Γάτες, Ιστορίες Τρόμου και Διάλογος μεταξύ των Freud και Jung

by Σοφία Μαρία Νικολοπούλου

Το παρόν άρθρο είναι αφιερωμένο στη Nyctophiliac Annita Luxon. Την ευχαριστούμε θερμά για την υποστήριξή της στη καμπάνια μας στο Ko-fi και για το εξαιρετικό θέμα που μας πρότεινε! Μη ξεχνάτε πως με κάθε δωρεά των 2€ μπορείτε κι εσείς να μας προτείνετε ένα άρθρο για μελέτη, ενώ θα λάβετε στο mail σας ως ελάχιστο “ευχαριστώ” και το ebook “Ιστορίες από τα φαντάσματα των πύργων”.

Εύκολα κάποιος αποφαίνεται ότι οι γάτες αποτελούν αμφιλεγόμενο σημείο στην υπάρχουσα λογοτεχνία, όπως και θεωρία και κριτική αυτής. Ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο εκφράζουν τις ανάγκες τους, το μικρό τους μέγεθος αλλά και το μπρίο και η ανεξαρτησία τους, σε συνδυασμό με την αρκετά επιβλητική παρουσία τους, με τα έντονα μάτια και το μυώδες σώμα, τις διακυμάνσεις στη ψυχολογία τους, δημιουργούν ένα πέπλο μυστηρίου και αβεβαιότητας γύρω τους. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξέρουμε αν λόγω μεγέθους θα ήθελαν να κυριαρχήσουν στον άνθρωπο, αλλά σίγουρα γνωρίζουμε, τουλάχιστον όσοι αγαπάμε αυτά τα τετράποδα, ότι όχι μόνο έχουν εμπνεύσει πληθώρα καλλιτεχνών και λόγιων, αλλά και ότι δεν είναι πολλοί εκείνοι που θα ασχοληθούν πραγματικά μαζί τους και θα σεβαστούν την ανεξαρτησία τους. Το συγκεκριμένο άρθρο προκύπτει κατά παραγγελία από μια συγκεκριμένη φίλη μου, καλλιτέχνη και γατόφιλη, όπως και λάτρη του τρόμου, και γι’ αυτό θα επικεντρωθώ στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο των γατών σε τρεις σύντομες γοτθικές ιστορίες τρόμου, όπου τις παραθέτω με χρονολογική σειρά: “The Black Cat” από Edgar Allan Poe, “The Squaw” από Bram Stoker, και “The Cats of Ulthar” από H. P. Lovecraft.

Artwork by Jack-Burton25

Η ψυχαναλυτική θεωρία, και ειδικά όπως αυτή διαμορφώθηκε επί των Freud και Jung, αν και τώρα πια είναι αμφιλεγόμενη και έντονα αμφισβητήσιμη, είναι σίγουρα εξαιρετικά χρήσιμη για να ξεκλειδώσεις τα μυστικά ενός κειμένου, πόσο μάλλον όταν αυτό ανήκει στη γοτθική λογοτεχνία και κατ’ επέκταση στον τρόμο, δύο είδη που, αν και διαφορετικά, έχουν κοινές γραμμές μιας και ασχολούνται ιδιαίτερα με το υποσυνείδητο και τις βαθύτερες συλλογικές φοβίες του ανθρώπινου είδους. Το συγκεκριμένο στοιχείο, σε συνδυασμό με την επισφαλή θέση των γατών στα μάτια του ανθρώπου, όπως και με την αυθαίρετη σύνδεσή τους με τη μεσαιωνική παράνοια περί μαγισσών και Διαβόλου, κάθε άλλο παρά τοποθετούν το συγκεκριμένο ζώο στο επίκεντρο αρκετών ιστοριών που έχουν σχέση με τα θέματα της εκδίκησης, της δολοφονίας και της αρχέγονης φοβίας για το σκοτάδι και το άγνωστο. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα χρησιμοποιήσω την Φροϋδική θεωρία περί σύστασης της ανθρώπινης ψυχολογίας και συνείδησης (το εκείνο, το εγώ και το υπερεγώ) όπως και την Γιουνγκιανή θεωρία περί συλλογικού ασυνειδήτου, ώστε να διαλευκάνω το μυστήριο σχετικά με τη λογοτεχνική εμμονή με τις γάτες ως όντα αφύσικα, ανθρωπόμορφα, και ικανά να φέρουν την καταστροφή για τους ήρωες των ιστοριών.

Στο δεύτερο μέρος του Malleus Maleficarum (Η Σφύρα των Μαγισσών, 1487) στην ερώτηση «Πώς οι Διάβολοι μπορούν να μπουν στο Ανθρώπινο Σώμα και Κεφάλι χωρίς να προκαλέσουν Κακό, όταν προκαλούν μια τέτοια Μεταμόρφωση μέσω Ταχυδακτυλουργίας» γίνεται μια μοναδική αναφορά σε ένα δυστυχές συμβάν με έναν εργάτη και τρεις μεγάλες γάτες. Καθώς έκοβε ξύλο για να το κάψει, «μια μεγάλη γάτα ξαφνικά εμφανίστηκε και ξεκίνησε να του επιτίθεται, και όταν αυτός κατάφερε να την ξεκολλήσει, μια ακόμα μεγαλύτερη ήρθε και του επιτέθηκε με ακόμα περισσότερο σθένος. Και όταν προσπάθησε, για δεύτερη φορά να τις διώξει, ιδού, τρεις μαζεμένες του επιτέθηκαν, πηδώντας στο πρόσωπό του, δαγκώνοντάς τον και γρατζουνώντας τα καλάμια του». Φυσικά και ο χωρικός βρήκε τρόπο να αντεπιτεθεί, πρώτα κάνοντας τον σταυρό του, και στη συνέχεια χτυπώντας τες είτε στο κεφάλι, είτε στα πόδια, είτε στη πλάτη. Στη συνέχεια, ο άνδρας οδηγήθηκε μπροστά στον δικαστή χωρίς συγκεκριμένο λόγο (φαντάζεστε να τον οδηγούσαν επειδή βάρεσε βάναυσα τρία ζώα;). Ο δικαστής διέταξε τη φυλάκισή του χωρίς να τον ακούσει, παρόλο που ο πλέον φυλακισμένος άνδρας ούρλιαζε ότι δεν έφταιγε και ότι ήταν αθώος. Με τα πολλά, τον οδήγησαν ξανά μπροστά στον δικαστή -ο μεν άνδρας γονατιστός παρακαλούσε να μάθει τον λόγο που τον κλείδωσαν, ο δε δικαστής ξέσπασε: «Μέρα μεσημέρι, χτυπάς τρεις αξιοσέβαστες γυναίκες της κοινότητας οι οποίες είναι τώρα ξαπλωμένες στα κρεβάτια τους, ανίκανες να κουνηθούν». Εν συντομία, συνειδητοποίησαν ότι κάτι τέτοιο μόνο ο διάβολος θα μπορούσε να είχε κάνει, μιας και ο ατυχής άνδρας είχε χτυπήσει τις γάτες στα ίδια μέρη που οι γυναίκες είχαν τα τραύματά τους. Οπότε, οι γυναίκες είχαν μεταμορφωθεί σε γάτες επειδή ήταν μάγισσες. Ο χωρικός αφέθηκε ελεύθερος.

Πώς γίνεται, επομένως, αυτό το είδος αιλουροειδούς να μην προκαλέσει πληθώρα συζητήσεων και να μην αποτελέσει το ίδιο την αρχή της έμπνευσης για χιλιάδες ιστορίες που άπτονται του μυστηρίου, της σκοτεινής φαντασίας και του τρόμου; Οι σπόροι είχαν ήδη φυτευτεί για τα καλά, και όχι μόνο κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα αλλά και νωρίτερα, βλέπε Κέλτικη μυθολογία, σπόροι που μιλούσαν για μαγικά όντα που θα μπορούσαν αν ήθελαν να προκαλούσαν κακό, τεράστιο κακό, στο ανθρώπινο είδος. Είναι φυσικά σημαντικό ν’ αποδεχτούμε και το μεταίχμιο στο οποίο ζει η γάτα· άλλο να λατρεύεσαι σαν θεά στην Αρχαία Αίγυπτο και άλλο να σε κυνηγούν για να σε αφανίσουν επί Μεσαίωνα. Αυτή η διττή της φύση θυμίζει πολύ την ασταθή φύση του γυναικείου φύλου κατά τη διάρκεια των αιώνων, ένα μοτίβο που ξεκίνησε με την Εύα και την πτώση της από τον Κήπο της Εδέμ. Μήπως η γάτα έχει καταλάβει την ίδια μεθοριακή θέση, μ’ εκείνη της γυναίκας στο σώμα της λογοτεχνίας; Πανέμορφη αλλά πανούργα, πανέξυπνη αλλά παμπόνηρη, γλυκιά αλλά και επικίνδυνη.

Ο Sigmund Freud στο γραφέιο του στην Βιέννη, 1934.

Το τρίπτυχο εκείνο-εγώ-υπερεγώ (id-ego-superego) αναπτύχθηκε από τον Sigmund Freud (1856-1939) ώστε να μιλήσει για τις ανάγκες, τα κίνητρα και τις ενδόμυχες σκέψεις του ανθρώπου, σκέψεις που δεν θα μπορούσε να παραδεχτεί ποτέ ο ίδιος στον εαυτό του. Δημιουργήθηκε ακόμα ώστε να υπογραμμίσει τη σημασία του υποσυνειδήτου και πώς αυτό έχει σμιλευτεί από νεαρή ηλικία. Παράλληλα, ο ψυχαναλυτής θέλησε να τονίσει τη βαθιά σύνδεση του ανθρώπινου υποσυνείδητου με τη σεξουαλικότητα (λίμπιντο) και το ένστικτο του θανάτου.

Για να μπορέσει ο άνθρωπος, λοιπόν, να επιβιώσει και να διατηρήσει μια υγιή ζωή μακριά από εκείνα που τον τρομάζουν, τα απωθεί σε βαθμό που τα αφαιρεί από το συνειδητό του και τα κρατά αδρανή στο υποσυνείδητό του. Η διαδικασία της απώθησης (repression) είναι και αυτή που θέτει εκτός συνείδησης όλα τα ένστικτα και τις ορμές του, ώστε να μην χαθεί ο νους του. Επομένως:

  1. Το εκείνο (id) είναι το «πρωτόγονο και ενστικτώδες στοιχείο της προσωπικότητας, αποτελείται από όλα τα βιολογικά στοιχεία της προσωπικότητας που εμφανίζονται από τη γέννηση, συμπεριλαμβανομένου το ένστικτο της ζωής/σεξ, τον Έρως, που περιλαμβάνει τη λίμπιντο και το επιθετικό ένστικτο, τον Θάνατο».
  2.  Το εγώ (ego) είναι εκείνο το μέρος που έχει δημιουργηθεί από εξωτερικά ερεθίσματα, είναι η πραγματικότητα που έχουμε φτιάξει εμείς, που δεχόμαστε και θέλουμε να ζούμε, είναι η σκάλα που μεσολαβεί μεταξύ του εκείνου (υποσυνείδητο) και του εξωτερικού κόσμου. Σε μια ιδανική κατάσταση, το πρώτο είναι χαοτικό και παράλογο, ενώ το εγώ είναι σταθερό και λειτουργεί με γνώμονα τη λογική, ψάχνοντας να βρει λογικές λύσεις να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εκείνου.
  3. Τέλος, το υπερεγώ (superego) είναι ο μηχανισμός που ελέγχει τις ορμές του υποσυνείδητου, ειδικά όσες έχουν σχέση με το σεξ και την επιθετικότητα, ενώ πείθει το εγώ να ακολουθήσει όχι μόνο ρεαλιστικές και λογικές οδούς αλλά και ηθικές αξίες, ώστε να φτάσει την τελειότητα.
O Carl Gustav Jung έχει επηρεάσει τον τομέα της ψυχαναλυτικής, όπως και του business και του marketing, με τις διδαχές του.

Ο Carl Gustav Jung (1875-1961) ήταν Ελβετός ψυχαναλυτής, μαθητής του Freud και εισηγητής της σχολής της αναλυτικής ψυχολογίας. Η θεωρία του περί ασυνειδήτου είναι αρκετά διαφορετική από εκείνη του Freud, όπου ο δάσκαλός του διέκρινε ότι το ασυνείδητο αποτελείται από προσωπικά βιώματα και φοβίες. Ο Jung το διαχώρισε στο ατομικό και το συλλογικό. Το συλλογικό ασυνείδητο (collective unconscious) περιλαμβάνει βιώματα του ανθρώπινου είδους που κληρονομεί ο κάθε μέσος άνθρωπος από τους προγόνους του, ενώ διαμορφώνεται από τα ένστικτα (για παράδειγμα του σεξ ή του θανάτου / Έρως και Θάνατος στον Freud) ή αλλιώς αρχέτυπα (archetypes), όπως τα μετονομάζει ο Jung.  Άρα, το βαθύτερο μέρος του ανθρώπινου νου είναι συλλογικό, έχει περάσει από γενετικό κώδικα σε γενετικό κώδικα, είναι κοινό για όλους και αυτό φταίει για πολυάριθμες καλοδιατηρημένες πεποιθήσεις περί σεξουαλικής συμπεριφοράς ή πνευματικότητας.

Το συλλογικό ασυνείδητο εκφράζεται μέσα από τα αρχέτυπα. Υπάρχουν τα αρχετυπικά γεγονότα, όπως είναι η γέννηση ή ο θάνατος, οι αρχετυπικές φιγούρες, όπως είναι η μητέρα (mother), ο διάβολος (devil), ο Θεός (God), η σκιά (Shadow) και ο κατεργάρης (trickster), καθώς και τα αρχετυπικά μοτίβα, για παράδειγμα η αποκάλυψη (apocalypse). Φυσικά και η λίστα είναι εκτενής, όπως και φυσικά κάθε ένα από αυτά έχει θετικές και αρνητικές ιδιότητες.

Αυτή η θεωρία του Jung φαίνεται να έδεσε τέλεια με την ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο και την τάξη των πραγμάτων, όχι μόνο μέσα από τα προσωπικά του βιώματα αλλά και μέσα από τα βιώματα της ανθρωπότητας. Κατά μία έννοια, ο Jung είχε συμπληρώσει το κενό που άφηνε η θεωρία του Freud για τον ανθρώπινο ψυχισμό, μιας και εισήγαγε την έννοια της συλλογικότητας στα βιώματα, τα τραύματα και τις φοβίες του είδους μας.

Επιστρέφοντας στο κομμάτι της λογοτεχνίας, η ανάλωση των μοτίβων και ιδεών που συναντούμε σε αυτήν μπορεί να οριστεί ως αυταπόδεικτη επιρροή του συλλογικού ασυνειδήτου στον συγγραφέα· για παράδειγμα, το αρχέτυπο του διαβόλου, του θεού και της αποκάλυψης, μέσω ποικίλων ερμηνειών, δείχνουν να απασχολούν πολλούς δημιουργούς μιας και προκύπτουν από την εγγενή τους ανάγκη να μιλήσουν και να συμβιβαστούν με φοβίες που έχει κληρονομήσει από τους προγόνους του. Ξαφνικά, λοιπόν, η συμπεριφορά απέναντι στις γάτες ως πλάσματα παράξενα, μαγικά και συνδεδεμένα με το σκοτάδι και τη σκιά, από τα προχριστιανικά χρόνια μέχρι τον Μεσαίωνα ως τις αρχές του εικοστού αιώνα και μέχρι σήμερα, μοιάζει αρκετά συνδεδεμένη με την ανθρώπινη φύση ως ενιαία, κοινή. Μεταφέρουμε στα κόκαλά μας τις φοβίες και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν εκατοντάδες χρόνια πριν, είμαστε δηλαδή προϊόντα της ατέρμονης τριβής των ανθρώπων μεταξύ τους.

Edgar Allan Poe και ο πολύπαθος Πλούτωνάς του

Artwork by Maria Paula Oliveira

O Edgar Allan Poe (1809-1843) αποτελεί για πολλούς αναλυτές και αναγνώστες την απόλυτη γοτθική έμπνευση -οι ιστορίες του αναλώνουν το μοτίβο της ανθρώπινης φύσης ως ασταθή, δολοφονική και σκοτεινή, ενώ η εμμονή με τον θάνατο, και ειδικά μια όμορφης γυναίκας ως το πιο ποιητικό στοιχείο που θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει, έχουν προσελκύσει πληθώρα αναγνωστών τρόμου, καθώς και τη δημιουργία ακόμα περισσότερων βαθιά ρομαντικών αλλά αρκετά σκοτεινών λογοτεχνικών έργων. «O Mαύρος Γάτος» του (The Black Cat, 1843) αποτελεί μια ψυχολογική ανάλυση περί εκδίκησης και ενοχής -ο αφηγητής θεωρεί ότι το έγκλημά του θα μείνει για πάντα κρυφό, χωρίς όμως να υπολογίζει τη δύναμη που έχει πάνω του το κατοικίδιο που κακομεταχειριζόταν.

Ξεκινάμε με έναν αφηγητή που από την αρχή μοιάζει αρκετά αναξιόπιστος, ενώ θεωρεί ότι πάντα αγαπούσε τα ζώα, και για αυτό το λόγο είχε αρκετά στο σπίτι του μαζί με την γυναίκα του. Είχε, λοιπόν, μια ιδιαίτερη αδυναμία στον Pluto, έναν πανέμορφο μαύρο γάτο. Κατά τη διάρκεια ενός αλκοολικού του επεισοδίου, και σε μια στιγμή τρέλας, ο αφηγητής τυφλώνει με το μαχαίρι του τον γάτο. Τελικά, τον κρεμάει από έναν δέντρο στον κήπο του και το ζώο ξεψυχά. Καθώς περνά ο καιρός, ο αφηγητής, επειδή είχε ενοχές, αντικαθιστά τον Plutο μ’ έναν πολύ παρόμοιο εμφανισιακά γάτο, που όμως καταλήγει να τον μισεί περισσότερο από ποτέ επειδή ακριβώς του θυμίζει το έγκλημα κατά του Pluto. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια ενός ακόμα αλκοολικού επεισοδίου, επιτίθεται στον καινούργιο γάτο με ένα τσεκούρι στο κελάρι. Η γυναίκα του εμποδίζει την πράξη, αλλά τότε είναι που ο αφηγητής στρέφεται στη γυναίκα του και τη δολοφονεί.

Το να εγκλωβίσεις το πτώμα της γυναίκας σου σε έναν τοίχο είναι κάτι που ο αφηγητής νομίζει ότι έχει κάνει τέλεια, όμως δεν υπολόγιζε ποτέ ότι μαζί με τη γυναίκα του είχε εγκλωβίσει και τον γάτο. Κατά τη διάρκεια μιας επιθεώρησης στο κελάρι του αφηγητή, το δυνατό νιαούρισμα του γάτου τον «κάρφωσε» στις αρχές:

«μια κραυγή θρήνου, μισή τρόμου και μισή θριάμβου, λες και είχε προέλθει μόνο από την κόλαση, από τα στόματα των καταραμένων κατά τη διάρκεια του μαρτυρίου τους, όπως και από τους δαίμονες που αγάλλονται στο θέαμα της καταδίκης τους».

Artwork by Mike Penn

Στη συγκεκριμένη ιστορία, ο γάτος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πολυμορφικό αφηγηματικό στοιχείο: από τη μία, έχει το όνομα του θεού του κάτω κόσμου με βάση την αρχαιοελληνική μυθολογία, οπότε και η σύνδεσή του με το ένστικτο του θανάτου που κυριαρχεί τελικά στον ήρωα είναι αρκετά εμφανής και δικαιολογημένη. Από την άλλη, ο γάτος αποτελεί το εναρκτήριο λάκτισμα για την πτώση του ήρωα· θα ισχυριζόμουν ότι συμβολίζει το εκείνο (id) που ακολουθεί πάντα τον ήρωα, και αν και δείχνει άκακο, η σταδιακή παράνοια και τρέλα του αφηγητή, εξαιτίας του εθισμού του στο αλκοόλ, τον ωθεί στο να αντικαταστήσει το εγώ (ego)με το εκείνο. Το ένστικτο του ανθρώπου για επιβίωση και η δολοφονική του σκέψη έχουν έρθει στο προσκήνιο· χωρίς το εγώ και το υπερεγώ να καθοδηγούν το ασυνείδητο μέσα από ασφαλείς και νομοταγείς δρόμους για να αποκτήσει αυτό που θέλει, ο άνθρωπος είναι χαμένος, σε μια φάση εντροπίας, δέσμιος των ενστίκτων της ευχαρίστησης ή του θανάτου, ένα θηρίο χωρίς λογική.

Στην ανθολογία τους με τίτλο, «Gothic Animals, Uncanny Otherness and the Animal With-Out» (2020), οι Heholt και Edmunson μιλούν τη συνεχή δυναμική του διπόλου άνθρωπου-ζώου, ειδικά στη γοτθική λογοτεχνία, όπου ο ανθρωπομορφισμός τείνει να είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα μοτίβα.

Το ζώο, απ’έξω, έρχεται στο ανθρώπινο βασίλειο ώστε να ελεγχθεί και να περιοριστεί. Υπάρχει, ωστόσο, μια εναλλακτική πλευρά σε αυτή την ιδέα, αυτή που φέρνει το ζώο ανάμεσα στους ανθρώπους και προάγει την ιδέα του ανθρώπου ως ζώο. Σε αυτό το μοτίβο, το “ζώο” δεν κινείται από “έξω προς τα μέσα”, αντίθετα υπάρχει η τρομερή προοπτική του ζώου “μέσα μας” ν’ αποδράσει και, ανεξέλεγκτα να εκφράσει, την απάνθρωπη, τερατώδες πλευρά του “ανθρώπου“. 

Υπό αυτό το πρίσμα, και όσων είπα προηγουμένως, η μάχη του id να επιβληθεί στο τέλος κερδίζεται, ο αφηγητής μετατρέπεται σ’ ένα θηρίο και δολοφονεί έναν άνθρωπο, έναν δικό του άνθρωπο, τη γυναίκα του. Παρ’ όλ’ αυτά, ο δεύτερος μαύρος γάτος, που εδώ συμβολίζει το υπερεγώ (superego) βρίσκεται εκεί για να επιβάλει την τάξη. Mε το νιαούρισμά του ειδοποιεί τις αρχές και επαναφέρει τον κόσμο στο νομοταγές πλαίσιο που πρέπει να ακολουθεί.

Η εκδικητική δύναμη της μητρότητας στο διήγημα “The Squaw” του Bram Stoker

Η σύντομη ιστορία τρόμου του Bram Stoker, The Squaw (1893), θα μπορούσε ν’ αναλυθεί υπό το πρίσμα διάφορων θεωριών, όμως θα ήθελα να επικεντρωθούμε σ’ εκείνη που αφορά το αρχέτυπο της μητέρας ως μια εκδικητική δύναμη που έρχεται να καταστρέψει τη δύναμη του λευκού, δυτικού άνδρα απέναντι στο ξένο, το ιθαγενές μαύρο σώμα που τον αποκρούει ενώ παράλληλα τον ελκύει. Η ιστορία ακολουθεί ένα φρεσκοπαντρεμένο ζευγάρι Βρετανών που επιλέγουν τη Νυρεμβέργη ως τον απόλυτο γοτθικό προορισμό για το ταξίδι του μέλιτος. Εκεί γνωρίζονται μ’ έναν αρκετά πομπώδη Αμερικανό μεγιστάνα, τον Hutcheson, που αγαπά να μιλά για την Άγρια Δύση και για τις αποδράσεις του από βίαιους Ινδιάνους. Αποφασίζουν να επισκεφθούν τη Σιδηρά Παρθένο της Νυρεμβέργης και, κατά τη διάρκεια μιας στάσης τους, παρατηρούν μια μεγάλη μαύρη γάτα με καταπράσινα μάτια να παίζει με το μωράκι της.

 Ο Αμερικανός, επειδή ήθελε απλά να παίξει κι εκείνος μαζί τους, αποφασίζει να ρίξει ένα φυσιολογικού μεγέθους βότσαλο κοντά τους. Το βότσαλο, όμως, λόγω της υπερβολικής ορμής του, πέφτει πάνω στο γατάκι και του έλιωσε τα μυαλά, όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο. Εκείνη τη στιγμή, η μαμά γάτα δείχνει απίστευτα θυμωμένη ενώ προσπαθεί να σώσει το μωρό της. Μάταια όμως. Η απειλητική ματιά της ακολουθεί το τρίο και ειδικά τον Hutcherson, ενώ ο αφηγητής αναφέρει πως «ποτέ δεν θα ξεχάσω το θέαμα, μιας και έμοιαζε η τέλεια προσωποποίηση του μίσους». Έδειξε τα δόντια της, γρύλισε και έβγαλε τα νύχια της.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να αναφερθώ στην ετυμολογία της λέξης «squaw» που αποτελεί υποτιμητικό όρο αναφοράς σε Ινδιάνα γυναίκα ή σύζυγο.  Με το που βλέπει τη σκηνή ο Hutcherson, αναφέρεται στη γάτα ως το «πιο βάρβαρο τέρας» που έχει συναντήσει ποτέ, εκτός από εκείνη τη φορά που ένας μπάσταρδος είχε σκοτώσει το παιδί μιας Ινδιάνας (“squaw”, όπως αναφέρεται στο πρωτότυπο), η οποία τον ακολουθούσε μέρα και νύχτα μέχρι που κατάφερε να τον πιάσει. Ο Hutcherson ήταν εκείνος που τη σκότωσε και μάλιστα τη φέρνει ως αναλογία με τη, εν λόγω γάτα.

Artwork by Dave Youkovich

Φυσικά και η γάτα τους ακολουθεί ως τη Σιδηρά Παρθένο, όπου και παίρνει την εκδίκησή της προκαλώντας, αρκετά μεθοδικά, τον αποτρόπαιο θάνατο του Αμερικανού μέσα στο κουβούκλιο. Όμως, για να επανέλθει η τάξη στην ιστορία, ο Βρετανός ήρωας και αφηγητής την κόβει στα δύο με ένα από τα σπαθιά των φυλάκων.

Η φρικαλεότητα αυτού του διηγήματος έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο Stoker δημιουργεί παράλληλα σημεία αναφοράς μεταξύ της βάναυσης πράξης απέναντι στο ζωικό βασίλειο και εκείνης απέναντι στους Ινδιάνους, όπως επίσης και στην ευγένεια των αριστοκρατών Βρετανών και την αγριότητα των Αμερικανών (που, φυσικά, καταντά ειρωνική μιας και ο Βρετανός ήρωας είναι αυτός που σφάζει το ζώο με μεσαιωνικό όπλο). Ο Hutcherson ήταν το θύμα της εκδίκησης της μάνας Ινδιάνας, όχι εκείνος που την σκότωσε. Ο αφηγητής ήταν απλός θεατής στην δολοφονία του μικρού γατιού, όμως ήταν εκείνος που σκότωσε τη μαμά γάτα. Η μαμά γάτα είχε μαύρο τρίχωμα και της “επιτέθηκαν” χωρίς λόγο, έτσι όπως και η Ινδιάνα με το σκούρο δέρμα αναγκάστηκε να δεχτεί τον λευκό αποικιοκράτη, χωρίς όμως να υπολογίζει τον θάνατο που θα έφερνε μαζί του. Οι διπλοί ρόλοι των ηρώων πηγάζουν από το αρχετυπικό μοτίβο της μητέρας ως εκδικητική δύναμη. Η μαύρη γάτα αποτελεί και εδώ το ασυνείδητο, και, όπως η Ινδιάνα μητέρα, ενώ τρομάζει με τη διαφορετικότητά της, προκαλεί συνάμα και ευχαρίστηση ή ελκύει τους ήρωες (ο Hutcherson, για παράδειγμα, με τις μακροσκελείς ιστορίες του για το πόσο λατρεύει να μάχεται ενάντια σε Ινδιάνους). Είναι το απαγορευμένο που όλοι θέλουν να γευτούν. Επομένως, όταν ο Βρετανός δολοφονεί τη γάτα, επαναφέρει την τάξη στη διαταραγμένη πραγματικότητα, ασκεί την ηθική εργασία του υπερεγώ.

Το συλλογικό ασυνείδητο στις «Γάτες του Ουλθράρ» του H. P. Lovecraft

Τελευταία ιστορία για σήμερα είναι οι «Γάτες του Ουλθράρ» (The Cats of Ulthar, 1920) από τον πασίγνωστο συγγραφέα τρόμου H. P. Lovecraft, μια ιστορία που μπορεί να διαβαστεί και ως σύγχρονη λόγω της έντονης ενασχόλησής της με το θέμα της κακοποίησης γατών από ανθρώπους. Όταν ένα ορφανό αγόρι, που ανήκει σε μια ομάδα μακρινών ταξιδιωτών που καταφτάνουν στην Ulthar με καραβάνι, δεν μπορεί να βρει το μικρό του μαύρο γατάκι, υποπτεύεται ότι οι φήμες για το ντόπιο ηλικιωμένο ζευγάρι που παγιδεύει και δολοφονεί τις γάτες στην Ulthar είναι αληθινές. Προσεύχεται τόσο πολύ που κάποια μέρα, ενώ είχε φύγει από το χωριό, όλες οι γάτες εξαφανίζονται. Υπονοείται ότι οι γάτες επιτέθηκαν στο ζευγάρι εκείνη την ημέρα, παίρνοντας εκδίκηση, αφήνοντας πίσω μόνο τους σκελετούς τους, ενώ την επομένη μέρα εμφανίστηκαν στους ιδιοκτήτες τους καλοφαγωμένες.

Στη συγκεκριμένη ιστορία παρατηρούμε μια δυνατή απόδειξη του συλλογικού ασυνειδήτου ανάμεσα στις γάτες -επειδή πολλές είχαν χαθεί, οι γάτες μαζεύτηκαν λες και γνώριζαν τι είχαν περάσει οι πρόγονοί τους- και δολοφόνησαν το ζευγάρι εγκληματιών. Παράλληλα, οι γάτες επαναφέρουν την τάξη στον κόσμο· ναι, φυσικά και σκότωσαν τους θύτες, αλλά οι γάτες παραμένουν μέλη του ζωικού βασιλείου, εκεί που το ένστικτο της επιβίωσης κυριαρχεί και όχι η ανάγκη να επιτάσσεσαι σε νόμους για να έχεις καθαρή τη συνείδησή σου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι συγκεκριμένες γάτες πρωταγωνιστούν και σε άλλες ιστορίες του συγγραφέα, όπως στη γνωστή “Ονειρική Αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ” (The Dream-Quest of Unknown Cadath, 1927) κάτι που αποδεικνύει ότι δρουν σαν ενιαία οντότητα, μια συλλογική δύναμη με κοινούς σκοπούς και κοινή μνήμη.

Οπότε, αυτό που φοβόντουσαν να κάνουν οι κάτοικοι του χωριού, το έκαναν τα γάτες της Ουλθάρ. Το εγώ παραμένει αλώβητο, ενώ επέτρεψε στο εκείνο να ενδώσει στη βαθύτερη επιθυμία του μέσα από τον ανθρωπομορφισμό -οι γάτες αποκτούν την ικανότητα να σκεφτούν, να υπολογίσουν τη σκηνή ενός φόνου και να μην αφήσουν ίχνη πίσω τους. Αποστολή εξετελέσθη. Και μάλιστα, έπειτα από αυτό το συμβάν, απαγορεύεται δια ροπάλου η δολοφονία γατών στην πόλη. Έφεραν και την επιθυμητή κοινωνική αλλαγή, δηλαδή.

Στις τρεις ιστορίες, οι γάτες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του ασυνειδήτου ως εκείνο που, αν δεν ελεγχθεί και δεν απωθηθεί, κινδυνεύει να βγει στην επιφάνεια και να αντικαταστήσει τον άνθρωπο με «το ζώο μέσα του». Οι γάτες μπορούν να λειτουργήσουν συλλογικά, να ανακαλέσουν αρχέτυπα που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς και να πάρουν εκδίκηση. Αν και γλυκές, μπορούν να σκοτώσουν και να επαναφέρουν τον κόσμο έτσι όπως ήταν. Η ικανότητά τους, από τη μια να δρουν ως φύλακες του σκότους και από την άλλη ως υπερασπιστές της δικαιοσύνης, είναι και αυτό το στοιχείο που τις ξεχωρίζει -είναι ίσως το μοναδικό ζώο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον συγγραφέα ως ευλογία του ανθρώπινου είδους ή ως η κατάρα του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Lovecraft, H. P. “Cats of Ulthar.” The Complete Fiction. First published: 1920.
  2. Poe, Edgar, Allan. “The Black Cat.” The Complete Tales and Poems. First published: 1843.
  3. Stoker, Bram. “The Squaw.” Dracula’s Guest. First Published: 1893.
  4. Edmunson, Melissa and Ruth Herolt, Gothic Animals: Uncanny Otherness and the Animal With-Out. London: Palgrave, 2020.

Cover art by Nat Jones.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά