Διήγημα: “Ένα μπολ σούπα” της Ισαβέλλας Πρίτσα

by Nyctophilia

Το διήγημα “Ένα μπολ σούπα” της Ισαβέλλας Πρίτσα συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ήταν πάντοτε περίεργοι οι γονείς μου. Από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Είτε μάλωναν με τις ώρες, σπάζοντας πράγματα και κατηγορώντας ο ένας τον άλλο, είτε καθόντουσαν αγκαλιά στον καναπέ βλέποντας τηλεόραση. Πάντα με βλέμμα θολό, πάντα με μια αίσθηση πως η ηρεμία μπορεί να διαταραχτεί οποιαδήποτε στιγμή. Κάποιοι θα μας έλεγαν δυσλειτουργικούς, τοξικούς, μίζερους. Η οικογένεια που τα βράδια έκανε φασαρία, που οι γείτονες βούλωναν τ’ αφτιά τους για να μην ακούσουν τις κραυγές μας, που στη γειτονιά όλοι ήξεραν και δεν μιλούσε κανείς. Ποτέ δεν είχε έρθει κάποιος να σταματήσει τις κραυγές, ούτε γείτονες, ούτε αστυνομία, ούτε κανείς. Ήταν λες κι υπήρχε ένα κενό ανάμεσα στο σπίτι μας και τον υπόλοιπο κόσμο. Λες κι ήμασταν μέσα σε μια μαύρη τρύπα, που τίποτε άλλο δεν είχε σημασία. Που όλα καταπνίγονταν. Που όλα διαλύονταν.

Μικρή πίστευα πως έτσι είναι όλες οι οικογένειες. Πως μπορεί τη μία μέρα να παίζετε όλοι μαζί και την αμέσως επόμενη να βρεθείς με τη μούρη μέσα στην ομελέτα, να σπάζει το κούτελό σου το πιάτο και ν’ αποκτάς το πρώτο σου σημάδι. Το πρώτο από πολλά. Εσωτερικά κι εξωτερικά. Η αίσθηση του φυσιολογικού δεν είναι αντικειμενική. Αυτό που είναι φυσιολογικό για την αράχνη, είναι ένα χάος για μια μύγα, όπως είπε και η Μορτίσια. Μόνο που εγώ, στο παιδικό μου μυαλό, κάπου είχα μπερδέψει το καλό και το κακό, το όμορφο και το άσχημο. Προσπαθούσα να καταλάβω; Ή αρνιόμουν αλήθεια να δω;

Η οικονομία του σπιτιού ήταν πάντοτε μια πονεμένη υπόθεση. Είχε τα πάνω και τα κάτω της. Κυρίως τα κάτω. Πάντα πίστευα πως έτσι βγάζουν χρήματα οι γονείς. Ζητώντας από φίλους και συγγενείς, πουλώντας τα παλιά τους κοσμήματα και πηγαίνοντας ταξίδια που στο γυρισμό το αμάξι μύριζε περίεργα και ήταν γεμάτο λάσπη και χώμα. Θεωρούσα πως έτσι είναι το φυσιολογικό και το χάος έμοιαζε φυσικό, γιατί δεν γνώριζα κάτι άλλο. Πίστευα πως όλες οι οικογένειες τρώνε μουχλιασμένο τυρί στο τέλος του μήνα και πως στα σούπερ μάρκετ τα φαγητά μας τα χαρίζουν, δεν χρειάζεται να τα πληρώσουμε. Έτσι με μάθαινε η μαμά, όταν έβαζε σοκολάτες και μακαρόνια μέσα απ’ τη μπλούζα μου. Κι όταν μας έπιαναν έλεγε πως δεν κατάλαβα και μου έριχνε δύο- τρεις φάπες μπροστά σε όλους. Για να στρώσω και να μην κάνω βλακείες. Κι ύστερα σπίτι κι άλλες, για να μάθω να κρατάω την κοιλιά μου και να μην πέφτει το “δωρεάν” φαγητό της οικογένειας.

Είχα μάθει να ελίσσομαι, να μένω σιωπηλή και να κοιτάω στο πιάτο μου. Η παθητικότητα ήταν η μόνη λύση. Είχα προσπαθήσει πολλές, αλλά μόνο αυτή περνούσε. Να ξέρω πως μερικές φορές, όσο κι αν αντισταθείς, δεν περνάει το δικό σου. Είχα μάθει να παραιτούμαι, αλλά και να ονειρεύομαι.

Ονειρευόμουν πως θα μεγάλωνα, πως θα έφευγα από κει. Θα πήγαινα σε ένα μικρό, ξύλινο σπίτι, δίπλα στο δάσος, γεμάτο με μπισκότα και λουλούδια κι ένα σκυλάκι να με περιμένει κάθε μεσημέρι όλο χαρά. Το είχα δει σε μια παιδική ταινία, που κάπου τυχαία έπαιζε σε μια καφετέρια κι είχα προλάβει κάποιες σκηνές, μα και τα λίγα λεπτά που είχα δει μου έδειχναν έναν άλλο κόσμο. Έναν υπέροχο κόσμο που ήθελα να γίνω μέρος του. Έστω και σε κάποιο όνειρο.

Αν’ αυτού έτρωγα τη σούπα μου. Ξανά και ξανά. Γιατί η σούπα σκόνη ήταν το πιο εύκολο για να κλαπεί. Μερικά φακελάκια και είχαμε φαγητό για μια βδομάδα. Κι όσο έτρωγα, ονειρευόμουν το σπιτάκι μακριά απ’ όλους.

Στην αρχή δεν ήξερα γιατί το έκανα όλο αυτό, όμως όσο περνούσαν τα χρόνια έπλαθα μια όλο και πιο πειστική εικόνα στο μυαλό μου. Το ξύλινο σπιτάκι και το σκυλάκι μετατρεπόντουσαν σε ένα πιο εφηβικό όνειρο. Πιο ρεαλιστικό ίσως. Ή έτσι πίστευα τουλάχιστον. Εγώ να είμαι μακριά, να μένω σ’ ένα άλλο σπίτι, με κάποιον που μ’ αγαπά πολύ και να καθόμαστε στον καναπέ αγκαλιά, όπως έκαναν πού και πού οι γονείς μου. Μόνο που να μην περνούσε αυτό, να μέναμε έτσι, να μη χρειαζόταν να μαλώσουμε, να ουρλιάξουμε, να χτυπήσουμε ο ένας τον άλλο. Να μην πληγώσουμε κανέναν, ούτε καν τον ίδιο μας τον εαυτό.

Στα δεκαπέντε σταμάτησα το σχολείο. Δεν είχαμε χρήματα για να κάθομαι σαν κυρία και να μου φέρνουν το φαγητό έτοιμο και ζεστό. Έπρεπε να προσφέρω στην οικογένεια. Προσφέρω στη συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε να στέκομαι σ΄ ένα σοκάκι και να δίνω μικρά πακετάκια σε ανθρώπους που μου έδιναν σ΄ ένα φακελάκι χρήματα. Δεν ήξερα τι πακέτα. Δεν ήξερα τι ανθρώπους. Ήμουν αθώα ακόμα, υποθέτω.

Γρήγορα συνειδητοποίησα πως δεν ήταν όλα τόσο εύκολα τα πράγματα. Πως τελικά οι γονείς δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να σε πληγώσουν και πως το να σε ρίξουν με το κεφάλι σ’ ένα μπολ ομελέτα δεν είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να σου συμβεί. Κάποιοι δεν ήθελαν να πληρώσουν και προσπαθούσαν να μου αρπάξουν τα πακέτα με το ζόρι. Στην αρχή φώναζα, όμως κατάλαβα σύντομα, πως όσο κι αν ουρλιάξεις οι άνθρωποι παραμένουν αδιάφοροι στον πόνο σου. Έτσι, αν έβλεπα κάποιον πιο δυνατό από μένα, πρόσεχα, να σταθώ σε μέρος απ’ όπου θα ήταν πιο εύκολο να το βάλω στα πόδια. Κι έτσι οι απώλειες περιορίστηκαν.

Μετά όμως άρχισαν να βρίσκουν άλλους τρόπους. Κι αλήθεια, αν έχει ποτέ βρεθεί κανείς με σπασμένα πλευρά και ραγισμένα κόκαλα ξέρει, πως ο πόνος δεν είναι τόσο εύκολα διαχειρίσιμος. Προφανώς σε όλα αυτά ούτε κουβέντα για νοσοκομείο, ούτε κουβέντα για γιατρό. Μόνο πόνος και υπομονή, η ιστορία της ζωής μου δηλαδή.

Κάπου εκεί φυτεύτηκε η ιδέα να φύγω. Κι αλήθεια το ήθελα, αλλά πάντα κάτι με σταματούσε. Ο φόβος πως μια άλλη ζωή χωρίς τους γονείς μου, ίσως να ήταν ακόμα χειρότερη. Ακόμα πιο οδυνηρή. Αυτό το ήξερα. Το άγνωστο όμως ακουγόταν ακόμα πιο τρομακτικό. Κι η εικόνα του ζευγαριού αγκαλιασμένου στον καναπέ, απομακρυνόταν μέρα με τη μέρα, λεπτό με το λεπτό.

Στα δεκαεφτά οι γονείς μου αποφάσισαν να κάνουν στροφή στην καριέρα τους. Τα ναρκωτικά είχαν χρήματα, αλλά υπήρχαν και άλλοι τρόποι να βγάλουν τα ίδια λεφτά, χωρίς να τους κλέβουν πού και πού το εμπόρευμα. Λιγότερο επικίνδυνα.

Ένα βράδυ γύρισα σπίτι κατάκοπη, έτοιμη να φάω κάτι και να πέσω ξερή, κι είδα έναν γέρο κύριο να κάθεται στο σαλόνι μας. Οι γονείς μου είχαν φροντίσει έστω αυτή η γωνιά του σπιτιού να φαίνεται… όχι τρώγλη. Αν και ο κύριος μετά βίας άγγιζε την κούπα με τον καφέ του. Τα μάτια του έλαμψαν μόλις με είδε ωστόσο. Σαν να άστραψε μπροστά του ένα άστρο.

“Γλυκιά μου, κάθισε μαζί μας”, είπε η μητέρα. Κι ήταν τόσο ψεύτικα γλυκερός ο τόνος της, που αμέσως κατάλαβα πως κάτι πήγαινε πολύ, μα πολύ λάθος. Ήταν αργά όμως, είχα πέσει στην παγίδα απ’ τη στιγμή που μπήκα σπίτι κι επιστροφή δεν υπήρχε πια.

Έκατσα μαζί τους και προσπάθησα να αποφύγω το βλέμμα του. Μ’ έκανε να νοιώθω περίεργα, σαν να με έγδυνε με τα μάτια του. Ναυτία και αναγούλα. Εμετός που δεν ανεβαίνει και κρύβεται σ’ ένα παγωμένο χαμόγελο, και υπομονή πως σύντομα θα φύγει και θα μ’ αφήσει ήσυχη.

“Είναι ένας καλός κύριος και είσαι σε ηλικία γάμου. Θα σε φροντίσει καλά”, είπε ο πατέρας κι όλα είναι τόσο θολά μετά. Τα απώθησα ίσως, κατάφερα να ξεχάσω τη φρίκη τους. Θυμάμαι μονάχα να προσπαθώ να τρέξω και να φύγω απ’ το σπίτι και κάποιον να μ’ αρπάζει. Τον μπράβο του; Δεν ξέρω. Να βρίσκομαι κλεισμένη σ’ ένα δωμάτιο. Όχι ένα βρώμικο ισόγειο την Κυψέλη, αλλά ένα δωμάτιο με θέα τη θάλασσα και τεράστια τηλεόραση και όμορφα βιβλία, που η ομορφιά του όμως πληρωνόταν με αίμα και ιδρώτα και πόνο πολύ πιο βαθύ από τρία σπασμένα πλευρά. Πόνο που σου έσκιζε την ψυχή. Ο γέρος δεν ερχόταν συχνά να με επισκεφτεί. Ίσως μια φορά τη βδομάδα. Τις υπόλοιπες ώρες έμενα κλεισμένη στο κουκλόσπιτό μου. Όμως όταν ερχόταν, καμία άλλη στιγμή δεν είχε σημασία.

Γιατί τελικά δεν ήταν κύριος. Ήταν πολύ πιο άρρωστος από οποιαδήποτε φαντασία. Του άρεσε που ούρλιαζα. Του άρεσε το απλανές μου βλέμμα και τα δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά μου. Του άρεσε ο πόνος μου. Του άρεσε ακόμα κι όταν έσφιγγα τα δόντια και απέφευγα το βλέμμα του. Ήξερε πως τον σιχαινόμουν, πως αν ήξερα πώς να φύγω θα έφευγα τρέχοντας και με κρατούσε πεισματικά εκεί. Κλεισμένη. Κάνοντάς με να μισήσω οτιδήποτε όμορφο μου έδινε.

Δεν ξέρω πόσο καιρός πέρασε έτσι. Ένοιωθα αιώνες να’ χουν περάσει απ’ το σώμα μου, το μυαλό μου να έχει διαλυθεί πλήρως. Κάποια στιγμή βέβαια πέθανε. Πάνω στο καθήκον. Θυμάμαι το χαμόγελό μου μόλις το κατάλαβα.

Κι έτσι βρέθηκα ελεύθερη. Σπασμένη αλλά ελεύθερη. Κι έκανα αυτό που επιθυμούσα τόσο καιρό. Πήγα να δω τους γονείς μου. Τους βρήκα στο ίδιο ισόγειο, τα λεφτά που τους είχε δώσει ο γέρος είχαν ξοδευτεί προ πολλού. Κι εγώ τους έβαλα κάτι να φάνε κι έκατσα να μιλήσουμε. Ένα μπολ σούπα λαχανικών. Με μια μικρή προσθήκη.

Τους είδα να αφρίζουν και να καταρρέουν. Να φτύνουν αίμα και να πεθαίνουν. Να σβήνει κάθε ίχνος ζωής από μέσα τους. Κι αλήθεια δεν είχα υπάρξει ποτέ πιο χαρούμενη σ’ όλη μου τη ζωή. Κι από τότε ποτέ ξανά τόσο έντονα. Όμως είναι μια ανάμνηση που έχω καλά φυλαγμένη. Το τέλος του πόνου κι η αρχή της ζωής.

Γιατί ένας κόσμος που έχουν πεθάνει έστω και δύο τέρατα, τελικά είναι ένας καλύτερος κόσμος.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ισαβέλλα Πρίτσα είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, με ειδίκευση Ψυχολογίας, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και νυν φοιτήτρια στην κατεύθυνση ζωγραφικής, του Εικαστικού Τμήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Έχει πτυχίο πιάνου και ανώτερων θεωρητικών, ειδικού αρμονίας και αντίστιξης. Επίσης γνωρίζει κιθάρα, ιαπωνικά και ντραμς. Περνάει τον ελεύθερο χρόνο της τραβώντας φωτογραφίες, γράφοντας ιστορίες, παίζοντας D&D και ακούγοντας μουσική. Κατοικεί στην Αθήνα. Έχει εκδοθεί το βιβλίο της «Η ανατομία ενός καλλιτέχνη» από τις εκδόσεις Ελκυστής το 2020. Επίσης έχει βραβευτεί στους διαγωνισμούς magic brush illustration contest 2020, διαγωνισμό φωτογραφίας του Ιανού 2020 και στον διαγωνισμό Larry Niven 2021 όπου πέντε διηγήματά της βραβεύτηκαν σε διάφορες κατηγορίες. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στη στήλη “Your nightmares” του διαδικτυακού περιοδικού Nyctophilia.gr και στο περιοδικό Γλαρόλυκοι, και στα κανάλια Aypnia και Greg Audiobooks στο Youtube.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά