“Βερενίκη” του Ε. Α. Poe: Μια λογοτεχνική ανάλυση

by Nyctophilia

Η «Βερενίκη» είναι μια από τις πιο σύντομες αλλά παράλληλα και από τις πιο βίαιες ιστορίες τρόμου του Έντγκαρ Άλαν Πόου. Δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Southern Literary Messenger τον Μάρτιο του 1835.

Ο αφηγητής Αιγέας μεγαλώνει σε μια μεγάλη, ζοφερή έπαυλη με την ξαδέρφη του Βερενίκη. Πρόκειται για έναν μοναχικό χαρακτήρα που υποφέρει από έναν τύπο ψυχαναγκαστικής διαταραχής, μια μονομανία, που τον κάνει να αναπτύσσει εμμονική προσκόλληση με συγκεκριμένα αντικείμενα.

«βυθίζονταν σ’ ένα ενδελεχή στοχασμό, ακόμα και για τα πιο συνηθισμένα πράγματα του κόσμου» .

Βιώνει περιόδους έντονης εστίασης κατά τις οποίες αποσπάται εντελώς και διαχωρίζεται από τον έξω κόσμο. Ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει:

«Οι συλλογισμοί μου ποτέ δεν ήταν ευχάριστοι και όταν έληγε η ονειροπόληση, η πρωταρχική αιτία, που ποτέ δεν είχε χαθεί από το οπτικό μου πεδίο, είχε αποκτήσει εκείνο το υπερφυσικό διογκωμένο ενδιαφέρον που ήταν και το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πάθησης μου».

Από την άλλη η ξαδέρφη του, η Βερενίκη, αρχικά παρουσιάζεται ως μια όμορφη και γεμάτη ενέργεια νέα, η οποία όμως πάσχει από κάποια εκφυλιστική ασθένεια, με περιόδους καταληψίας. Ενώ πρόκειται να παντρευτούν, η κατάστασή της επιδεινώνεται και τίποτα πλέον πάνω της δεν θυμίζει την παλιά της εικόνα εκτός από τα δόντια της, τα οποία γίνονται αντικείμενο εμμονής του Αιγέα.

«Ας έδινε ο θεός να μην τα αντίκριζα ποτέ, ή την ώρα που τα αντίκριζα να πέθαινα… από το ταραγμένο δώμα του μυαλού μου δεν είχε φύγει, αλίμονο! Ούτε θα έφευγε ποτέ, το λευκό και αποτρόπαιο φάσμα των δοντιών της. Ούτε ένα στίγμα στην επιφάνειά τους, ούτε μια σκιά στο σμάλτο τους, ούτε μια ατέλεια στις άκρες τους».

Τα δόντια της Βερενίκης μονοπωλούν τη σκέψη του, εξετάζει κάθε λεπτομέρειά τους από κάθε οπτική γωνία και με τη φαντασία του τους προσδίδει  μια ευαίσθητη και αισθαντική δύναμη που κάνει τη μανία του γι’ αυτά ακόμα μεγαλύτερη.

«Από τα τόσα πράγματα του εξωτερικού κόσμου, εγώ δεν σκεφτόμουν παρά τα δόντια της. Εκείνα λαχταρούσα με φρενιασμένο πόθο… Ένιωθα πως και μόνο η απόκτησή τους θα αποκαθιστούσε την πνευματική μου γαλήνη, θα μου ξανάδινε πίσω τη λογική μου».

Τελικά η Βερενίκη πεθαίνει και θάβεται, ενώ κάποια στιγμή αργότερα ο Αιγέας βρίσκεται καθισμένος στη βιβλιοθήκη με έντονο αίσθημα ανησυχίας και φρίκης χωρίς όμως να είναι σε θέση να εντοπίσει την πηγή προέλευσής του. Δεν έχει μνήμη από το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της ταφής και της παρούσας στιγμής, παρά μόνο την αντήχηση από ένα διαπεραστικό ουρλιαχτό μιας γυναικείας φωνής. Δίπλα του στο τραπέζι παρατηρεί ένα μικρό κουτί και ένα βιβλίο με υπογραμμισμένη μια φράση του ποιητή Ιμπν Ζαγιάτ «Dicebant mihi sodales, si sepulchrum amicae visitarem, curas meas aliquantulum fore levatas» που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως: «Μου έλεγαν οι φίλοι μου πως, αν επισκεπτόμουν τον τάφο της αγαπημένης, θα γαλήνευε κάπως η αγωνία μου». Ο αφηγητής υποσυνείδητα έχει επίγνωση της αποτρόπαιης πράξης του, γι’ αυτό και στη θέα του κουτιού σε συνδυασμό με την ανάγνωση των παραπάνω στίχων ανατριχιάζει και νιώθει το αίμα του να παγώνει στις φλέβες του.

Η ιστορία τελειώνει με την εμφάνιση του υπηρέτη,  ο οποίος έντρομος πληροφορεί τον Αιγέα ότι ο τάφος της αγαπημένης του έχει παραβιαστεί και ένα παραμορφωμένο και σαβανωμένο πτώμα ακόμη ανασαίνει ζωντανό μέσα του. Εκείνη τη στιγμή ο Αιγέας συνειδητοποιεί ότι τα ρούχα του είναι λασπωμένα και αιματοβαμμένα, το χέρι του χαρακωμένο από σημάδια ανθρώπινων νυχιών, και στον τοίχο είναι στηριγμένο ένα φτυάρι. Η αφήγηση ολοκληρώνεται με την έντονη σκηνή της αποκάλυψης του περιεχομένου του κουτιού όταν γλιστράει από τα χέρια του Αιγέα και σπάει σκορπίζοντας στο πάτωμα εργαλεία οδοντιάτρου και τριάντα δύο μικρά, λευκά, σαν από φίλντισι πραγματάκια.

Τα δόντια χρησιμοποιούνται συμβολικά σε πολλές από τις ιστορίες του Πόου για να συμβολίσουν τη θνησιμότητα. Επιπλέον την εποχή δημοσίευσης του αφηγήματος, όπως σημειώνει ο ερευνητής Άντριου Μπάρτζερ, κυκλοφορούσαν φήμες ότι «άρπαγες δοντιών» λυμαίνονταν τα νεκροταφεία, παραβίαζαν τους τάφους και αφαιρούσαν από τα πτώματα τα δόντια προκειμένου να εφοδιάσουν τους οδοντιάτρους. Την παραπάνω δημόσια φοβία αξιοποίησε εντέχνως ο Πόου στο συγκεκριμένο διήγημα και ακολουθώντας τις παραδόσεις της Γοτθικής μυθοπλασίας συνδυάζει φαντασία και φρίκη, τον θάνατο με τον ακραίο ρομαντισμό και δραματοποιεί τον τρόμο χρησιμοποιώντας πιο ρεαλιστικές εικόνες.

Η «Βερενίκη» είναι από τις λίγες ιστορίες όπου ο αφηγητής ονομάζεται -πιθανόν το όνομα να είναι επηρεασμένο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, από τον βασιλιά Αιγέα που αυτοκτόνησε πέφτοντας στην θάλασσα πιστεύοντας ότι ο γιος του Θησέας σκοτώθηκε από τον Μινώταυρο. Από την άλλη η Βερενίκη, όπως και άλλες γυναίκες των έργων του Πόου έχει προορισμό το θάνατο, αλλά και το ξαναζωντάνεμά της με τραγικό τρόπο. Γενικότερα οι γυναίκες των έργων του εξυμνούνται υπέρμετρα μετά το θάνατό τους, η μοιραία πορεία τους πολλές φορές συγκινεί, συγκλονίζει και συγχρόνως ανατριχιάζει αποκαλύπτοντας αστείρευτο εσωτερικό πάθος.

Στη συγκεκριμένη ιστορία παρατηρούμε κάποια στοιχεία που επαναλαμβάνονται συχνά σε έργα του Πόου όπως η ψυχική ασθένεια, ο θάνατος μιας όμορφης γυναίκας και η καταληψία. Η τελευταία αποτέλεσε μια ακόμη φοβία που εκμεταλλεύτηκε ο Πόου, μιας και στην εποχή του οι άνθρωποι πέθαιναν συνήθως σπίτι και θάβονταν γρήγορα χωρίς να τους ταριχεύσουν, οι εφημερίδες της εποχής έκαναν αναφορές για ουρλιαχτά που ακούγονταν μέσα από τάφους ανθρώπων που λανθασμένα θεωρήθηκαν νεκροί και θάφτηκαν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν δημοσιεύτηκε η «Βερενίκη» πολλοί αναγνώστες συγκλονισμένοι από τη βία παραπονέθηκαν στον εκδότη Thomas W. White, οδηγώντας σε αναδημοσίευση το 1840 αφαιρώντας τέσσερις παραγράφους που περιγράφουν μια σκηνή στην οποία ο Αιγέας επισκέπτεται τη Βερενίκη πριν από τη ταφή της και ανακαλύπτει ότι είναι ακόμη ζωντανή καθώς κινεί το δάχτυλο και χαμογελάει. Ο ίδιος ο συγγραφέας σε επιστολή του στον Thomas W. White στις 25 Μαρτίου 1835 παραδέχεται ότι «το θέμα είναι πολύ φρικτό» ,ωστόσο υπογράμμισε ότι η τελική κρίση δεν πρέπει να προέρχεται από τη γεύση που αφήνει στο αναγνωστικό κοινό, αλλά από την κυκλοφορία του περιοδικού, καθώς πολλά περιοδικά απέκτησαν φήμη με παρόμοιες ιστορίες.

Η «Βερενίκη» είναι από τις ιστορίες του Πόου που διαβάζοντας την κανείς συνειδητοποιεί ότι δικαίως του αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός “άρχοντας του μακάβριου”. Πέρα όμως από τη βιαιότητα των σκηνών δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει το πόσο αριστοτεχνικά δομημένες είναι οι μανιερισμένες σκέψεις του, πράγμα που διαφαίνεται από την αρχή ακόμα του διηγήματος με τον εσωτερικό μονόλογο του αφηγητή όπου θέτει προβληματισμούς αναλύοντας και συνδέοντας αντίθετες έννοιες μεταξύ τους.

«Πώς γίνεται από την ομορφιά να αποκομίζω εγώ ένα είδος ασχήμιας; Από το σύμβολο της γαλήνης μια παρομοίωση θλίψης; Όπως όμως στην ηθική το κακό είναι συνέπεια του καλού, έτσι και στη ζωή από τη χαρά γεννιέται η θλίψη. Είτε η ανάμνηση της περασμένης ευτυχίας γίνεται η σημερινή οδύνη, είτε οι τωρινές αγωνίες έλκουν την καταγωγή τους από την έκσταση που ίσως είχε κάποτε βιωθεί».

Βιογραφικό:

Ονομάζομαι Ράνια Ορφανάκου και τα τελευταία χρόνια εργάζομαι ως δασκάλα.

Το 2015 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οσελότος» το πρώτο μου βιβλίο με παραμύθια και δική μου εικονογράφηση, «Ο πρίγκιπας του φεγγαριού και άλλες ιστορίες».

Συμμετέχω επίσης και στην ανθολογία των Συμπαντικών Διαδρομών “Μαγικοί χοροί: η πρώτη ανθολογία ελληνικού διηγήματος για μάγισσες” με το διήγημα «Η Επιστροφή».

Η μεταφράσεις των αποσπασμάτων είναι από το βιβλίο “21 ιστορίες και “Το κοράκι” (εκδόσεις Μεταίχμιο) σε μετάφραση της Κατερίνας Σχινά.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά