα. Προσπάθησε να σηκωθεί, καθώς συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος και ένιωσε το σώμα του απίστευτα βαρύ, σα να κουβαλούσε πάνω του τις αμαρτίες και τον πόνο όλου του κόσμου. Άνοιξε αργά τα μάτια του, χωρίς να είναι σίγουρος ότι θα του άρεσε αυτό που θα αντίκριζε. Όταν το έκανε, ευχήθηκε να τα είχε κρατήσει κλειστά.

Τριγύρω του, μια ομίχλη σκέπαζε σα στοργική μητέρα το έδαφος, δημιουργώντας τριγύρω μια απόκοσμη, λευκή αύρα. Ο άντρας ανατρίχιασε και κατάλαβε το πόσο πολύ είχε αρχίσει να κρυώνει. Προσπάθησε να δει τι φορούσε, αλλά με τρόμο διαπίστωσε ότι δε μπορούσε να δει το σώμα του. Ήξερε ότι τα χέρια του ήταν εκεί, τα πόδια του επίσης, αλλά κάθε του σκέψη και προσπάθεια να τα δει απέβαινε μάταιη. Κούνησε τα χέρια του σα μανιακός, προσπάθησε να τα φέρει μπροστά στο πρόσωπό του, παρόλα αυτά κάτι τον σταματούσε. Κοίταξε τριγύρω, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια προκειμένου να βρει κάτι που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεφύγει από αυτή την παράξενη και πρωτόγνωρη κατάσταση. Τότε είδε τους υπόλοιπους. Άντρες και γυναίκες, ή τουλάχιστον ότι είχε απομείνει από αυτούς, κείτονταν ακίνητοι στο έδαφος, με τα σώματα τους άσχημα διαμελισμένα, μέσα σε τεράστιες λίμνες αίματος. Το στομάχι του σφίχτηκε, άρχισε να περπατάει σιγά σιγά ανάμεσα στα πτώματα, μη μπορώντας να καταλάβει όχι μόνο τι προκάλεσε όλη αυτή τη σφαγή, αλλά και το πώς είχε καταφέρει να ξεφύγει – αν είχε καταφέρει να ξεφύγει.

Προχωρούσε μηχανικά, προσπαθώντας να μη σκέφτεται τους νεκρούς που μόλις είχε προσπεράσει. Ο ψίθυρος όσο προχωρούσε, τον ακολουθούσε και δεν τον άφηνε σε ησυχία, επαναλαμβάνοντας λόγια που δεν είχαν κανένα νόημα, αλλά κάνοντας το με τόσο επιβλητικό και απότομο τρόπο, που ο άντρας είχε αρχίσει να αισθάνεται περίεργα.
“Με ακούς Τζακ;” ακούστηκε μια φωνή, όχι πολύ πιο μακριά από εκεί που περπατούσε ο άντρας.
Πάγωσε. Σταμάτησε απότομα το βήμα του, καθώς οι παλμοί της καρδιάς του άρχισαν για ακόμη μια φορά να ανεβαίνουν ξέφρενα. Είχε ακούσει αυτό το όνομα, κάτι του θύμιζε, αλλά δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς. Το στήθος του σφίχτηκε και ένα έντονο πνίξιμο, ξεκινώντας από το στήθος, άρχισε να τον καταβάλει. Το όνομα που είχε ακούσει σίγουρα ήταν σημαντικό, αλλά δεν είχε ιδέα γιατί. Άρχισε να περπατάει προς τα εκεί που ακούστηκε η φωνή, χωρίς να είναι σίγουρος ότι το ήθελε. Τα βήματα του άρχισαν να γίνονται πιο γρήγορα και πιο σίγουρα, όσο βάδιζε προς την κατεύθυνση της φωνής. Η ομίχλη τριγύρω του συνέχισε να καλύπτει το έδαφος και το κρύο είχε αρχίσει να γίνεται πλέον ανυπόφορο. Θα έπρεπε να βρει τρόπο να ζεσταθεί. Και σύντομα.

“Εδώ, Τζακ”, άκουσε τη φωνή να ξαναλέει. Ήταν γυναικεία, γλυκιά και μελωδική, αν και δεν ακουγόταν λιγότερο απόκοσμη από το ψίθυρο. Ο ψίθυρος! Ο άντρας σταμάτησε και αφουγκράστηκε. Όντως, από την στιγμή που ακούστηκε η φωνή της γυναίκας, ο αηδιαστικός ψίθυρος είχε χαθεί κάπου μέσα σε ατέρμονες σκέψεις, αδυνατώντας να σκαρφαλώσει και πάλι στην κορυφή της συνείδησης του άντρα. Όποια και να ήταν αυτή η γυναίκα, είχε καταφέρει να σταματήσει τον ψίθυρο, και αυτό του αρκούσε. Προχώρησε λίγο ακόμη, και τότε, πίσω από κάποια πανύψηλα δέντρα, την είδε να ξεπροβάλλει. Η γυναίκα ήταν ψηλή, με όμορφο αλλά χλωμό πρόσωπο και καταγάλανα διαπεραστικά μάτια.
“Καλώς ήρθες”, του είπε χαμογελώντας. Για πρώτη φορά μετά από αρκετή ώρα, ο άντρας ένιωσε ένα αίσθημα ασφάλειας. Η γυναίκα προχώρησε με αργά βήματα προς το μέρος του, αλλά ο άντρας δεν ένιωθε καμία απειλή από την ίδια, και παρέμεινε στην θέση του.
“Ποιά είσαι; Και τι είναι αυτό το μέρος”, κατάφερε να ρωτήσει, διστακτικά ακόμη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έκανε ένα τέτοιο πλάσμα σε ένα τόσο απόκοσμο μέρος, αλλά είχε αποφασίσει ότι αν μπορούσε να τον βοηθήσει, τότε θα έκανε όσο το δυνατόν λιγότερες ερωτήσεις γινόταν.
Η γυναίκα πλησίασε κοντά του, κοιτώντας τον κατευθείαν μέσα στα μάτια. Η γλυκύτητα και η ηρεμία που ξεχύνονταν από μέσα της, είχε αρχίσει να επηρεάζει και τον ίδιο.
“Το όνομά μου, είναι Μπιναντέτ”, του είπε.
Εκείνη την στιγμή, ο άντρας ένιωσε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Συνειδητοποίησε κάτι, το οποίο δεν είχε μπει καθόλου στον κόπο να σκεφτεί προηγουμένως. Δε θυμόταν το όνομά του.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

1 comment

Memento Mori (Μέρος Β') | 8 Φεβρουαρίου 2016 - 8:43 ΜΜ

[…] ΕΔΩ το πρώτο […]

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά