Δέκα κλασικά διηγήματα για τον τρόμο του εγκλεισμού

by Βαγγέλης Παπαδιόχος

Ο εγκλεισμός, φυσικός ή/και ψυχικό-πνευματικός, αποτελεί ένα παλιό και γνώριμο λογοτεχνικό μοτίβο που δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να εξετάσει ακραία αισθήματα και οριακές ανθρώπινες καταστάσεις οι οποίες αγκαλιάζουν ένα μεγάλο θεματολογικό και ειδολογικό φάσμα της μυθοπλασίας- από τη φυλακή και το στρατόπεδο μέχρι τον εγκλωβισμό μετά από μια μεγάλη φυσική καταστροφή ή έναν πυρηνικό όλεθρο και από το ρεαλιστικό αφήγημα μέχρι την επιστημονική φαντασία. Η λογοτεχνία του φανταστικού – και κυρίως εκείνη που εστιάζει στον τρόμο – έχει διερευνήσει πολλές φορές τον εγκλεισμό και τις διάφορες εκδοχές του αφήνοντάς μας αρκετά καλά και μερικά εξαιρετικά παραδείγματα όπως αυτά που ακολουθούν.

1. The Premature Burial (Η πρόωρη ταφή) – Edgar Allan Poe

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Dollar Newspaper (1844). Πρώτη ελληνική έκδοση: Παγκόσμιος Ανθολογία Διηγήματος (1960), εκδόσεις Αυλός. Μετάφραση: Ν. Σπανδωνής.

Edgar Allan Poe (1809-1849)

Η “Πρόωρη ταφή” του Edgar Allan Poe είναι μια αρχετυπική ιστορία για τον τρόμο του εγκλεισμού. Σε αυτήν ο μεγάλος συγγραφέας διερευνά το φαινόμενο της καταληψίας- μια παθολογική κατάσταση επιληπτικής κρίσης που οδηγεί στη νεκροφάνεια- και στον συνακόλουθο φόβο να θαφτεί κανείς ζωντανός. Αυτό το ενδεχόμενο αποτελεί «το φριχτότερο από τα μαρτύρια που μπορεί να επιφυλάξει η μοίρα σ’ έναν άνθρωπο που πεθαίνει», σύμφωνα με τον ίδιο Poe, ο οποίος αρχίζει την αφήγηση του υποστηρίζοντας ότι τέτοιου είδους ανατριχιαστικά θέματα δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενα μιας λογοτεχνικής διήγησης. Θέλοντας, λοιπόν, να δώσει αρχικά στον αναγνώστη την εντύπωση ότι επιχειρεί μια μελέτη, χωρίς μυθοπλαστικά στοιχεία, πάνω στο συγκεκριμένο αντικείμενο παραθέτει μερικά αληθινά παραδείγματα ανθρώπων της εποχής του που είτε πέθαναν είτε βρέθηκαν πολύ κοντά στον θάνατο λόγω του πρόωρου ενταφιασμού τους.

Στη συνέχεια, ο Poe καταγράφει την προσωπική του μαρτυρία δηλώνοντας ότι και ο ίδιος υπέφερε από χρόνιες κρίσης καταληψίας που τον οδήγησαν στο να γίνει εμμονικός με τον θάνατο και τον φόβο της πρόωρης ταφής και του δημιούργησαν φρικιαστικές παραισθήσεις αφαιρώντας ουσιαστικά κάθε χαρά απ’ τη ζωή του. Ο φόβος αυτός, μάλιστα, τον κυριεύει σε τέτοιο βαθμό που φτάνει να τοποθετήσει ειδικο συναγερμό, μηχανισμό για το εύκολο άνοιγμα της κρύπτης και δοχεία με τροφή και νερό στον οικογενειακό του τάφο ζώντας, κατά κάποιο τρόπο, σαν πρόωρα θαμμένος ζωντανός. Ώσπου τελικά, αφού περνά μια έντονη κρίση βιώνοντας μια ακόμα φανταστική επιθανάτια εμπειρία εγκλεισμού, καταφέρνει σταδιακά να αποτινάξει τον φόβο του και την ίδια την αρρώστια του και αποκηρύσσει κάθε ενασχόληση με τον θάνατο και την σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης.

Οι γλαφυρές και υποβλητικές περιγραφές του αισθήματος του εγκλεισμού, όπως η παρακάτω, είναι ένας από τους λόγους που κάνουν αυτή την ιστορία κλασική και διαχρονική:

H αφόρητη πίεση στα πνευμόνια – οι αποπνιχτικές αναθυμιάσεις της υγρής γης – η βασανιστική στενότητα των νεκρόρουχων – το τραχύ αγκάλιασμα του στενού τάφου- η μαύρη αδιαπέραστη νύχτα – η σιωπή, που κλείνει μέσα της σαν θάλασσα το δυστυχισμένο θύμα – η αόρατη, αλλά αισθητή παρουσία του αιώνιου νικητή, του θανάτου – όλ’ αυτά κι από πάνω η θύμηση του καθαρού αέρα και της χλόης που μας σκεπάζει, των ακριβών φίλων που θα έτρεχαν να μας σώσουν αν ήξεραν τι μας βρήκε, κι η βεβαιότητα πως ποτέ, ποτέ δε θα το μάθουν, πως ο πραγματικός θάνατος είναι η μοίρα που αναπόδραστα μας περιμένει. Όλ’ αυτά πλημμυρίζουν την καρδιά, που ακόμα χτυπάει, με τόση φοβερή, αβάστακτη φρίκη, που ακόμα κι η τολμηρότερη φαντασία δεν έχει το θάρρος να ζωγραφίσει.

2. L’ Auberge (Το πανδοχείο) – Guy de Maupassant (1850-1893)

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα Les Lettres et les Arts (1886). Πρώτη ελληνική έκδοση: Φανταστικές ιστορίες (1980), εκδόσεις Αιγόκερως. Μετάφραση: Ελπίδα Μπραουδάκη.

Guy de Maupassant (1850-1893)

Ο Maupassant, ένας από τους μεγάλους του διηγήματος του 19ου αιώνα, υπήρξε ένας κατά κανόνα νατουραλιστης συγγραφέας με έντονες επιρροές από τους συμπατριώτες του Gustave Flaubert (1821-1880) και Emile Zola (1840-1902). Ωστόσο, κατά καιρούς ασχολήθηκε και με την λογοτεχνία του φανταστικού αντλώντας ενίοτε έμπνευση από το έργο συγγραφέων όπως ο Poe και ο E. T. A. Hoffmann (1776-1822) αλλά και από τις βασανιστικά του βιώματα- πέθανε σε άσυλο ψυχοπαθών από σύφιλη- για να δημιουργήσει αρκετά μικρά κομψοτεχνήματα, όπως το Horla. Ένα καλό σχετικό παράδειγμα, που εξετάζει τη σταδιακή καταβύθιση στην παραφροσύνη ενός ατόμου που προσπαθεί να επιβιώσει μόνος και εγκλωβισμένος σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον, είναι και το ατμοσφαιρικό διήγημα Το πανδοχείο. Σε αυτό ένας νεαρός άντρας που εργάζεται σε ένα απομονωμένο χωριό των Άλπεων για λογαριασμό μιας οικογένειας αναγκάζεται να αποχωριστεί τη συντροφιά της τελευταίας- και της κόρης για την οποία τρέφει ερωτικά αισθήματα- καθώς εκείνοι εγκαταλείπουν το σπίτι κάθε ζειμωνα, λίγο πριν αρχίσουν να πέφτουν τα πολλά χιόνια. Έτσι, ο νεαρος είναι πλέον υποχρεωμένος να περάσει τους επομενους κρύους μήνες απομονωμένος στο μοναχικό πανδοχείο με παρέα έναν γηραιό φύλακα κι έναν σκύλο. Οι μέρες τους κυλούν βαρετά και αδιάφορα, ώσπου μια μέρα ο γέρος πηγαίνει μόνος του για κυνήγι στο δάσος και δεν επιστρέφει ποτέ. Αφού περνούν αρκετές ώρες ο νεαρός αποφασίζει να τον ψάξει παρέα με τον σκύλο. Τελικά, μετά από μια μεγάλη και επικίνδυνη περιπλάνηση στα παγωμένα βουνά επιστρέφει στο πανδοχείο χωρίς να ανακαλύψει κάποιο ίχνος του. Σιγά σιγά αρχίζει να βεβαιώνεται ότι ο γέρος χάθηκε στα χιόνια βρίσκοντας τραγικό θάνατο έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσει τις τύψεις και τις αμφιβολίες του μήπως δεν τον αναζήτησε αρκετά. Κάποια μέρα ακούει ένα παράξενο απόκοσμο κάλεσμα έξω απ’ την πόρτα του και πείθεται ότι πρόκειται για το φάντασμα του γέρου που τον παρακαλεί να του ανοίξει. Ο νεαρός ταμπουρώνεται έντρομος στο πανδοχείο και σταδιακά βυθίζεται στην τρέλα.

Το αίσθημα της απόλυτης μοναξιάς που γεννά η χρόνια απομόνωση στην άγρια παγωμένη φύση και τελικά οδηγεί στην παράκρουση περιγράφεται απόλυτα πειστικά με χαρακτηριστικό παράδειγμα το παρακάτω απόσπασμα:

Έπειτα, μόλις η νύχτα σκέπασε τα βουνά, τρόμοι νιοφερτοι τον πολιόρκησαν. Περπατούσε τώρα στη σκοτεινή κουζίνα, που μόλις και φωτιζόταν από τη φλόγα ενός κεριού, περπατούσε πάνω-κάτω στο δωμάτιο με μεγάλα βήματα και αφουγκραζόταν, αφουγκραζόταν μήπως η τρομαχτική φωνή της προηγούμενης νύχτας σκίσει πάλι την πένθιμη σιωπή έξω. Κι ένιωθε μόνος, ο άμοιρος, τόσο όσο δεν έχει νιώσει ποτέ κανείς! Ήταν μόνος μέσα σ’ εκείνη την πελώρια ερήμο από χιόνι, μόνος δύο χιλιάδες μέτρα πάνω από κατοικημένη περιοχή, πάνω από τα σπίτια των ανθρώπων, πάνω απ’ τη ζωή που κινείται, που θορυβεί και πάλλεται, μόνος μέσα στους παγωμένους αιθέρες! Τον ταλάνιζε μια τρελή επιθυμία να φύγει και να πάει οπουδήποτε, με οποιοδήποτε τρόπο, να κατέβει στο Λέχε βουτώντας μέσα στην άβυσσο· μα δε τολμούσε ούτε την πόρτα ν’ ανοίξει, βέβαιος πως ο άλλος, ο πεθαμένος, θα του έφραζε τον δρόμο, για μην απομείνει κι αυτός μόνος εκεί πάνω.

3. The human chair (Η Ανθρώπινη Καρέκλα) – Edogawa Rampo

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Kuraku (1925). Πρώτη ελληνική έκδοση: Η αγαπημένη μου ιστορία τρόμου (2002), εκδόσεις Anubis. Μετάφραση: Βίκη Σαρμπάνη.

Edogawa Rampo (1894-1965)

Ο Edogawa Rampo (πραγματικό όνομα Tarō Hirai, 1894-1965) θεωρείται ο θεμελιωτής του σύγχρονου ιαπωνικού διηγήματος μυστηρίου και αποκαλείται ο “Ιάπωνας Poe”- Edogawa Rampo, εξάλλου, είναι ο τρόπος που προφέρεται στα ιαπωνικά ο Edgar Allan Poe- ενώ ήταν έντονα επηρεασμένος, κυρίως στα πρώτα του βήματα, και από τον Sir Arthur Conan Doyle (1859-1930). Στην πορεία, ωστόσο, στράφηκε σε πιο ακραίες και αμφιλεγόμενες θεματικές που συχνά περιλάμβαναν στοιχεία αποκλίνοντος ερωτισμού και έτειναν προς το γκροτέσκο. Μία τέτοια ιστορία είναι και η ανθρώπινη καρέκλα όπου η αλλόκοτη ερωτική ιδιορρυθμία του πρωταγωνιστή είναι απόλυτα συνυφασμένη με το δέος που του προσφέρει ο ηθελημένος εγκλεισμός του.

Η ιστορία ξεκινά με μια δημοφιλή συγγραφέα να παραλαμβάνει ένα από τα πολλά γράμματα που δέχεται από τους θαυμαστές της το οποίο είναι χειρόγραφο και ανυπόγραφο. Σε αυτό ο ανώνυμος αποστολέας της εξομολογείται την παράξενη ιστορία του. Αρχικά, της αναφέρει ότι είναι ταλαντούχος -πλην φτωχός- επιπλοποιός με ειδίκευση στην κατασκευή καρεκλών και πολύ άσχημος εμφανισιακά. Η μόνη απόλαυση της μοναχικής ζωής του έγκειται στην εμμονή του με τις καρέκλες και τις φαντασιώσεις του σχετικά με τους ανθρώπους στους οποίους πρόκειται να καταλήξει κάθε νέο του δημιούργημα. Κάποια στιγμή δέχεται παραγγελία για την κατασκεύη μια μεγάλης πολυτελούς πολυθρόνας την οποία μόλις ολοκληρώνει αναγνωρίζει ως το μεγαλύτερο του επίτευγμα. Και τότε, αδυνατώντας να την αποχωριστεί, σκαρφίζεται μια εξωφρενική ιδέα: να την αναδιαμορφώσει έτσι ώστε να μπορεί να χωρέσει ολόκληρος στο εσωτερικό της χωρίς να γίνεται αντιληπτός από τον εκάστοτε χρήστη της! Τελικά, κατορθώνει να φέρει εις πέρας το σκοπό του και μεταφέρεται, μαζί με την πολυθρόνα, σε ένα ακριβό ξενοδοχείο όπου αρχίζει να επιδίδεται σε κλεψιές έχοντας σαν προστασία την υπεράνω πάσης υποψίας κρυψώνα του.

Ωστόσο, στη συνέχεια αρχίζει να ανακαλύπτει μια μεγαλύτερη απόλαυση που μετατρέπεται σε εμμονή: εθίζεται στην κρυφή επαφή με τους ανθρώπους- και φυσικά προπαντός τις γυναίκες- που κάθονται εν αγνοία τους πάνω του, βιώνοντας αυτη την εμπειρία ως ιδιότυπη ερωτική επαφή. Κάποια στιγμή, οι νέοι ιδιοκτήτες του ξενοδοχείου αποφασίζουν να εφαρμόσουν περιστολή δαπανών και να πουλήσουν μεταξύ άλλων και την πολυθρόνα η οποία καταλήγει στο σπίτι ενός ευκατάστατου αξιωματούχου. Εκεί θα βιώσει τον μεγαλύτερο του ως τότε “έρωτα” με την γυναίκα του αξιωματούχου και προσπαθώντας να την προσεγγίσει περισσότερο θα αποδεχτεί πλήρως τον οικειοθελή εγκλεισμό του και την ταύτισή του με την πολυθρόνα μέχρι τελικά να πάρει την μεγάλη απόφαση να αποκαλυφθεί στη γυναίκα. Η ανθρώπινη καρέκλα είναι ένα έξοχο εξωφρενικό αφήγημα για τα όρια του φετιχιστικού ερωτισμού που εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με την τόλμη και την πρωτοτυπία του.

Αγνοώντας την ύπαρξή μου συνέχισε να κινείται με αμέριστη ελευθερία, κάνοντας ό,τι ήθελε. Μέσα από την καρέκλα φανταζόμουν τον εαυτό μου να την αγκαλιάζει, να φιλά το χιονάτο λαιμό της – αν μονάχα μπορούσα να βγάλω από τη μέση εκείνο το στρώμα δέρματος… Συνεχίζοντας εκείνη την ανίερη κάπως αλλά σίγουρα απολαυστική εμπειρία, ξέχασα τα πάντα σχετικά με τις αρχικές μου προθέσεις περί ληστείας. Αντ’ αυτού ένιωθα να βουτώ με το κεφάλι μέσα σε μια πρωτόφαντη δίνη ηδονής που με ξετρέλαινε. Ώρα πολλή συλλογιζόμουν: «Ίσως ήταν γραφτό μου να νιώθω όμορφα με αυτή τη μορφή του είναι.» Λίγο-λίγο άρχισε να μου αποκαλύπτεται η αλήθεια. Για όσους είναι τόσο άσχημοι και απομονωμένοι όσο εγώ, ήταν σίγουρα πιο συνετό να απολαμβάνουν αυτή τη ζωή εντός της καρέκλας. Μια και μέσα σε αυτόν τον παράξενο, σκοτεινό κόσμο άκουγα και άγγιζα όλα τα πλάσματα που ποθούσα.

4. Der Bau (Το κτίσμα) – Franz Kafka (1883-1924)

Δημοσιεύτηκε στη συλλογή Beim Bau der Chinesischen Mauer (1931). Πρώτη ελληνική έκδοση:  Το κτίσμα (2001), εκδόσεις Άγρα. Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη.

Franz Kafka (1883-1924)

Το κτίσμα είναι ένα από τα τελευταία κείμενα του μεγάλου Τσεχοεβραίου συγγραφέα που, όπως και αρκετά άλλα γραπτά του, έμεινε ανολοκλήρωτο και επικεντρώνεται στον οικειοθελή εγκλεισμό, την αδυναμία επικοινωνίας και τη διαρκή αμφιβολία για τη στάση του μοναχικού ατόμου και τη θέση του σε έναν αφιλόξενο κόσμο. Όπως και στη Μεταμόρφωση, αλλά και σε αρκετά μικρά του διηγήματα, πρωταγωνιστής είναι ένα ζώο, η ακριβής φύση του οποίου δεν προσδιορίζεται, που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο με μακροσκελή, παραλληρηματικό και ασθματικό λόγο τις αγωνιώδεις του προσπάθειες να κατασκευάσει ένα λαβυρινθώδες υπόγειο κτίσμα- καταφύγιο αρκετά που θα είναι ασφαλές ώστε να παραμένει απρόσβλητο από κάθε επίδοξο εισβολέα. Έτσι, βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή και αναρωτιέται αν το κτίσμα του είναι ασφαλές και τι πρέπει να κάνει για να το βελτιώσει, με αποτέλεσμα αυτό να καταλήξει να είναι την ίδια στιγμή και η φυλακή του, δαιδαλώδες μα και ασφυχτικό ταυτόχρονα.

Η αλληγορική αυτή ιστορία έλαβε αρκετές ερμηνείες· από τον συμβολισμό του κτίσματος ως τη μήτρα ή το ασυνείδητο μέχρι την αμφίθυμη στάση του ίδιου του Franz Kafka απέναντι στο έργο του. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό του κείμενο που συμπυκνώνει τα βασικά στοιχεία του ύφους και τα κύρια θεματικά του μοτίβα.

Και δεν είναι μόνο οι εξωτερικοί εχθροί που με απειλούν, υπάρχουν κι εκείνοι μέσα στη γη, δεν τους έχω δει ποτέ αλλά οι θρύλοι τους μνημονεύουν κι εγώ πιστεύω ακράδαντα στην ύπαρξή τους. Είναι πλάσματα των απώτερων στρωμάτων, ούτε και ο θρύλος μπορεί να τα περιγράψει, ακόμα και όποιος έπεσε θύμα τους καλά καλά δεν τους είδε, έρχονται, ακούς το γρατσάνισμα απ’ τα νύχια τους σε μικρή απόσταση από κάτω σου, μέσα στη γη, που είναι και το στοιχείο τους, και ήδη χάθηκες. Εδώ δεν ισχύει ούτε το ότι βρίσκεται κανείς μέσα στο ίδιο του το σπίτι, στην πραγματικότητα βρίσκεται στο δικό τους σπίτι. Από αυτούς δεν με σώζει ούτε εκείνη η διέξοδος, η οποία πιθανότατα να μη με σώζει έτσι κι αλλιώς, μάλλον με καταδικάζει, όμως δεν παύει να είναι μια ελπίδα και χωρίς αυτή δεν μπορώ να ζήσω.

5. Το σπίτι του Αστέριου – Jorge Luis Borges (1899-1986)

Δημοσιεύτηκε στη συλλογή Το Άλεφ (1949). Πρώτη ελληνική έκδοση: Ιστορίες (1981), εκδόσεις Ερμής. Μετάφραση: Κάτια Γουίλσον.

Jorge Luis Borges (1899-1986)

Το μεγάλο και πολυδιάστατο έργο του Borges περιλαμβάνει από διηγήματα και ποίηση μέχρι δοκίμια, βιογραφίες, κριτικές, σενάρια και μεταφράσεις. Είναι πραγματικά δύσκολο το να προσπαθήσει κανείς να συνοψίσει μέσα σε λίγες γραμμές τα κύρια χαρακτηριστικά του σπουδαίου του πεζογραφικού έργου που, πάντα μέσα στα φαινομενικά στενά πλαίσια της μικρής φόρμας, εμπεριέχει τις πολύπλευρες γνώσεις του στη φιλοσοφία, τη μυθολογία, την θεολογία, την ιστορία, τα μαθηματικά και φυσικά την παγκόσμια λογοτεχνία. Την ίδια στιγμή, τα είδη και οι θεματικές των ιστοριών του ποικίλλουν εντυπωσιακά· από ρεαλιστικές ιστορίες για τη ζωή λαϊκών ανθρώπων της Νότιας Αμερικής μέχρι αστυνομικά διηγήματα και από αφηγήσεις υπερφυσικών γεγονότων μέχρι κείμενα που γειτνιάζουν με το φιλοσοφικό δοκίμιο.

Το Σπίτι του Αστέριου είναι ένα από τα συντομότερα του διηγήματα και στηρίζεται στον μύθο του Μινώταυρου, ο οποίος έφερε και το όνομα Αστέριος μετά την γέννηση του από την Πασιφάη, σύζυγο του βασιλιά Μίνωα. Ο τελευταίος είχε ζητήσει τη συνδρομή του Ποσειδώνα για να γίνει βασιλιάς της Κρήτης και είδε έναν όμορφο ταύρο να αναδύεται από την θάλασσα. Ο Μίνωας γνώριζε πως έπρεπε να θυσιάσει το ζώο προς τιμήν του θεού αλλά λόγω της ομορφιάς του τον λυπήθηκε και θυσίασε έναν άλλο ταύρο προκαλώντας την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος για να τον τιμωρήσει προκάλεσε ερωτική μανία στην Πασιφάη κάνοντάς την να συνουσιαστεί με τον όμορφο ταύρο και να γεννήσει τον Αστέριο που, επειδή είχε σώμα ανθρώπου και κεφάλι ταύρου, ονομάστηκε Μινώταυρος. Το αφήγημα του Borges αποτελείται σχεδόν εξολοκλήρου από τον μονόλογο του Αστέριου ο οποίος περιγράφει την μοναχική του ζωή στον δαιδαλώδη του λαβύρινθο όντας απομονωμένος από τον περίγυρό του και έχοντας ως μοναδική παρέα μια φανταστική εκδοχή του εαυτού του, ένας “άλλο Αστέριο” που προσποιείται ότι τον επισκέπτεται κάθε τόσο και του δείχνει το σπίτι. Έπειτα, εξηγεί πως κάθε εννιά χρόνια έρχονται εννιά άνθρωποι -αιχμάλωτοι του Μίνωα- που πεθαίνουν χωρίς να λερώσει τα χέρια του με αίμα -υπονοώντας πως αρκεί η τρομαχτική του όψη για να φοβηθούν μέχρι θανάτου. Ανάμεσα σε αυτούς ο Αστέριος περιμένει υπομονετικά εκείνον που θα τον λυτρώσει, δηλαδή τον Θησέα. Η λύτρωση αυτή δεν μπορεί βέβαια να είναι άλλη από τον θάνατό του δυστυχισμένου αυτού πλάσματος.

Με αξιοθαύμαστη οικονομία λόγου, όπως άλλωστε και σε πολλές άλλες ιστορίες του, ο Borges αναθεωρεί τον μύθο του Μινώταυρου ο οποίος μπορεί να αρνείται πως είναι φυλακισμένος στον τεράστιο λαβύρινθό του, αλλά είναι κλεισμένος στην αιώνα φυλακή του· στην αδυσώπητη μοίρα που τον θέλει καταδικασμένο να προκαλεί τον τρόμο σε όποιον τον αντικρίζει.

Το σπίτι είναι μεγάλο όσο και ο κόσμος· ή, μάλλον, είναι ο κόσμος. Να, όμως, που, για να ‘χω εξαντλήσει τις αυλές με τα πηγάδια και τις κονισαλέες στοές από γκρίζα πέτρα, βγήκα μια μέρα στο δρόμο και είδα το Ναό των Λάβρεων και τη θάλασσα. Αυτό δεν το ‘χα καταλάβει, μέχρι που ήρθε ένα όραμα της νύχτας και μου αποκάλυψε ότι οι ναοί και οι θάλασσες είναι πάλι δεκατέσσερις (=άπειρες). Τα πάντα είναι πολλές φορές, δεκατέσσερις φορές, αλλά υπάρχουν και δύο πράγματα στον κόσμο που δείχνουν να είναι μόνο μία φορά: πάνω, ο δυσνόητος ήλιος· κάτω ο Αστέριος. Μπορεί και να ‘ μαι εγώ που έπλασα τ’ αστέρια και τον ήλιο και το θεόρατο σπίτι, μα τώρα δε θυμάμαι τίποτα.

6. The moon is green (Το φεγγάρι είναι πράσινο) – Fritz Leiber (1910-1992)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Galaxy Science Fiction (1952). Πρώτη ελληνική έκδοση: Φανταστικά διηγήματα (1961), εκδόσεις Γαλαξίας. Μετάφραση: Ροζίτα Σώκου

Fritz Leiber (1910-1992)

Ο πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος συγγραφέας και Fritz Leiber άφησε πίσω του ένα μεγάλο, τόσο σε ποιότητα όσο και σε όγκο, έργο που χρονολογείται από το 1939 μέχρι το 1992 και κατάφερε να επεκτείνει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας εισάγοντας νέους υπαρξιακούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Yπήρξε επίσης ένας από τους θεμελιωτές του υποείδους της φανταστικής λογοτεχνίας που ο ίδιος ονόμασε sword and sorcery fantasy (σπαθί και μαγεία) καθώς και ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, ηθοποιός του κινηματογράφου και της τηλεόρασης και τέλος σπουδαίος σκακιστής.

To φεγγάρι είναι πράσινο αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα μεταποκαλυπτικής ιστορίας όπου έχει λάβει χώρα ένας ολοκληρωτικός πυρηνικός πόλεμος και όσοι επέζησαν κλείστηκαν για χρόνια σε υπόγεια καταφύγια κρατώντας έξω τους μολυσμένους που προσέρχονταν για βοήθεια. Η ιστορία εστιάζει στη γυναίκα ενός κάπως αυταρχικού αξιωματούχου που υποφέρει σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον αδυνατώντας παράλληλα να επικοινωνήσει με τον άντρα της, ώσπου κάποια στιγμή βλέπει έναν άντρα -που δεν φαίνεται να έχει πάνω του σημάδια ραδιενέργειας- έξω απ’ το καταφύγιο και τον αφήνει να μπει μέσα. Του προσφέρει φαγητό, τον ρωτά πώς είναι η ζωή έξω από το καταφύγιο και τον ακούει απορημένη να της περιγράφει μερικές ειδυλλιακές εικόνες εξηγώντας της πως τους έχουν ξεγελάσει και τους κρατούν φυλακισμένους κάτω από τη γη και εκείνη, όντας απεγνωσμένη, καταλήγει να τον πιστέψει. Μετά από λίγο, εμφανίζεται ο άντρας της και σημαδεύει τον εισβολέα κατηγορώντας ταυτόχρονα τη γυναίκα του για απιστία. Εκείνη του εξηγεί όσα της είπε ο άγνωστος και προσπαθεί να τον πείσει πως η ζωή έξω συνεχίζεται κανονικά, αλλά μόλις ο άντρας μετρήσει τον άγνωστο με μετρητή Γκάιγκερ θα αποδειχθεί πολύ μολυσμένος με ραδιενέργεια και θα αναγκαστεί να ομολογήσει στη γυναίκα ότι της είπε ψέματα. Ωστόσο εκείνη θα τον αγνοήσει και θα ορμήσει προς τα έξω για να βρει τα ειδυλλιακά τοπία που της υποσχέθηκε.

Το φεγγάρι είναι πράσινο αντικατοπτρίζει το κλίμα της ψυχρπολεμικής περιόδου μιλώντας με ευαισθησία για τον φόβο του πυρηνικού ολέθρου και κάνοντας παράλληλα μια κριτική στην πατριαρχική κοινωνία.

Η μόνη ρεαλιστική ελπίδα σωτηρίας ήταν να κλειστούν επί πεντε έως δέκα χρόνια, όσον καιρό κρατούσε η ραδιενέργεια, σε κάποιο καλά σφραγισμένο και απομονωμένο από τη ραδιενέργεια μέρος, που θα είχε επιπλέον άφθονη τροφή, νερό, ενέργεια και τρόπο εξυγίανσης του αέρα. Τέτοια καταφύγια είχαν ετοιμαστεί από τους προνοητικούς κι είχαν αρπαχτεί από τους δυνατούς, οι οποίοι και τα κράτησαν, ενώ απέξω γίνονταν απελπισμένες επιθέσεις των μελλοθανάτων που ήθελαν να μπουν. Έως ότου απέξω δεν έμεινε κανείς. Κι ύστερα… μόνο αναμονή, η ανοχή. Μια ζωή τυφλοπόντικα, χωρίς ομορφιά, χωρίς τρυφερότητα, μα με το φόβο και την ενοχή για μόνιμους συντρόφους. Ποτέ να μην βλέπεις τον ήλιο, να μην περπατάς ανάμεσα στα δέντρα, να μην ξέρεις καν αν υπάρχουν δέντρα.

7. Mother (Μητέρα) – Philip José Farmer (1918-2009)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Thrilling Wonder Stories (1953). Πρώτη ελληνική έκδοση: Ανθολογία Επιστημονικής Φαντασίας 3 (1976), εκδόσεις Εξάντας. Μετάφραση: Όλγα Χατζηαναστασίου.

Philip José Farmer (1918-2009)

Ο Αμερικανός συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Philip José Farmer έκανε την εμφάνιση του το 1952 με την νουβέλα The lovers στην οποία διαπραγματευόταν την ερωτική σχέση ενός γήινου με μια εξωγήινη, όντας ένας από τους πρώτους εισηγητές του ερωτικού στοιχείου στη σύγχρονη λογοτεχνία του φανταστικού και ανοίγοντας νέους δρόμους για τους συγγραφείς του “Νέου Κύματος” που ακολούθησαν. Στην εποχή του, μάλιστα, υπήρξε ο τολμηρότερος εκπρόσωπος αυτού του υποείδους βάζοντας τη σεξουαλικότητα στο προσκήνιο και εξετάζοντας τα όρια μεταξύ φυσιολογικού και παρά φύσιν ερωτισμού, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει συχνά δυσμενείς κριτικές και κατηγορίες για πορνογραφική γλώσσα και υπερβολική ωμότητα. Επιπλέον, ο Farmer υπηρέτησε με επιτυχία και το είδος της ηρωϊκής και μυθολογικής φαντασίας. Το διήγημα του Μητέρα αποτελεί ένα ακραίο παράδειγμα πρώιμης χρήσης φροϋδικών στοιχείων στην επιστημονική φαντασία, όπου το οιδιπόδειο σύμπλεγμα παρουσιάζεται μέσα από την προσεδάφιση ενός αστροναύτη -που διατηρεί μια σχέση αλληλεξάρτησης με την μητέρα του- στον ανεξερεύνητο πλανήτη “Μποντλέρ” (!) και τη συνάντηση του με ένα εξωγήινο θηλυκό πλάσμα που τον απαγάγει και τον παγιδεύει στη μήτρα του με σκοπό να την βοηθήσει για την γονιμοποίησή της και στη συνέχεια να τον καταβροχθίσει. Κλεισμένος στη μήτρα ο αστροναύτης επικοινωνεί, μέσω ενός ειδικού μηχανισμού “πάνραντ”, με το πλάσμα-μητέρα και τα νεογνά της και μαθαίνει για το κοινωνικό και αναπαραγωγικό σύστημα αυτών των εξωγήινων πλασμάτων. Μετά από λίγο καιρό η μητέρα του, με την οποία είχαν συνταξιδέψει στον πλανήτη, παγιδεύεται από ένα παρόμοιο πλάσμα στην προσπάθει να της να τον εντοπίσει και μόλις το μαθαίνει ο αστροναύτης ζητά από το πλάσμα-μητέρα να τον απελευθερώσει για να την βοηθήσει. Το πλάσμα όμως, κυρευμένο από ζήλια, αρνείται και τον κρατά για πάντα μέσα του συνεχίζοντας να τον τροφοδοτεί και να τον φροντίζει σαν θετό γιο της και ταυτόχρονα σύζυγο και πατέρα για τα παιδιά της, ώσπου εκείνος με τον καιρό να αποδεχθεί πλήρως την κατάστασή του. Η Μητέρα είναι μια ιστορία που διαβάζεται και προκαλεί τον θαυμασμό για την πρωτοτυπία, την τόλμη και το χιούμορ της ακόμα και σήμερα.

Ο Έντι ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, με τη μύτη χωμένη στη ζεστή σάρκα του πατώματος που έπαλε σιγανά. Πού και πού έσφιγγε σπασμωδικά τα χέρια σαν να προσπαθούσε να πιάσει κάτι που κάποιος έφερνε κοντά του κι ύστερα το απομάκρυνε. Δεν ήξερε πόσο είχε μείνει σ’ αυτήν τη θέση, γιατί δεν ξανακοίταξε ποτέ το ρολόι. Τέλος, ανασηκώθηκε στο σκοτάδι και κακάρισε ανόητα: «Η μητέρα πάντα έφτιαχνε καταπληκτικό βραστό». Αυτό τον κούρδισε. Ακούμπησε πίσω τα χέρια κι έριξε πίσω το κεφάλι αλυχτώντας σαν λύκος στο φεγγαρόφωτο. Η “Πολυφήμα”, βέβαια, ήταν θεόκουφη αλλά το ραντάρ της έπιασε τη στάση του και τα γερά ρουθούνια της συμπέραναν από τη μυρωδιά του κορμιού του πως βρισκόταν σε κατάσταση τρομερού φόβου και άγχους. Ένα πλοκάμι γλίστρισε και τον αγκάλιασε απαλά. «Τι έχεις;» ζουζούνισε το πάνραντ. Έχωσε το δάχτυλό του στην τρύπα. «Έχασα τη μητέρα μου!» «;;» «Έφυγε και δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ». «Δεν καταλαβαίνω. Εδώ είμαι».

8. Nightmare at 20,000 Feet (Εφιάλτης στα 20.000 πόδια) – Richard Matheson (1926-2013)

Δημοσιεύτηκε στη συλλογή Alone by Night (1961), εκδ. Ballantine Books. Πρώτη ελληνική έκδοση: Απρόσμενες αναταράξεις (2019), εκδόσεις Κλειδάριθμος. Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη.

Richard Matheson (1926-2013)

Ο Richard Matheson είναι ένας από τους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους συγγραφείς στον ευρύτερο χώρο της λογοτεχνίας του φανταστικού έχοντας γράψει ιστορίες τρόμου, θρίλερ, επιστημονικής φαντασίας, αλλά και γουέστερν. Επίσης, έγινε ευρύτερα γνωστός από τα σενάρια του για την τηλεόραση (ιδιαίτερα για τις κλασσικές σειρές Twilight Zone και Star Trek) και τον κινηματογράφο (The incredible shrinking man, The last man on Earth) και για το κλάσσικό του βαμπιρικό και μεταποκαλυπτικό μυθιστόρημα I am Legend.

O Εφιάλτης στα 20.000 πόδια είναι ένα κλασσικό διήγημα για τον φόβο των πτήσεων με αεροπλάνο που μεταφέρθηκε με επιτυχία στη μικρή οθόνη αποτελώντας ένα από τα γνωστότερα επεισόδια της Ζώνης του Λυκόφωτος. Σε αυτό ένας επιχειρηματίας που ταξιδεύει για ένα επαγγελματικό ραντεβού προσπαθεί να διαχειριστεί το άγχος που πάντοτε του προκαλούσαν οι πτήσεις και ενώ περνά μια έντονη κρίση, κάποια στιγμή νομίζει ότι βλέπει μια ανθρωπόμορφη φιγούρα να ισορροπεί πάνω στο φτερό του αεροπλάνου. Μετά από μια αρχική δυσπιστία, ειδοποιεί μια αεροσυνοδό η οποία δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα έξω απ’ το παράθυρο. Ο άντρας προσπαθεί να συνέλθει επιστρατεύοντας τη λογική του ώσπου μετά από λίγο αντικρίζει την αποκρουστική ανθρωπόμορφη φιγούρα να τον κοιτάζει χλευαστικά έξω απ’ το παράθυρο. Ειδοποιεί και πάλι την αεροσυνοδό η οποία φυσικά δεν τον πιστεύει καθώς φαίνεται πως είναι ο μόνος που μπορεί να δει αυτή την απόκοσμη φιγούρα έξω απ’ το αεροπλάνο. Στη συνέχεια της πτήσης παρακολουθεί με τρόμο το πλάσμα να προσπαθεί να κάνει ζημιά στο αεροσκάφος και ειδοποιεί τους πιλότους οι οποίοι επιχειρούν να τον ηρεμήσουν. Τελικά, βλέποντας ότι ολοι τον θεωρούν τρελό, αποφασίζει να αντιμετωπίσει μόνος του το πλάσμα και βγάζει προσεχτικά ένα πιστόλι που φυλούσε στην τσάντα του -την εποχή που γράφτηκε το διήγημα μπορούσε κανείς να μεταφέρει ένα περίστροφο στην χειραποσκεύη του.

Ο εφιάλτης στα 20.000 πόδια εκκινεί από τον μύθο των “Γκρέμλινς”, των φανταστικών πλασμάτων που υποτίθεται ότι προξενούσαν ζημιές στα αεροσκάφη κατά τη διάρκεια των πτήσεων και ήταν υπεύθυνα για την κατάρριψη συμμαχικών αεροπλάνων στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι μια απολαυστική ιστορία εγκλεισμού με μεγάλη εικονοποιητική δύναμη που ρέει αβίαστα.

Καθώς ο Γουίλσον παρακολουθούσε, συνεπαρμένος και ταυτόχρονα με αποτροπιασμό, το χέρι του άντρα πλησίασε εκατοστό το εκατοστό στον περιστρεφόμενο έλικα ώσπου ξαφνικά τραβήχτηκε απότομα. Τα χείλη του τραβήχτηκαν κι αυτά προς τα πίσω σε μια άηχη κραυγή πόνου. Έχασε ένα δάχτυλο! σκέφτηκε φρίττοντας ο Γουίλσον. Όμως αμέσως μετά ο άντρας άπλωσε ξανά το χέρι του, με τον ροζιασμένο δείκτη του προτεταμένο, σαν τερατώδες βρέφος που προσπαθούσε να σταματήσει την περιστροφή ενός ανεμιστήρα. Αν δεν ήταν τόσο φρικιαστικά άτοπο, θα ήταν διασκεδαστικό, γιατί, αν το έβλεπες αντικειμενικά, εκείνη τη στιγμή ο άντρας παρουσίαζε κωμικό θέαμα – ένα τρολ του παραμυθιού, που είχε με κάποιον τρόπο ζωντανέψει, καθισμένο εκεί, με τον άνεμο να μαστιγώνει το τρίχωμα στο κεφάλι και το σώμα του, όλη του την προσοχή επικεντρωμένη στην περιστροφή του έλικα. Πώς μπορούσε κάτι τέτοιο να είναι παραφροσύνη; σκέφτηκε ξαφνικά ο Γουίλσον. Τι είδους αποκάλυψη για τον ίδιο του τον εαυτό θα μπορούσε ποτέ να του παράσχει αυτή η φρικιαστική, κωμικοτραγική φιγούρα;

9. I have no Mouth, and I Must Scream (Δεν έχω στόμα, και πρέπει να ουρλιάξω) – Harlan Ellison (1934-2018).

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό IF: Worlds of Science Fiction (1967). Ελληνική έκδοση: Δεν έχω στόμα, και πρέπει να ουρλιάξω (2019), εκδόσεις Απόπειρα. Μετάφραση: Γιάννης Ανδρέου.

Harlan Ellison (1934-2018)

 Ο Harlan Ellison θεωρείται μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες αυτού που αποκάλεσαν ‘Νέο Κύμα” της επιστημονικής φαντασίας και ένας από τους ανανεωτές του είδους από τη δεκαετία του ‘60 και έπειτα. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό, αυθεντικό και συχνά αναρχικό ύφος που αντικατοπτρίζει στοιχεία του χαρακτήρα του – τον είχαν αποκαλέσει “κακό παιδί της” επιστημονικής φαντασίας- και προτιμούσε να παραμένει ανένταχτος απέχοντας από κάθε κατηγοριοποίηση των κριτικών. Έγραψε πλήθος διηγημάτων, νουβέλες, σενάρια για ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, κόμικς και ηλεκτρονικά παιχνίδια και έμεινε επίσης γνωστός για τη σύνταξη της σημαντικής τρίτομης ανθολογίας διηγημάτων επιστημονικής φαντασίας Dangerous Visions.

 Το Δεν έχω στόμα, και πρέπει να ουρλιάξω είναι μια από τις γνωστότερες και καλύτερες ιστορίες του και αναφέρεται σε ένα εφιαλτικό απώτερο μέλλον όπου η ανθρωπότητα έχει σχεδόν αφανιστεί μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο μεταξύ των υπερδυνάμεων (Η.Π.Α., Σοβιετική Ένωση και Κίνα), καθεμιά από τις οποίες είχε κατασκευάσει έναν υπερυπολογιστή (Allied Mastercomputer ή ΑΜ, όπως αναφέρεται στο διήγημα) για να διαχειρίζεται καλύτερα την πολεμική της βιομηχανία. Ωστόσο, ένας από τους υπερυπολογιστές αποκτά δική του νοημοσύνη, αφομοιώνει τους άλλους και αναδεικνύεται σε τελικό νικητή του πολέμου καταστρέφοντας τον ανθρώπινο πολιτισμό. Έναν αιώνα αργότερα, μόνο πέντε άνθρωποι – τέσσερις άντρες και μία γυναίκα- έχουν επιβιώσει όντας φυλακισμένοι στις υπόγειες εγκαταστάσεις του υπολογιστή που αποτελεί πλέον το μόνο κατοικήσιμο μέρος στον πλανήτη. Εκεί, ο ΑΜ απολαμβάνει να βασανίζει καθημερινά τους ανθρώπους αποκλείοντας κάθε πιθανότητα διαφυγής τους και χαρίζοντάς τους ένα είδος ψηφιακής αθανασίας, έτσι ώστε ούτε ο θάνατος να μπορεί να τους λυτρώσει από αυτό το ατελείωτο μαρτύριο. Σε αυτό το πλαίσιο, ένας από τους ανθρώπους προτείνει στους υπόλοιπους να ψάξουν για φαγητό σε μια από τις εγκαταστάσεις του υπολογιστή και εκείνοι -τρεφόμενοι μόνο από ένα μικρό αηδιαστικό γεύμα που τους προσφέρει καθημερινά ο ΑΜ- δέχονται και ξεκινούν για εκείνο το σημείο. Στην πορεία πρέπει να αντιμετωπίσουν τα πολλά εμπόδια που τους βάζει ο υπολογιστής και προσπαθούν να καταλάβουν από πού απορρέει η τόση εκδικητικότητα του ΑΜ απέναντί τους. Μόλις τελικά, μετά από πολλές περιπέτειες, κατορθώνουν να φτάσουν στο σημείο όπου είναι φυλαγμένα τα κονσερβοποιημένα τρόφιμα διαπιστώνουν απογοητευμένοι πως δεν μπορούν να τα ανοίξουν και ένας από αυτούς φτάνει στην απελπισία και αρχίσει να επιδίδεται στον κανιβαλισμό. Ακολουθούν επιθέσεις αλληλοεξόντωσης με αποτέλεσμα να επιβιώσει μόνο ένας ο οποίος θα γίνει πλέον αποδέκτης όλης της οργής του ΑΜ. Ο τελευταίος θα τον μετατρέπει σε μια άμορφη ζελατινώδη μάζα χωρίς μάτια και στόμα και χωρίς την παραμικρή ικανότητα να βλάψει τον εαυτό της.

Το Δεν έχω στόμα, και πρέπει να ουρλιάξω είναι ένα εξαιρετικό μεταποκαλυπτικό θρίλερ επιστημονικής φαντασίας για τον εσχατολογικό φόβο που προκαλεί ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, την απόλυτη υποταγή της ανθρωπότητας στα υπερτεχνολογικά της δημιούργηματα και ταυτόχρονα μια αλληγορία της επίγειας κόλασης στην οποία είναι καταδικασμένοι να τιμωρούνται οι τελευταίοι εκπρόσωποι της ανθρωπότητας για τα εγκλήματα των προγόνων τους.

 Ο ΑΜ δεν ήταν θεός, ήταν μηχανή. Τον είχαμε δημιουργήσει για να σκέφτεται, αλλά δεν υπήρχε τίποτα να κάνει με αυτή τη δημιουργικότητα. Πάνω στην οργή, στον παροξυσμό, η μηχανή είχε σκοτώσει όλη την ανθρώπινη φυλή, σχεδόν όλους μας κι ακόμα ήτανε παγιδευμένη. Ο ΑΜ δε μπορούσε να περιπλανηθεί, ο ΑΜ δε μπορούσε ν’ αναρωτιέται, ο ΑΜ δε μπορούσε ν’ ανήκει. Μόλις που μπορούσε να είναι. Κι έτσι, όλη την απέχθεια που όλες οι μηχανές είχαν νιώσει, για τ’ αδύναμα, μαλακά πλασματάκια που τις είχανε χτίσει, ο ΑΜ ζήτησε εκδίκηση. Και στη παράνοιά του, είχε αποφασίσει να κρατήσει στην αναστολή πέντε, για μια προσωπική, ατέλειωτη τιμωρία, που ποτέ δεν θα μείωνε το μίσος του… που θα του θύμιζε, θα τονε κρατούσε συνεπαρμένο, ικανό να μισεί τους ανθρώπους. Αθάνατοι, παγιδευμένοι, υποχρεωμένοι σε οποιαδήποτε βασανιστήρια μπορούσε να επινοήσει για μας από τ’ απεριόριστα θαύματα που γίνονταν με την εντολή του. Ποτέ δε θα μας άφηνε να φύγουμε. Ήμασταν οι σκλάβοι των σπλάχνων του.     

10. Dread (Τρόμος) – Clive Barker (1952- )

Δημοσιεύτηκε στη συλλογή Books of Βlood Volume Two (1986), εκδ. Berkley Books. Πρώτη ελληνική έκδοση: Τα βιβλία του αίματος ΙΙ (1994), εκδόσεις Τρίτων. Μετάφραση: Ροζίνα Μπέργκνερ.

Clive Barker (1952- )

Ο Άγγλος δεξιοτέχνης του τρόμου και της σκοτεινής φαντασίας Clive Barker είναι ένας από τους δημοφιλέστερους και πλέον διακεκριμένους συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας του φανταστικού και εκτός από την λογοτεχνία έχει κατά καιρούς ασχοληθεί και με τη σκηνοθεσία και παραγωγή ταινιών (Hellraiser, Nightbreed), το θέατρο, τη ζωγραφική, τα κόμικς και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ξεκίνησε τη συγγραφική του πορεία με τα Βιβλία του Αίματος που αποτελούνται από έξι τόμους διηγημάτων – για τα οποία επαινέθηκε μεταξύ άλλων και από τον Stephen King (1947- ) – και στην πορεία στράφηκε στη μεγάλη φόρμα και σε κάποια είδη σκοτεινής φαντασίας, όπως η urban fantasy. 

 Το διήγημα Ο τρόμος περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο των Βιβλίων του Αίματος και είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ με αληθοφανείς ψυχικά διαταραγμένους χαρακτήρες, μεγάλη εικονοποιητική δύναμη, γρήγορο ρυθμό και γκροτέσκο μακάβριο χιούμορ. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας νεαρός φοιτητής που γνωρίζεται με έναν παράξενο μεγαλύτερο συμφοιτητή του ο οποίος έχει εμμονή με την πρόκληση φόβου σε άλλους και την εξέταση των επιπτώσεων της, σαν αυτό να ήταν ένα αιρετικό ακαδημαϊκό αντικείμενο. Ο τελευταίος ομολογεί στον πρωταγωνιστή ότι είχε απαγάγει μια χορτοφάγο συμφοιτήτριά τους και την είχε φυλακίσει σε ένα δωμάτιο αναγκάζοντάς την να φάει ένα κομμάτι κρέας. Έπειτα, προκαλεί και πείθει τον πρωταγωνιστή να συμμετάσχει σε ένα ανάλογο πείραμα προκειμένου να ξεπεράσει τους δικούς του φόβους και εκείνος δέχεται να τον κλείσει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο αναγκάζοντάς τον να ξαναβιώσει μια τρομακτική παιδική του εμπειρία κατά την περίοδο που είχε υποστεί κώφωση. Ο νεαρός φτάνει στα όρια της παράκρουσης και τελικά δραπετεύει και καταλήγει σε ένα καταφύγιο αστέγων όπου τον περνούν για ναρκομανή και του δίνουν ρούχα και παπούτσια. Ωστόσο, εκείνος έχει ήδη παραφρονήσει και αφού κλέψει ένα τσεκούρι πηγαίνει στο σπίτι του μεγαλύτερου συμφοιτητή του και τον κατακρεουργεί. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι ενώ εκείνος ξεκίνησε τα πειράματά του πάνω στο φόβο προκειμένου να γιατρευτεί από τον παιδικό του φόβο για τους κλόουν, καταλήγει να σκοτωθεί από τον νεαρό του οποίου η εμφάνιση, με τα πολύ μεγάλα και αστεία ρούχα και παπούτσια, μοιάζει παραδόξως με κλόουν.

 Μπορεί ο Τρόμος να μην συγκαταλέγεται στα τρία-τέσσερα καλύτερα διηγήματα του Barker, (όπως π.χ. το περίφημο Στους λόφους, οι πόλεις) αλλά αποτελεί ένα πολύ καλό και αντιπροσωπευτικό δείγμα της εργασίας του- ένα από τα σταθερά μοτίβα της οποίας είναι η διερεύνηση των ορίων του ανθρώπινου τρόμου- δημιουργώντας ένα ανατριχιαστικό κλειστοφοβικό κλίμα, όπως στο παρακάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Ήταν χαμένος σ’ ένα μέρος που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ή να αναγνωρίσει. Το φρεάτιο δεν είχε γωνίες όπου θα μπορούσε να εστιάσει τα μάτια του· και οι τοίχοι δεν είχαν καμιά ρωγμή ή τρύπα όπου θα μπορούσε να κρύψει τη συνειδητότητά του. Ακόμα χειρότερα, ήταν ξαπλωμένος με τα χέρια και τα πόδια ανοιχτά πάνω σ’ ένα πλέγμα που αιωρούταν πάνω από αυτό το φρεάτιο. Τα μάτια του δεν μπορούσαν να σχηματίσουν καμία εντύπωση από το σκοτάδι που βρισκόταν από κάτω του: το φρεάτιο έμοιαζε να είναι απύθμενο. Και υπήρχε μόνο το λεπτό, συρμάτινο πλέγμα και η εύθραστη αλυσίδα που περιόριζε το πόδι του, ανάμεσα σ’ αυτόν και την πτώση. Φαντάστηκε τον εαυτό του να αιωρείται κάτω από έναν κενό, μαύρο ουρανό και πάνω από ένα απεριόριστο σκοτάδι. Ο αέρας ήταν ζεστός και μύριζε κλεισούρα. Στέγνωσε τα δάκρυα που ξαφνικά είχαν αναβλύσει στα μάτια του αφήνοντας τα τσιμπλιασμένα. Όταν άρχισε να φωνάζει για βοήθεια, κάτι που έκανε αφότου σταμάτησαν τα δάκρυα, το σκοτάδι κατάπιε τα λόγια του με ευκολία.

Cover art: “The Premature Burial” Antoine Joseph Wiertz (1806–1865)

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά