Βιβλιοθήκη του Τρόμου: η πιο “nasty” συλλογή των 80’s (Μέρος Α’)

by Γιώργος Σκαγιάκος

Η Εποχή της Αναθεώρησης

Χρειάστηκε το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου για να κατανοήσουμε ότι η πραγματικότητα ξεπερνά ακόμη και την πιο έντονη φαντασία και ενώ υπήρχαν αρκετοί μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Ray Bradbury, που δήλωναν το όραμά τους μέσα από τη Λογοτεχνία του Φανταστικού (Ε.Φ. & Τρόμος) για τον νέο κόσμο που ερχόταν, δεν ήταν παρά στα μέσα της δεκαετίας του ’50 που η λογοτεχνία του Τρόμου δείχνει τα πρώτα δείγματα «εκσυγχρονισμού». Έργα όπως το I am Legend (1954) του Richard Matheson, που είναι η πρώτη σύγχρονη βαμπιρική ιστορία και το The Ηaunting of the Hill House (1959) της Shirley Jackson, που είναι η σύγχρονη ιστορία φαντασμάτων, επιτυγχάνουν να εκφράσουν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και την απόγνωση μιας γενιάς, που προσπαθεί να προσαρμοστεί στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ταυτόχρονα, την ίδια περίπου εποχή, ειδεχθείς εγκληματικές συμπεριφορές, όπως εκείνη του Ed Gein, έρχονται με λεπτομέρειες στο φως της δημοσιότητας και εμπνέουν συγγραφείς σαν τον Robert Bloch, να γράψουν βιβλία σαν το Psycho (1959). Ο νέος παράξενος και «βρόμικος» πόλεμος που μαίνεται στη νοτιοανατολική Ασία, αλλά και η κλιμάκωση αυτού που ονομάστηκε “Ψυχρός Πόλεμος” μεταξύ των υπερδυνάμεων ωθεί τη λογοτεχνία του Τρόμου σε πιο σκοτεινά μονοπάτια, με βιβλία σαν το Rosemary’s Baby (1967) του Ira Levine και το Exorcist (1971) του William Blatty.

Στο αποκορύφωμα όλων αυτών των πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων, η οικολογική καταστροφή που βρίσκεται προ των πυλών γεννάει «νέα τέρατα». Η διαμάχη μεταφέρεται σε πυρηνικό επίπεδο, αλλά και τα μέσα που διεξάγεται ο πόλεμος πλέον έχουν άμεσο αντίκτυπο στον πλανήτη. Νέα έργα, όπως το Jaws (1975) του Peter Benchley, έρχονται να προστεθούν στο πρώιμο Τhe Birds (1952) της Daphne du Maurier και στον κινηματογραφικό Godjira (1954) από την Ιαπωνία.

Pulp Horror Fiction: “Nasties”

Και αν ο θαρραλέος αναγνώστης χρειαζόταν να βυθιστεί στις πυκνογραμμένες σελίδες για να βιώσει τον Τρόμο, εκεί γύρω στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, κάποιοι εκδοτικοί οίκοι διαλέγουν μια περισσότερο επιθετική πολιτική για να στηρίξουν τη νέα τάση. Καλλιτέχνες σχεδιάζουν τρόμους και φρίκη που θα κοσμήσουν τα εξώφυλλα αυτών των έργων. Η Αμερική συνεχίζει την παράδοση του συντηρητισμού και αποφεύγει τα ακραία εξώφυλλα, την ίδια στιγμή που στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού, στη Βρετανία, εφαρμόζεται το “gore sells more”.

Το 1974 η ζήτηση ήταν τόσο μεγάλη, που, σε εβδομαδιαία βάση, έβγαιναν στην αγορά ντουζίνες από αυτά τα βιβλία που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ήταν κακόγουστα απ’ όπου και αν τα κοιτούσες. Ονομάστηκαν “nasties”, που σημαίνει “ασχήμιες”.

Μικροί εκδοτικοί οίκοι, όπως οι Hamlyn, Sphere, New English Library (NEL), Arrow και πολλοί άλλοι, γιγαντώθηκαν και έγιναν εμβληματικοί σε αυτό το είδος. Κάποιοι μεγαλύτεροι, όπως οι Pinnacle, Doubleday και McMillan, προτίμησαν την εκ του ασφαλούς έκδοση αρκετών από αυτά τα έργα, πουλώντας τα δικαιώματα στους μικρότερους. Έτσι οι «μικροί» οίκοι εκδίδουν αυτά τα έργα σε μορφή βιβλίων τσέπης (Paperback) και με εξώφυλλα που ήταν «προκλητικά», ενώ οι μεγάλοι εκδοτικοί εκδίδουν το ίδιο έργο σε σκληρόδετη μορφή (hardback) και με διαφορετικό εξώφυλλο. To αποτέλεσμα μπορεί να γίνει αντιληπτό εύκολα στην περίπτωση της Carrie (1974), που είναι το εκδοτικό ντεμπούτο του Stephen King και όπου η hardback, η πρώτη έκδοση, πούλησε τριάντα χιλιάδες αντίτυπα, ενώ η αντίστοιχη paperback ένα εκατομμύριο αντίτυπα.

Όμως τίποτε απ΄ τα παραπάνω δε θα είχε συμβεί, αν ο James Herbert (1943-2013) δε συνδύαζε τις εικόνες που είχε σαν παιδί –εκείνες στα προάστια του μεταπολεμικού Λονδίνου– με μια σκηνή από το Dracula του Todd Browning. O εμβληματικός συγγραφέας έκανε το ντεμπούτο του το 1974, με τη νουβέλα The Rats και θεωρείται το πρώτο από την ατελείωτη σειρά των φρικτών paperbacks που εξιστορούσαν εφιαλτικές έως γελοίες ιστορίες με αράχνες, καβούρια, γάτες, ακόμα και γουρούνια που κυνηγούσαν ανθρώπους.

Στην άλλη πλευρά, το μεταφυσικό έπαιρνε τους δικούς του δρόμους, καθώς ιστορίες με σκοτεινές δυνάμεις, που είχαν τις ρίζες τους είτε σε παραδοσιακούς μύθους είτε σε αποκρυφιστικές δοξασίες και βιβλικές καταγραφές, «εκσυγχρονίζονταν».

Ελληνικά “nasties”

Στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή, η λογοκρισία του επταετούς καθεστώτος έχει ήδη «κόψει» πολλά ξένα, αλλά και εγχώρια λογοτεχνικά έργα. Ίσως, προσπαθώντας να δικαιολογήσω την άρνηση των εκδοτικών οίκων να ακολουθήσουν τη διεθνή τάση, να οφείλεται στην απουσία από την αγορά αυτών των έργων που θεωρούνταν –και πολλά είναι– κλασικά, οπότε η προσοχή τους ήταν στραμμένη προς τα εκεί.

Η Επιστημονική Φαντασία κάνει την εμφάνισή της με σποραδικές εμφανίσεις έργων, κυρίως του Alfred Elton van Vogt στις σειρές Βίπερ Φαν, στις εκδόσεις Άγκυρα με έργα του Ντόιλ (Χαμένος κόσμος) και του Γουέλς (Η μηχανή του χρόνου), ενώ μια σειρά από 7 βιβλία των εκδόσεων Έψιλον εκδίδει έργα των Ασίμοφ, Μπάλντρις και άλλων.

Η λογοτεχνία του Τρόμου αντιπροσωπεύεται με σποραδικά βιβλιαράκια τσέπης (πάνθηρ), που αναμασούν κακέκτυπα, την κλασική θεματολογία του Δράκουλα και του Φρανκενστάιν. Χρειάστηκε να φτάσουμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ώστε οι εκδόσεις Σίμωσι να ξεκινήσουν να εκδίδουν επισταμένα και με τη μορφή σειράς μερικά από τα Βρετανικά “nasties”.

H “Βιβλιοθήκη του Τρόμου” βγήκε στα περίπτερα το 1980 και τα βιβλία κυκλοφόρησαν σε δεκαπενθήμερη βάση. Τα εξώφυλλα είχαν ενιαία αισθητική, που, για την εποχή, προωθούσε το «σκοτεινό» περιεχόμενο που υπήρχε στις σελίδες τους. Ήταν αρκετά cult, τηρουμένων των αναλογιών και στην πλειοψηφία τους ήταν παρμένα από τις αντίστοιχες paperback εκδόσεις του εξωτερικού. Σε μερικές περιπτώσεις, εάν το βιβλίο είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο, το εξώφυλλο ήταν κάποια random φωτογραφία από το φιλμ. Στο οπισθόφυλλο υπήρχε συνήθως ένα «τραγανό» απόσπασμα του βιβλίου ή μια υποτυπώδης περίληψη που –είτε το ένα είτε το άλλο– μάλλον είχε το αποτέλεσμα που θα ήθελε ο εκδοτικός οίκος. Υπήρχε, επίσης, ο αριθμός των σελίδων που ήταν ακατέβατος των 288 σελίδων και που μάλλον οφείλεται σε τυπογραφικούς λόγους, όπως επίσης τυπωμένη ήταν η τιμή και η προειδοποίηση που απαγόρευε την πώληση σε ανηλίκους. Αρχικά, στη ράχη δεν υπήρχε αρίθμηση, που εμφανίζεται από τον 15ο τόμο.

Σας θυμίζει κάτι;

Στο εσώφυλλο φιγουράριζε η ασπρόμαυρη μορφή ενός ερπετοειδούς υβριδίου, μιας γριάς μάγισσας βαμπίρ. Αργότερα –πολύ αργότερα–, ανακάλυψα ότι πρόκειται για δημιουργία του Paul Stinson και κοσμούσε το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης, της σειράς του Jory Sherman Chill (NEL), σειρά που περιλαμβάνεται –κατά το μεγαλύτερο μέρος της– στη “Βιβλιοθήκη του Τρόμου”.

Το χαρτί ήταν κακής ποιότητας, αλλά όχι χειρότερο από τις υπόλοιπες παρόμοιες εκδόσεις της εποχής. Το κιτρίνισμα και το «γάριασμα« είναι εμφανές σε όποιον κατέχει κάποιο αντίτυπο. Η επιμέλεια των κειμένων βρίσκεται μεταξύ του κακού και του ανύπαρκτου, ενώ οι μεταφράσεις, στην πλειοψηφία των βιβλίων, δείχνουν ότι δεν υπήρχε καμιά εξοικείωση με το θέμα που πραγματεύονταν, με αποτέλεσμα να βρίσκεται μεταξύ «αμήχανου» και «ξεκαρδιστικού».

Συνολικά, από τις εκδόσεις Σίμωσι και στη “Βιβλιοθήκη του Τρόμου” κυκλοφόρησαν 53 τίτλοι σε 54 τόμους, αφού Ο Δράκουλας του Σάλεμς Λοτ του Stephen King είναι δίτομο. Στους τίτλους που παρουσιάζονται εκτενώς υπάρχουν τρεις εμβόλιμες ιστορίες, που δημοσιεύονται σε συνέχειες μετά το τέλος της κύριας ιστορίας, που, δυστυχώς, δεν ήταν δυνατό να βρω κάποιο βιβλιογραφικό στοιχείο για αυτές τις ιστορίες, αφού δε δημοσιεύεται καν ο συγγραφέας.

Όπως και να έχει, στο σύνολό της, η συλλογή κατάφερε να συστήσει στο ελληνικό κοινό συγγραφείς, όπως ο Masterton, o King, o Levine και κρίνεται όσο πιο αντικειμενικά γίνεται –και τηρουμένων των αναλογιών– σαν μια πρώιμη αξιόλογη προσπάθεια.

Οι τίτλοι με χρονολογική σειρά:

1) Tο Μανιτού – Graham Masterton (1946)

(The Manitou, 1976) Manitou series #1
ΒτΤ 1980, μετ. Πόπη Κοντού / Cover Artist: Ed Soyka


Η Κάρεν εισάγεται στο νοσοκομείο. Υποφέρει από την ανάπτυξη ενός περίεργου όγκου στον λαιμό. Εκεί, τα αποτελέσματα της ακτινογραφίας θα δείξουν ότι το πρόβλημά της είναι πολύ μεγαλύτερο και πιο απαίσιο από αυτό που όλοι φαντάζονταν, αφού ο τρομακτικός μύθος της μετενσάρκωσης ενός αρχαίου ινδιάνου θεραπευτή παίρνει σάρκα και οστά.

Το ντεμπούτο του Graham Masterton στη Λογοτεχνία του Τρόμου* είναι μια σκληρή σπλάτερ δημιουργία, που, λίγο ή και περισσότερο, μας δίνει το στίγμα που ο συγγραφέας θα κινηθεί στα μελλοντικά του δημιουργήματα, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε…

Το 1978 το Μανιτού έγινε ταινία με τον ίδιο τίτλο και πρωταγωνιστή τον Tony Curtis. Ελληνικός τίτλος της: Ο Εξορκισμός.
Στη σελίδα 251 και αφού το Μανιτού έχει τελειώσει, έχουμε το Ρέηβεν, μια ιστορία που δημοσιεύεται σε συνέχειες. Η αλήθεια είναι ότι προσπαθήσαμε αρκετά να βρούμε όσα περισσότερα στοιχεία υπήρχαν για τη συγκεκριμένη ιστορία, αλλά πραγματικά δε βρέθηκε κανένα στοιχείο, ώστε να έχουμε την ταυτότητα της ιστορίας που δημοσιεύεται σε δώδεκα μέρη.

*O Masterton, ήδη από το 1971, γράφει και εκδίδει βιβλία σεξουαλικής βελτίωσης.

2) Tο Tζιν – Graham Masterton

(The Djinn, 1977)
ΒτΤ 1980, μετ. Άννα Μακράκη / Cover Artist: Ed Soyka


Το Τζίν ξεκινά με την κηδεία του Max Greaves, που διέπραξε μια φρικιαστική αυτοκτονία με αυτοακρωτηριασμό (έτσι, για τη λεπτομέρεια). Ο Max υπήρξε ένας αξιοσέβαστος συλλέκτης αραβουργημάτων, που τα τελευταία χρόνια είχε μετατραπεί σε έναν δύστροπο και παρανοϊκό γέρο. Ο Max τυγχάνει να είναι παππούς του Harry Erskine, που είναι ο κύριος χαρακτήρας του άλλου έργου του Masterton, του Μανιτού. Όλα ξεκινούν, όταν ένα κομμάτι της συλλογής του Max, μιά «καράφα» διακοσμημένη με «αόματα» άλογα, παραμένει κλειδωμένη κατ’ απαίτηση του μακαρίτη, όπως και το γεγονός ότι ήθελε το μέρος που φυλά τα αποκτήματά του να καεί συθέμελα. Δεν υπάρχει σφιχτή πλοκή, ούτε λεπτομερής αφήγηση, αλλά υπάρχουν σχολιασμοί (με ομολογουμένως κακό χιούμορ) εκ μέρους του Erskine. Επίσης, Το Τζιν είναι λιτό και γρήγορο. (Fun…)

Σε καμιά περίπτωση, δεν πλησιάζει καν το Μανιτού. Επίσης, δεν ανήκει στην επταλογία του Μανιτού, αλλά είναι μια stand-alone «ξεπετούλα», σαν την πλειοψηφία των 70’s horror fiction. Όχι! Το Κοράκι δεν ανήκει σε αυτή την πλειοψηφία… οκ; (2ο μέρος του Ρέηβεν)

3) Ο Τσιλ – Jory Sherman (1932-2014)

(Chill, 1978) Chill series #2
ΒτΤ 1980, μετ. Α. Κρανιώτου / Cover Artist: Jack Thurston


Μια στοιχειωμένη έπαυλη στους βάλτους της Louisianna, μια ιστορία από το παρελθόν, μια πανέμορφη κοπέλα που κάποιοι λένε ότι κοιμάται, ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι ήταν σε κώμα, όνειρα που στοιχειώνονται από δαιμονικές μορφές και ένα πάρτυ γενεθλίων στέκονται ως αίτια για τον Dr Russel Chillders (που είναι ο “Τσιλ” του τίτλου) για να ξεκινήσει αυτόν τον υπερφυσικό πόλεμο.

Η ιστορία είναι αρκετά περίπλοκη και το «όλο ύφος» θα μπορούσε να έχει ένα cult αποτέλεσμα, αν ο συγγραφέας δε σκιαγραφούσε (μουτζούρωνε στην πραγματικότητα) τον Τσιλ τόσο έντονα, που να μοιάζει με τον “Terminator” του μεταφυσικού. Έτσι, στη θέση της δράσης, έχουμε την «αλληλοψυχανάλυση» των χαρακτήρων. Βαρετό!

Η λύση είναι τύπου “…κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα… και ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτα”. Κακό βιβλίο. Πολύ Κακό, με την κακή έννοια.

Παράδοξο: Αν και “Ο Τσιλ” είναι αυτόνομη ιστορία, είναι το δεύτερο βιβλίο από την ομώνυμη σειρά, που εκδίδεται όμως πρώτο στην ελληνική σειρά. (3ο μέρος του Ρέηβεν)

4) Η Σφίγγα – Graham Masterton

(The Sphinx, 1978)
ΒτΤ 1980, μετ. Πόπη Κοντού / Cover Artist: Jose Reyes


Για τον ανερχόμενο πολιτικό η έλξη προς τις όμορφες γυναίκες είναι κάτι φυσιολογικό. Για ποιόν δεν είναι άλλωστε; Όμως τούτη η γυναίκα δεν είναι απλώς μια όμορφη γυναίκα. Έχει μυστικά και παρελθόν. Ποιος άλλωστε δεν έχει; Η έλξη δεν αργεί να γίνει ειδύλλιο και εκεί κάπου ξεκινά το ταξίδι, όπου ο μύθος μπερδεύεται με την πραγματικότητα. Το θηρίο ελευθερώνεται.

Εντάξει, λοιπόν. Masterton. Με λίγες, αλλά σοβαρές διαφορές. Πολλοί θεωρούν ότι οι χαρακτήρες στη Σφίγγα είναι καρικατούρες. Στις περισσότερες ιστορίες, οι χαρακτήρες του Masterton αν δεν είναι καρικατούρες, είναι μονοδιάστατοι και αυτό είναι χαρακτηριστικό του, αφού κανέναν δεν ενδιαφέρει ο χαρακτήρας που πρόκειται να πεθάνει με φρικτό τρόπο. Έτσι, το προσπερνώ.

Η πλοκή είναι επίπεδη, χωρίς κορυφώσεις και ένταση, αλλά μην ξεχνάμε ότι είναι το 1978 και ίσως ο συγγραφέας πειραματίζεται. Το προσπερνώ και αυτό. Δεν υπάρχουν κτηνώδεις, φρικαλέες δολοφονίες και αυτό είναι κάτι που δεν μπορώ να προσπεράσω. Αν το Djinn δεν είχε την ποιότητα του Manitou, τότε θα προτιμήσω και τα δύο από τη Σφίγγα. Λίγο πιο κάτω του μετρίου. (4ο μέρος του Ρέηβεν)

5) Η Εκδίκηση του Μανιτού – Graham Masterton (1946)

(Revenge of the Manitou, 1979) – Manitou series #2
ΒτΤ 1980, μετ. Μ.Παπαβασιλείου / Cover artist: Paul Stinson

Η δεύτερη ιστορία του Μανιτού επικεντρώνεται γύρω από την οικογένεια Φένερ. Ο Τόμπι, ο γιος, βλέπει έναν άντρα στη ντουλάπα του. Για την ακρίβεια, ο άντρας δείχνει να βγαίνει από το ξύλο της ντουλάπας. Ο Ινδιάνος δαίμονας επέστρεψε για να πάρει εκδίκηση από τους λευκούς και αυτή τη φορά ήρθε για να μείνει. Όλα δείχνουν ότι ο μόνος που μπορεί να σώσει την κατάσταση είναι ο Harry Erskinne.

Συνήθως, το μόνο που δεν περιμένει κανείς από το sequel ενός επιτυχημένου βιβλίου είναι να περιέχει τα ίδια στοιχεία με το πρώτο χωρίς να επαναλαμβάνεται. Η Εκδίκηση του Μανιτού δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά στέκεται αξιοπρεπέστατα, όχι μόνο συνεχίζοντας τον μύθο του Μισκαμάκους, αλλά εμβαθύνοντας στο παρελθόν του, στις απαρχές του ινδιάνικου θρύλου, ενώ παράλληλα η γραφή του Masterton έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τον κατέστησαν έναν από τους πλέον αγαπητούς (…ή μισητούς) συγγραφείς του Τρόμου. (5ο μέρος του Ρέηβεν)

6) Το Σπέρμα του Σατανά – Jory Sherman (1932-2014)

(Satan’s Seed, 1978) Chill series #1
ΒτΤ, 1980, μετ. Α. Κρανιώτου / Cover Artist : Jack Thusrton


Μια σειρά φρικτών εγκλημάτων, που λαμβάνουν χώρα σε μια φάρμα, αναγκάζουν τους ιδιοκτήτες να απευθυνθούν στην αυθεντία.
Θα μπορούσα να τον παρουσιάσω στο πρώτο βιβλίο (που είναι το δεύτερο στην κανονική σειρά), αλλά αντίθετα με τους εκδότες της ελληνικής σειράς, προτιμώ να παρουσιάσω τον Τσιλ στο δεύτερο βιβλίο (που είναι το πρώτο της original σειράς).

O Τσιλ (που στην πραγματικότητα λέγεται Dr Chillders) είναι μια διάσημη περσόνα της τηλεόρασης. Ταυτόχρονα έχει φοβερές δυνάμεις, αλλά είναι και ερευνητής του παραφυσικού. Πρώην πεζοναύτης, άριστος σκοπευτής, υπερευφυής, με vegan διατροφικές συνήθειες. Δεν σταματά πουθενά, ακόμη και όταν υπογράφει αυτόγραφα για τις «τσιμπημένες» θαυμάστριές του, στις οποίες δεν υποκύπτει, αφού τρέφει αισθήματα για τη μία, τη Λώρα, που είναι μέντιουμ και βοηθός του. O Τσιλ είναι ο Τσακ Νόρις του Υπερφυσικού Τρόμου. Θα μπορούσε να είναι διασκεδαστικό, αλλά δεν είναι! Διαβάστε κάτι άλλο. (6ο μέρος του Ρέηβεν)

7) Τα Αιμοβρόρα Σκαθάρια – Richard Lewis (ψευδ. του Alan Radnor, 1945)

(Devil’s Coach-Horse / The Black Horde, 1979)
ΒτΤ 1980, μετ. Μ. Παπαβασιλείου


Η ιστορία ξεκινά με την πτώση ενός αεροπλάνου στα χιονισμένα όρη του Κολοράντο (έτσι κατάλαβα…) και τον θάνατο όλων των επιβατών, που είναι μέλη μιας διεθνούς ομάδας επιστημόνων. Στο αεροπλάνο όμως επιβαίνουν και δείγματα από ζώα, αλλά και από ασπόνδυλα, που όταν διαφεύγουν, βρίσκουν καταφύγιο στις τσέπες των νεκρών επιβατών. Θα περάσει λίγος καιρός μέχρι οι καιρικές συνθήκες να επιτρέψουν την ανάκτηση των θυμάτων του δυστυχήματος. Ενδιαφέρουσα ιδέα… αλλά έως εκεί. (7ο μέρος του Ρέηβεν)

8) Οι Δαίμονες Της Νορμανδίας – Graham Masterton (1946)

(The Devils of D-Day, 1978)
ΒτΤ 1980, μετ. Β. Σωτηροπούλου – Καρύδη


Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ένας δημοσιογράφος ιστορικών γεγονότων (αυτό κατάλαβα…) επισκέπτεται ένα μέρος στη Νορμανδία, όπου το 1944 εκτυλίχθηκε μια φοβερή μάχη. Κοντά σε μια γέφυρα στην άκρη του δρόμου, θα δει ένα εγκαταλελειμμένο τεθωρακισμένο άρμα μάχης. Η περιέργεια θα τον οδηγήσει να το ερευνήσει. Θα διαπιστώσει ότι ο πυργίσκος του είναι σφραγισμένος με έναν σταυρό και όπως κάθε ιστορία τρόμου που σέβεται τον εαυτό της, το λάθος του –να το ανοίξει δηλαδή– θα ελευθερώσει την ανείπωτη φρίκη.

Κλασικός Masterton, με τη διαφορά ότι όλα γίνονται τόσο γρήγορα, που σχεδόν δεν ακουμπάνε τον αναγνώστη. Μου έδωσε την εικόνα ενός συγγραφέα που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, βιαζόταν. Οι τελευταίες εξήντα πέντε σελίδες αποτελούν μια φρενήρη τελική σκηνή που «καταπίνεται» χωρίς ανάσα, ενώ η λύση της πλοκής είναι η κλασική λύση τύπου “γουέστερν”, γεγονός που απογοητεύει, αλλά δεν ξενίζει κάποιον αναγνώστη που γνωρίζει τη γραφή του Masterton. Διασκεδαστικό και σε αρκετά σημεία τρομακτικό.

Το 2004 επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Οξύ και σε μετάφραση Β. Παπαδοπούλου για τη σειρά Κόλαση/ Σκοτάδι. (8ο μέρος του Ρέηβεν)

9) Γκουλ, Ο Λυκάνθρωπος – Mark Ronson (Ψευδ. του Marc Alexander, 1929)

(Ghoul, 1980)
ΒτΤ 1980, μετ. Μ. Μαράντη / Cover Artist: Les Edwards

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά το σφράγισμα της εισόδου του, ένας αρχαίος τάφος στην Κοιλάδα του Τζιν, αποκαλύπτεται μετά από μια σεισμική δόνηση. Σχεδόν αμέσως μετά, ένα κοντινό νεκροταφείο βεβηλώνεται και τα πτώματα των «ενοίκων» του κακοποιούνται. Οι ακρωτηριασμοί υποτίθεται ότι έγιναν από άγρια ζώα και κανείς δε σκέφτεται ότι οι αρχαιολόγοι έχουν ξυπνήσει έναν φρικτό αρχαίο τρόμο.

Αρχικά, Η Κοιλάδα του Τζιν είναι υπαρκτό μέρος. Ονομάζεται Wadi Al Baidah (ή ανεπίσημα Wadi Al-Jinn) και βρίσκεται 30 μόλις χιλιόμετρα μακριά από τη Μεδίνα της Σαουδικής Αραβίας. Το μέρος έγινε διάσημο από ένα μυστήριο φαινόμενο, παρόμοιο με εκείνο της Πεντέλης, που λέγεται πως έκανε τις μηχανές από τα αυτοκίνητα να σβήνουν και τα οχήματα να κινούνται μπροστά χωρίς καμιά μηχανική υποστήριξη, φτάνοντας την απίστευτη ταχύτητα των 120 χιλιομέτρων ανά ώρα.

Όλα αυτά τα μυστήρια και θαυμαστά πράγματα ήταν αδύνατο να μην εξάψουν τη φαντασία κάποιου συγγραφέα. Η φάση «κρεμάει» όμως, αφού υπάρχουν πολύ λίγες σκηνές, όπου το Ghoul πρωταγωνιστεί. Στην παραπάνω απογοήτευση έρχονται να προστεθούν σκηνές με μυστικές υπηρεσίες και «καλοί» χαρακτήρες, που είναι τόσο πολύ «καλοί», ώστε –εύκολα όμως– γίνονται αντιπαθητικοί.
Βαρέθηκα άσχημα.

Ίσως ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα της σειράς, έστω και «κουτσουρεμένο». (9ο μέρος του Ρέηβεν)

10) Το Άλλο Παιδί – Margaret (Meg) Chittenden (1935)

(The Other Child, 1979)
ΒτΤ 1980, μετ. Α Παπαληγούρα

Έξω από το παράθυρο κάτι κουνιόταν. Η Ίντεν ανακάθισε. Ήταν κάτι μεγάλο, μαύρο και στέρεο. Μια σκιά; Η σκιά τίνος; Μια σκιά που πλησίαζε. Η Ίντεν παρακολουθούσε με αγωνία. Η σκιά, πλησιάζοντας το παράθυρο, όλο και άλλαζε μέχρι που έγινε μια τρομαχτική ανθρώπινη μορφή.”

Από το οπισθόφυλλο ή πώς να πείσετε έναν αναγνώστη να μη διαβάσει το βιβλίο. Πείστηκα. (10ο μέρος του Ρέηβεν)

11) Το Μυστήριο του Σάτερς Άμλετ – Jay Hampton

(The Coven, 1978)
ΒτΤ 1980, μετ. Α. Καρανίκα

Η τυπική κάτοικος της μεγαλούπολης νοικιάζει ένα μικρό σπίτι στο Σάτερς Άμλετ της Βόρειας Καρολίνα. Το μέρος είναι αποκομμένο από τον «πολιτισμό» και δείχνει ιδανικό για την ηρωίδα μας για να μπορέσει να «επαναφορτίσει τις μπαταρίες της». Οι κάτοικοι όμως είναι αρκετά εχθρικοί στην παρουσία της και ο μόνος άνθρωπος που ίσως μπορεί να εξηγήσει αυτή τη στάση των ντόπιων είναι ένας περιθωριακός τύπος που έχει γράψει βιβλία για θρύλους και παραδόσεις της περιοχής.

Χρειάστηκε να διαβάσω εννέα βιβλία από τη σειρά (Το άλλο παιδί δεν το διάβασα) για να βρω μια ιστορία που αγγίζει τον τρόμο από διαφορετική σκοπιά. Ναι μεν υπάρχουν και άλλα βιβλία της σειράς που ασχολούνται με την αναβίωση παλιών θρύλων, αλλά έως τώρα κανένα από αυτά δεν άγγιξε το μυστήριο που κάλυπτε τον μύθο, ούτε και το ψυχολογικό υπόβαθρο των χαρακτήρων.

Ο τόπος υπαρκτός και οι θρύλοι που τον τυλίγουν έχουν να κάνουν με μάγισσες και τις ιστορίες τους, που έχουν τις ρίζες τους στους πρώτους Ευρωπαίους μετανάστες που κατοίκησαν στην περιοχή.

Είναι αρκετά παράξενο ότι ο συγγραφέας δεν «υπάρχει πουθενά». Κανένα βιογραφικό, κανένα στοιχείο που θα οδηγούσε στην ταυτότητά του, παρά μόνο ακόμη ένα βιβλίο που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και αν κρίνω από τον τίτλο ( The Coven Conspiracy), μάλλον πρόκειται για sequel. Επίσης, δεν ονομάζεται Τζεφ, όπως αναφέρεται στο εξώφυλλο, αλλά Τζέϊ Χάμπτον. Υπήρχαν σημεία που μου θύμισαν έντονα το φιλμ Strawdogs (1971). Αξιοπρεπέστατο θρίλερ.

12) Δίψα για Αίμα – Mark Ronson (Ψευδ. του Marc Alexander, 1929 )

(Bloodthirst, 1979)
ΒτΤ 1980, μετ. Π. Κόντου

Μια νεαρή γυναίκα στο Λονδίνο εισάγεται στο νοσοκομείο με σημάδια κάποιας καταληψίας, που την ωθεί να δαγκώνει ανθρώπους για να γευτεί το αίμα τους. Ο γιατρός που την παρακολουθεί κάνει διάγνωση για μια ασθένεια που συνδέεται με τον βαμπιρισμό. Κατόπιν, ευτυχής με την επιτυχία του (wtf…!) αναχωρεί για διακοπές στη Γαλλία, παρέα με τη σύζυγό του και ακόμη ένα φιλικό ζευγάρι. Εκεί… το έχασα.

Υποθέτοντας ότι κάτι από τη ροή της πλοκής –λέμε τώρα– μου είχε ξεφύγει, επέστρεψα πίσω και το ξαναδιάβασα. Τίποτα. Όλα ήταν εκεί. Για την ακρίβεια, τίποτε δεν ήταν εκεί. Υπέθεσα ότι κάτι συνέβη στη μετάφραση και προχώρησα χωρίς να νιώσω ότι το πρόβλημα δεν ήταν δικό μου, αλλά ούτε της μετάφρασης. Έτσι, βρέθηκα να πηδάω από επεισόδιο σε επεισόδιο χωρίς να υπάρχει καμιά συνοχή μεταξύ τους.

Αν και οι ψυχαναγκασμοί μου δε μου επιτρέπουν να αφήσω βιβλίο στη μέση της ανάγνωσης, σκέφτηκα ότι υπάρχουν πολλά βιβλία που θέλω να διαβάσω και πολύ λίγος χρόνος. Το παράτησα και δεν ενόχλησε –ούτε τόσο δα– τα OCD μου. (11ο μέρος του Ρέηβεν)

13) Μυστηριώδεις δυνάμεις – Alan Radnor (1945)

(The Force, 1979)
ΒτΤ 1980, μετ. Β. Σωτηροπούλου – Καρύδη

Ένας ακαδημαϊκός αναζητά ένα μέρος που θα μπορούσε να απομονωθεί και να γράψει τη μελέτη του πάνω σε κάποιο θέμα που δεν αναφέρεται, αλλά και δε μας αφορά. Έτσι, νοικιάζει ένα παλιό αγροτόσπιτο κάπου στην Κορνουάλη. Μετακομίζει εκεί μόνος για να κάνει τις απαραίτητες προετοιμασίες, ώστε να υποδεχθεί την οικογένειά του, που θα ακολουθήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η συνέχεια μάλλον τετριμμένη μοιάζει, αφού μυστηριώδεις θόρυβοι ακούγονται από τη σοφίτα, ενώ κάποιες στιγμές που εκείνος βρίσκεται έξω από το σπίτι, είναι σίγουρος ότι βλέπει μια περίεργη φιγούρα στο παράθυρο της σοφίτας.

Με πλοκή αρκετά ενδιαφέρουσα, το βιβλίο χωρίζεται τυπικά σε τρία μέρη: στο πρώτο, που λίγο πολύ περιέγραψα παραπάνω, είναι η βάση που ξεκινά να εκτυλίσσεται το μυστήριο, στο δεύτερο, όπου οι ενδείξεις γίνονται ενοχλητικές αποδείξεις και στο τρίτο, που αποτελεί την κορύφωση και τη λύση της ιστορίας.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί εδώ το πραγματικό του όνομα και όχι το ψευδώνυμο που χρησιμοποίησε στα Αιμοβόρα Σκαθάρια, πράγμα που μάλλον είναι καλό, αφού αυτό το βιβλίο είναι σαφώς ανώτερο από το προηγούμενο εντομοφοβικό συνονθύλευμα. Επίσης, ο συγγραφέας ονομάζεται Ράντνορ και όχι Ράντορ.

14) Οι αράχνες – Richard Lewis (ψευδ. του Alan Radnor, 1945)

(Spiders, 1978)
ΒτΤ 1980, μετ. Α. Κρανιώτου

O Νταν, εργαζόμενος στο αγροτόσπιτό του, παρατηρεί μια ασυνήθιστα μεγάλη αράχνη. Εκτός από μεγάλη και άσχημη, είναι και επιθετική. Τον τσιμπάει και έτσι τον αναγκάζει να την πατήσει. Κατόπιν, χωρίς να δώσει μεγάλη σημασία στο συμβάν, κάνει ένα μπάνιο και στο τέλος μια κοπιαστικής ημέρας, πέφτει για ύπνο.

Ο Νταν όμως δεν πρόσεξε ότι η μεγάλη, άσχημη και επιθετική αράχνη είχε αρκετές μεγάλες, άσχημες και επιθετικές φίλες. Εκείνες όμως πρόσεξαν τον Νταν…

Κάτι περίεργο συμβαίνει. Όταν ο Radnor γράφει σαν Radnor και ασχολείται με τον υπερφυσικό τρόμο, είναι αρκετά καλός. Όταν όμως παίρνει το ψευδώνυμό του και πραγματεύεται ιστορίες με μεταλλαγμένα ζωύφια και έντομα, είναι για να φωνάζεις τον μπόγια… ή καλύτερα απεντομωτή.

15) Οι Δαίμονες των Μπαμπού – Jory ( Γιόρι) Sherman (1932-2014)

(The Bamboo Demons, 1979) Chill Series #3
ΒτΤ 1980, μετ. Ε. Πρόκου

O Φέλιξ Μπουλατάο είναι ένας Φιλιππινέζος λόγιος, που ασχολείται με τις τοπικές δοξασίες και παραδόσεις της Μανίλα και που γίνεται μάρτυρας της κακοποίησης μέχρι θανάτου της φίλης του γιου του. Οι γνώσεις του τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της οφείλεται σε έναν Άσουανγκ, που είναι ένας δαίμονας της φιλιππινέζικης μυθολογίας. So Who you’re gonna Call? Μα ποιον άλλον από τον Dr Russell Childers ή αλλιώς Chill; Όχι, ευχαριστώ! Δε θα πάρω. (12ο και τελευταίο μέρος του Ρέηβεν)

16) Οι Λυκάνθρωποι – Whitley Strieber (1945)

(Wolfen, 1978)
ΒτΤ 1980, μετ. Ι. Βορεάδης / Cover Artist: Melvyn Grant* (UK edition 1992)

Δύο αστυνομικοί της τροχαίας της Νέας Υόρκης βρίσκονται νεκροί, με τα πτώματά τους σε φρικτή κατάσταση. Η έρευνα για τις συνθήκες του θανάτου τους ξεκινά και τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα δύο θύματα δέχθηκαν μια πολύ γρήγορη και βάναυση επίθεση από κάποιο είδος άγριου ζώου. Τα ίχνη βρέθηκαν στη λάσπη λίγο πιο πέρα από τα πτώματα και το ακρωτηριασμένο χέρι ενός από τα θύματα κρατούσε ακόμα το πιστόλι του.

Το θέμα που πραγματεύεται η συγκεκριμένη νουβέλα έχει γίνει αντικείμενο «καπηλείας». Ο Striber όμως καταφέρνει να δώσει μια εξαιρετική νουβέλα, που τοποθετεί το υπερφυσικό στην πραγματικότητα. Οι επιστημονικές εξηγήσεις που παραθέτει είναι τόσο πειστικές, που ο μύθος απογειώνεται και το βιβλίο παίρνει μια θέση ανάμεσα στα πέντε καλύτερα της σειράς.

Είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς που δεν περιλαμβάνει στο εξώφυλλο κάποια παραλλαγή της αρχικής (αγγλικής ή αμερικάνικης) έκδοσης. Όμως το πλάσμα που παρουσιάζεται υπάρχει αυτούσιο στο εξώφυλλο του Charnel House (Pinnacle, 1978) και είναι δημιουργία του Chris Andrews.

Η νουβέλα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1981, με σχετική αξιοπρέπεια και με τον Albert Finney στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόκειται για την πρώτη ταινία που χρησιμοποιήθηκε το “in camera effect”, που αργότερα έγινε πασίγνωστο στις ταινίες Pretador. (…εκείνα τα πλάνα που μοιάζουν θερμογραφικά;)

*Ο Melvyn Grant είναι ο ένας από τους δύο υπεύθυνους τόσο για την δημιουργία όσο και για την εξέλιξη του Eddie. Τι πάει να πει ποιος Eddie! Iron Maiden’s Eddie!

17) Η Καμπάνα του Θανάτου – Guy N. (Newman) Smith (1939)

(Death Bell, 1980)
ΒτΤ 1981, μετ. Σ. Σεϊρλή

To αρχοντικό στις παρυφές του χωριού με το όνομα “Turbury”, μετά από πολλά χρόνια εγκατάλειψης, έχει νέους ιδιοκτήτες. Οι Χάμιλτον αποτελούνται από τον εύπορο Μάρτιν, τη σύζυγό του, την Κινέζα υπηρέτρια (με το περίεργο όνομα) και το θηριώδες κατοικίδιό τους. Σε μια κλειστή κοινωνία, όλα τα παραπάνω δεν αργούν να γίνουν αντικείμενο συζητήσεων, ιδιαίτερα όταν ο Μάρτιν, χωρίς να υπολογίσει τα έξοδα, τοποθετεί μια γιγάντια παλιά καμπάνα στο παλιό καμπαναριό του αρχοντικού.

Αρκετά βίαιο, με πολύ καλή κλιμάκωση της πλοκής και της έντασης που ο συγγραφέας καταφέρνει να περάσει στον αναγνώστη. Στα πλεονεκτήματα, επίσης, η αρκετά κατατοπιστική ιστορία της καμπάνας που παρατίθεται πριν τη λύση της πλοκής.
Αρκετά καλό βιβλίο από έναν αρκετά δραστήριο και παραγωγικό συγγραφέα, άγνωστο στην Ελλάδα.

Μια νέα ιστορία σε συνέχειες ξεκινά (ο Θεός να μας βοηθήσει): Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 1ο

18) Ο Δολοφόνος – Jerry Weissman 

(The Zodiac Killer, 1979)
ΒτΤ 1981, μετ. Α. Καρανίκα

H μυθιστορηματική horror εκδοχή των εγκλημάτων που διέπραξε ο Zodiac Killer, τέλη της δεκαετίας του ’60. Αργή, βαρετή γραφή πάνω σε έναν Serial Killer που δε συνελήφθη ποτέ. Pass!

19) Ο Δαίμονας ξαναζωντανεύει – Graham Masterton

(Charnel House, 1978)
ΒτΤ 1981, μετ. Ε. Ζαρίκου / Cover artist: Les Edwards

O Τζον εργάζεται σε υγειονομική υπηρεσία. Ένα πρωινό, δέχεται την επίσκεψη ενός ηλικιωμένου που –ούτε λίγο, ούτε πολύ– υποστηρίζει ότι το σπίτι του αναπνέει. (Όμορφο…) Μην έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει το απόγευμα, μαζί με έναν φίλο του, αποφασίζει να επισκεφτεί το σπίτι που αναπνέει, ώστε να δώσει την εξήγησή του και λίγη ηρεμία στον ηλικιωμένο κύριο. Το «πράγμα» που βρίσκεται στο σπίτι έχει την προσοχή όλων!

Gore ατμόσφαιρα, μερικά σεξιστικά σχόλια, γιατροί που πίνουν και καπνίζουν στο γραφείο του νοσοκομείου, ένας δαίμονας με ιστορία και ένας vintage Masterton σε μια «χοροριά» που γερνά όμορφα.

Το ελληνικό εξώφυλλο δεν έχει καμιά σχέση με καμιά ξένη έκδοση του βιβλίου. Αντίθετα, το αγγλικό εξώφυλλο –αν και δεν είναι της πρώτης έκδοσης– είναι φοβερό και εντός θέματος. Διασκεδαστικό… (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 2ο)

20) Η Κραυγή – Mary-Rose Hayes (1939)

(The Caller, 1979)
ΒτΤ 1980, μετ. Ι. Βορεάδης

Η ιστορία μιας κοπελιάς –προσφάτως διαζευγμένης– που μετακομίζει στο Σαν Φρανσίσκο και ψάχνει για δουλειά και που μπαίνει στο μάτι ενός ψυχάκια βιαστή (λες και υπάρχουν βιαστές, που δεν είναι ψυχάκηδες…), που την παρακολουθεί και την παίρνει τηλέφωνο, ενώ εκείνη συναντά τον γιο ενός μακαρίτη εκατομμυριούχου που δεν έχει σημασία… Α, και ένα όργιο που επίσης δεν έχει σημασία. Ψυχολογικό (αψυχολόγητο) θρίλερ με σαπουνόπερα.

Εν τω μεταξύ, εκεί στα τέλη των ’70ς, αν λάβουμε υπόψη μόνο το 5% ως πραγματικότητα από αυτά που έχουν γραφτεί για αυτό το άμοιρο το San Francisco, δεν πρέπει να κυκλοφορούσε νορμάλ άνθρωπος.

21) Τρόμος στην Αμίτυβιλ – Jay Anson (1921-1980)

(The Amityville Horror, 1977)
ΒτΤ 1981, Μετ. Τ. Μαρκετάκη

Το βιβλίο βασίζεται σε μια «δήθεν» αληθινή ιστορία, η οποία βασίζεται σε μια όντως αληθινή ιστορία. Οι φόνοι που διέπραξε ο Ronald DeFeo, στις 13 Νοεμβρίου του 1974, είχαν ως θύματα τον πατέρα και τη μητέρα του, τις δυο αδερφές του και τους δύο αδερφούς του. Όλα τα θύματα είχαν πυροβοληθεί καθώς ήταν ξαπλωμένα μπρούμυτα, το όπλο δεν είχε σιγαστήρα και δεν υπήρχαν ίχνη πάλης. Επίσης, τα κίνητρά του δεν έγιναν ποτέ γνωστά.

Η ιστορία του Anson ξεκινά 13 μήνες μετά από τους φόνους του DeFeo και καλύπτει μια περίοδο 28 ημερών, χρονικό διάστημα που η οικογένεια Lutz αγοράζει και κατοικεί στο σπίτι των DeFeo.

Πέρα από τις οποιεσδήποτε εικασίες που αιωρούνται πάνω από την υπόθεση DeFeo και μέρος αυτών αποτυπώνονται στην ιστορία του Anson, εκείνο που προσωπικά βρήκα πανέξυπνο στο βιβλίο είναι η σκηνή που κατά τη διάρκεια της αρχικής επιθεώρησης του σπιτιού από το ζεύγος Lutz, ο μεσίτης του αποκαλύπτει τα συμβάντα και τους ρωτά αν αυτά πρόκειται να επηρεάσουν την απόφασή τους σχετικά με την αγορά του σπιτιού. Εκείνοι, μετά από μια μικρή συζήτηση, καταλήγουν ότι αυτά που συνέβησαν δεν αποτελούν πρόβλημα. Και έτσι ξεκινά ο Τρόμος…

Καταρχάς, ας διαχωρίσουμε την πραγματικότητα από τη Φαντασία. Τίποτε δεν έχει συμβεί πραγματικά στην ιστορία του Anson. Αντίθετα, ο Ronald DeFeo δολοφόνησε την οικογένειά του σε αυτό το σπίτι. Η σύνδεση των φονικών με την παρουσία μεταφυσικών στοιχείων είναι το έξυπνο κομμάτι του βιβλίου. Όμως η γραφή του συγγραφέα και η αφέλεια με την οποία χειρίζεται αυτή την έξυπνη ιδέα κάνουν το βιβλίο βαρετό. Σε καμία περίπτωση –μα σε καμία, λέμε–, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο “πιο τρομακτικό από τον Εξορκιστή και που συνέβη στα αλήθεια”, όπως διαφήμιζε το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης.

Θα μείνω στο φιλμ, γιατί είναι πιο creepy και μανιοκαταθλιπτικό από τη γραφή του Anson και αρκετές κλάσεις πιο τρομακτικό.
Το φιλμ! Το φιλμ του 1979, βεβαίως βεβαίως! (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 3ο)

22) To Στοιχειό – Mark Ronson (Ψευδ. του Marc Alexander, 1929)

(Ogre, 1980)
ΒτΤ 1981, μετ. Β. Καρύδη

H ηρεμία στο απομακρυσμένο χωριό κλυδωνίζεται, όταν κάποιο πλάσμα επιτίθεται και σκοτώνει ζώα και ανθρώπους. Υποψίες, σασπένς και μερικές καλές σκηνές τρόμου συνθέτουν αυτό το βιβλίο που σε σχέση με τα υπόλοιπα του συγγραφέα, είναι αρκετά καλύτερο. Τίποτε το συνταρακτικό, παρά μόνο η αμήχανη στιγμή που υποθέτεις ότι θα το παρατήσεις στη μέση, αλλά ξαφνιάζεσαι ευχάριστα και το πας μέχρι το τέλος. (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 4ο)

23) Η Πόλη των Καταραμένων – Evan Chandler (Ψευδ. του Frank Coffey, 1947)

(Dying Light, 1979)
ΒτΤ 1981, μετ. Α. Μακράκη

Μια τελετουργική θυσία αίματος για έναρξη. Κατόπιν, μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη, όπου συναντούμε την Ηβ, που είναι μια καταξιωμένη καλλιτέχνιδα. Εκτός από την καλλιτεχνική της ιδιότητα όμως, η Ηβ είναι και «θύμα», αφού ο άντρας της ζήλευε την καταξίωσή της. Όμως δε ζηλεύει πλέον, αφού σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα. Ούσα έγκυος, αποφασίζει να τα αφήσει όλα πίσω της και να επιστρέψει στο μέρος που μεγάλωσε, όπου ο θείος της και υπεύθυνος της θυματοποίησής της ζει ακόμα. It doesn’t make any of a fucking sense, που λένε και στο νησί, αλλά ας μείνουμε στο θέμα.

Το πιο αργό βιβλίο που έχω διαβάσει. Πιο αργό και από έφηβο σαλιγκάρι, που η μάνα του το σήκωσε από το Playstation για να το στείλει σε θέλημα. Περίμενα ότι έτσι θα πάει, αλλά η ταχύτητα –προς το τέλος– σηκώνεται λιγάκι. Υπάρχει και ένα plot twist, που δεν ήταν διόλου κακό. (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 5ο)

24) Οι Σημαδεμένοι – Eric Ericson

(The Sorcerer, 1978)
ΒτΤ 1981, μετ. Β. Καρύδη

O Μέησον, ένας νεαρός επιστήμονας και κεντρικός ήρωας του βιβλίου, συνοδεύει την ερωμένη του σε ένα άγριο σεξουαλικό όργιο, όταν ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται μπλεγμένος σε μια αδίστακτη ομάδα σατανιστών.

Πέρα από το “δεν ήξερες, δε ρώταγες” και το “την υπογραφή και το μόριό σου, πρέπει να ξέρεις πού να τα βάζεις“, το βιβλίο είναι ένα κανονικό page-turner. Τα έχει όλα. Γρήγορη ροή, σκηνές σεξ και βίας, αποκρυφισμό και μια τολμηρή δόση σατανιστικής φιλοσοφίας, που σήμερα μπορεί να αμφισβητηθεί. Αποτελεί μια όαση καταμεσής μιας σειράς, που απαρτίζεται κυρίως από τριτοτέταρτα (ασφαλώς και υπάρχουν και οι εξαιρέσεις) βιβλία του είδους. Βιβλίο για την πεντάδα με τα καλύτερα της σειράς. (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 6ο)

25) Ο Σαδιστής – Jasper Smith

(The Specialist, 1979)
ΒτΤ 1981

Τοποθετημένη κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία του 1944, η πλοκή ακολουθεί την Πρωσίδα κόμμισα, που φυλακίζεται μαζί με μια νεαρή τσιγγάνα σε μια μεγάλη έπαυλη κάπου στον ποταμό Ρήνο, που είναι το ορμητήριο ενός κτηνώδους Λοχαγού των Ες-Ες. Οι δύο γυναίκες βιώνουν την ανείπωτη φρίκη, ευρισκόμενες στο έλεος του βασανιστή τους.

Γρήγορο “naziploitation”, με μεγάλες δόσεις σκηνών gore. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος από την ψυχολογική πλευρά του πράγματος και αυτή η έλλειψη το καθιστά απλώς μη ρεαλιστικό. Και όταν ο ρεαλιστικός τρόμος δεν είναι ρεαλιστικός, το αποτέλεσμα είναι ανούσιο.

*Το εσώφυλλο του αντίτυπού μου φέρει στοιχεία άλλου τίτλου. Συγκεκριμένα, του τίτλου Νο 20, Η κραυγή – Τhe Caller. Έτσι, δεν υπάρχει κανένα παραπάνω βιβλιογραφικό χαρακτηριστικό, πράγμα που με ενόχλησε αρκετά. Επίσης, δε βρέθηκε κανένα παραπάνω στοιχείο για τον συγγραφέα, πράγμα που δε με ενόχλησε καθόλου. (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 7ο)

26) Οι Σατανιστές – Mary-Rose Hayes (1939)

(The Neighbors, 1977)
ΒτΤ 1981, μετ. Ε. Πρόκου

Από την πρώτη στιγμή, τότε που μετακόμισαν σε αυτό το σπίτι, η Κίττυ το μίσησε. Έφταιγε η μυρωδιά του. Επίσης, δεν υπήρχε κανένα παιδί στη γειτονία με το οποίο θα μπορούσε να παίξει και όλη η γειτονιά ανέδιδε μια ανατριχίλα. Και μετά, όταν ο πατέρας της έφυγε σε ένα ταξίδι για δουλειές και η μητέρα της αρρώστησε μυστηριωδώς, η Κίττυ άρχισε να συνειδητοποιεί τον κίνδυνο που την απειλούσε.

Η Κίττυ δεν είναι γάτα. Είναι η ηρωίδα αυτού του απογοητευτικού βιβλίου. Στο αγγλικό πρωτότυπο ονομάζεται Chetty, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, αφού, έτσι και αλλιώς, δε θα το έκανε πιο ενδιαφέρον… (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 8ο)

27) Το μωρό της Ρόζμαρυ – Ira Levine (1929-2007)

(Rosemary’s Baby, 1967)
ΒτΤ 1981, μετ. Β. Σωτηροπούλου – Καρύδη

H Ρόζμαρυ (ακολουθώντας την ελληνική απόδοση) και ο σύζυγός της Γκάυ μετακομίζουν σε ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, μη γνωρίζοντας ότι οι ηλικιωμένοι γείτονες και κάποιοι φίλοι τους τρέφουν ένα μεγάλο και ενοχλητικά στενό ενδιαφέρον για εκείνους. Τη στιγμή που η Ρόζμαρυ αρχίζει να το ανακαλύπτει, ίσως ήδη να είναι πολύ αργά!

Θεωρητικά, δεν θέλω, σε καμιά περίπτωση, να σποϊλάρω αυτή την κλασική ιστορία τρόμου και μάλλον δεν θα το κάνω. Πρακτικά όμως, για κάποιον λάτρη της Λογοτεχνίας του Τρόμου είναι ανήκουστο να μην το έχει διαβάσει ή έστω να μην έχει δει το αξεπέραστο φιλμ του Ρομάν Πολάνσκι.

Η γραφή είναι εξαιρετική και η πλοκή έχει ρυθμό αποπλάνησης. Οι χαρακτήρες –καλοί και κακοί– είναι ολοζώντανοι. Όπως και να έχει, o Levine δημιούργησε ένα από τα πιο σκοτεινά και τρομακτικά βιβλία όλων των εποχών. Ένα γνήσιο πολυδιάστατο αριστούργημα που, μισό αιώνα αργότερα, συνεχίζει να τρομοκρατεί όποιον ασχοληθεί μαζί του.

Ακόμη μια διαφοροποίηση στο εξώφυλλο, αυτή τη φορά αρκετά επιτυχημένη. Το ξενόγλωσσο εξώφυλλο είναι από της πρώτης έκδοσης (Michael Joseph, 1967). Η έκδοση της σειράς μας είναι η δεύτερη ελληνική. Η πρώτη είναι από τις εκδόσεις Φλίπερ, 1973, ενώ ακολούθησαν ακόμη δύο επανεκδόσεις, εκείνη του 1994 από τις εκδόσεις Επιλογή / Θύραθεν και η πιο πρόσφατη (2012) από τις εκδόσεις Αnubis. (Νοικάρηδες του Σατανά: Μέρος 9ο)

Συνεχίζεται…

Τα περισσότερα ελληνικά εξώφυλλα είναι από το site greekfantastico.fandom.com.

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

2 Σχόλια

Ιωάννης 23 Απριλίου 2020 - 5:44 ΠΜ

Σαράντα σχεδόν χρόνια πρίν, διάβασα τους Δαίμονες της Νορμανδίας, το Μανιτού, το Τζίν και το Μυστηριώδεις Δυνάμεις, ένα καλοκαίρι στον Πόρο. Τα δανείστηκα από μία γειτόνισσα που αντάλλαζε συχνά βίπερ με τους δικούς μου. Τα διάβασα όλα εναλλάξ και ταυτόχρονα με τους δικούς μου και κανένας τους δεν με εμπόδισε – αν και εκείνοι τα βρήκαν κακογραμμένα και βαρετά. Το “Μυστηριώδεις Δυνάμεις” με κράτησε ξύπνιο και τρομαγμένο πολλές νύχτες τότε. Τα υπόλοιπα τα ευχαριστήθηκα αρκετά – βλέπεις δεν είχαμε στα 80s λογοτεχνία τρόμου, οπότε ακόμα και το λίγο και συχνά άθλιο βιβλίο, ήταν αποκάλυψη. Αργότερα διάβασα όλον τον Masterton στα αγγλικά.
Τον Guy N.Smith, σιχάθηκα τόσο πολύ τα “Καβούρια” του, που πέρασε καιρός να τον ξαναπιάσω. ΄Το συγκεκριμμένο, υποθέτω θα αναφερθεί στο Β’ μέρος.

Reply
Θάνος 21 Απριλίου 2020 - 3:53 ΜΜ

12 χρονών, καλοκαίρι έκτης δημοτικού και αγοράζω το Τζίν. Μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι, το βιβλίο διαβάστηκε απ’ όλους τους φίλους μου στη γειτονιά, σαν απαγορευμένο φρούτο. Το διαβάζαμε στα κρυφά, καμουφλαρισμένο μέσα σε μικυμάους για να μην το δουν οι γονείς μας και το.. εξαφανίσουν. Βλέπεις ο Μάστερτον ήταν όχι μόνο άρχοντας του τρόμου, αλλά και του σεξ. Και τα δύο απαγορευμένα για την εποχή και την ηλικία μας. Περιτό να αναφέρω οτι πήρα όλα σχεδόν τα βιβλία της σειράς και οτι από τότε, λάτρεψα και διαβάζω μανιωδώς τη λογοτεχνία τρόμου.

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά