Ο Richard K. Morgan έγινε γνωστός στο αναγνωστικό κοινό το 2002, με το πρώτο βιβλίο μιας τριλογίας επιστημονικής φαντασίας, το “Altered Carbon” (“Θνητοί Θεοί”, όπως κυκλοφόρησε στα ελληνικά). Το 2003 τιμήθηκε με το βραβείο Philip K. Dick για το συγκεκριμένο βιβλίο – το οποίο, απ’ ό,τι μαθαίνω, σύντομα θα δούμε σε σειρά στο Netflix. Σήμερα, ωστόσο, δεν θα ασχοληθούμε με την επιστημονική φαντασία του Richard Morgan, αλλά με το φανταστικό του και, συγκεκριμένα, το πρώτο βιβλίο μιας άλλης τριλογίας, με τίτλο “A Land Fit For Heroes“.

Τη συγκεκριμένη τριλογία δεν την είχα καν ακουστά, μου την πρότειναν, όμως, και από την περιγραφή και μόνο μου φάνηκε πως θα είχε πολλά στοιχεία που θα μου άρεσαν (αυτό θα βγάλει περισσότερο νόημα στις επόμενες παραγράφους, το υπόσχομαι). Έψαξα, λοιπόν, τον πρώτο τόμο και με το που είδα τον τίτλο του ψήθηκα να το διαβάσω – τι ψήθηκα, κάρβουνο έγινα. Όπως και να το κάνουμε, όταν κάτι σου σερβίρεται με το όνομα “The Steel Remains” (“Το Ατσάλι Παραμένει”), είσαι προετοιμασμένος για μεγάλες καφρίλες. O Richard Morgan δεν απογοητεύει καθόλου στον τομέα αυτόν γιατί καφρίλες προσφέρει απλόχερα στον αναγνώστη. Ωστόσο, προσφέρει και πολλά άλλα πράγματα, αξιόλογα και σημαντικά, που συχνά λείπουν από τη σύγχρονη λογοτεχνία του φανταστικού.

Βασικός πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Ringil, ένας ομοφυλόφιλος πολεμιστής, ξεχασμένος ήρωας ενός πολέμου που τέλειωσε χρόνια πριν, ευγενής λόγω αίματος αλλά απόκληρος λόγω των ερωτικών του προτιμήσεων, που κουβαλάει σχεδόν τόσες εσωτερικές πληγές όσες και τύψεις. Η μητέρα του τον προσεγγίζει μετά από καιρό και του ζητάει να βρει και να απελευθερώσει την ξαδέρφη του που πουλήθηκε σκλάβα λόγω χρεών του συζύγου της. Αυτή του η αναζήτηση, θα φέρει τον Ringil αντιμέτωπο με τους εκπροσώπους μιας μυθικής φυλής που λέγεται ότι κατοικεί πέρα από τον τόπο και τον χρόνο, τους dwenda. Προβλήματα με τους dwenda, όμως, αντιμετωπίζουν και δυο παλιοί συμπολεμιστές του, σε τελείως άσχετες μεταξύ τους γωνιές του κόσμου: η Archeth, σύμβουλος του Αυτοκράτορα, και ο Egar, πολέμαρχος του Βορρά. Οι τύχες τους ενώνονται και πάλι, εξυπηρετώντας σχέδια τα οποία δεν μπορούν να διακρίνουν.

Θέλω να αρχίσω από τον ελέφαντα στο δωμάτιο: τη σεξουαλική ταυτότητα του κεντρικού χαρακτήρα. Ο λόγος που αυτό είναι σημαντικό είναι όχι τόσο το ότι δεν γίνεται συχνά στη λογοτεχνία του φανταστικού, γιατί παραδείγματα υπάρχουν εδώ και κάμποσες δεκαετίες, όσο το ότι δεν γίνεται συχνά με αυτόν τον τρόπο. Εδώ η ομοφυλοφιλία του Ringil έχει υπάρξει τόσο κομβική στη ζωή του και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του που, πραγματικά, είναι εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο της προσωπικότητάς του. Από την άλλη, ποτέ δεν καταλήγει καρικατούρα  – από την αρχή μέχρι το τέλος,  ο Morgan γράφει τον πρωταγωνιστή τόσο ρεαλιστικά και τόσο καλά ψυχολογημένα που σε πείθει απόλυτα ότι, ναι, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν ένας αληθινός άνθρωπος. Και, μάλιστα, ένας άνθρωπος με τον οποίο θα ήθελες να κάνεις παρέα. Κι αυτό είναι το πραγματικά συναρπαστικό: ο συγγραφέας δεν αρκέστηκε απλά στο να πετάξει έναν ομοφυλόφιλο χαρακτήρα στην ιστορία του και να τον γράψει στερεοτυπικά – όχι. Τον έκανε πρωταγωνιστή, πολύπλευρο και βαθύ, δίνοντας ακριβώς την πρέπουσα σημασία στη σεξουαλική του ταυτότητα: τον καθορίζει, χωρίς να τον ορίζει.

Σε αυτό το πρώτο βιβλίο, η πλοκή είναι αρκετά απλή και, σε μερικά σημεία, ακόμη και αργή. Ο Richard Morgan επικεντρώνεται κυρίως στους χαρακτήρες και την κοσμοπλασία, όπως είναι και απόλυτα λογικό. Αλλά, όταν πέφτει ξύλο, είναι βρόμικο – γεμάτο αίμα, μυαλά και εντόσθια. Η γραφή είναι πολύ καλή και το ύφος της εξυπηρετεί τέλεια αυτήν την ιστορία κυνικών (αντι)ηρώων που δεν πιστεύουν ότι ο κόσμος μπορεί να σωθεί ή να γίνει καλύτερος, αλλά σκοπεύουν να προσπαθήσουν παρ’ όλα αυτά. Ένα συχνό μοτίβο του Morgan, το οποίο αγαπώ ιδιαίτερα, είναι οι απροσδόκητες παρομοιώσεις. Μία που μου έμεινε, για παράδειγμα: “under a sky the color of spilled brains”. Οι χαρακτήρες και η κοσμοπλασία αλληλοσυμπληρώνονται άριστα και ο αναγνώστης σε κανένα σημείο δεν “μπουκώνει” από την πολλή πληροφορία. Όλα χτίζονται σταδιακά, μέσα από σύντομες αναδρομές στο παρελθόν και διαλόγους μεταξύ χαρακτήρων. Πέρα από τους πρωταγωνιστές, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες αναπτύσσονται εντυπωσιακά καλά, ακόμη κι αν δεν εμφανίζονται για περισσότερο από λίγες σελίδες – κι αυτό επίσης είναι σπάνιο, όχι μόνο στη λογοτεχνία του φανταστικού, αλλά και γενικότερα.

Αν ένα αρνητικό θα είχα να επισημάνω, αυτό είναι ότι στις τελευταίες 30 σελίδες, περίπου, το βιβλίο γκαζώνει και η αλλαγή στο ρυθμό σε σχέση με τις προηγούμενες 400 είναι πολύ εμφανής. Ωστόσο, το συνολικό πρόσημο είναι τόσο θετικό που δεν με πείραξε καθόλου αυτό. Δεν ξέρω αν φαίνεται, αλλά το βιβλίο το λάτρεψα. Και, ναι, εξακολουθώ να βρίσκω τον τίτλο του αριστουργηματικό.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά