Διήγημα: “Ένα ξεχωριστό στόλισμα”, της Αργυρώς Χαρίτου

by Αργυρώ Χαρίτου

Δεκέμβριος μήνας, και τι πιο όμορφο από ένα πάρκο να είναι γεμάτο με χιόνια, να παίζουν τα παιδιά δημιουργώντας τους δικούς τους μοναδικούς χιονάνθρωπους. Αέρας δυνατός έφερνε τη μυρωδιά του χειμώνα γεμίζοντας τα πνευμόνια με καθαρό αέρα. Οι σταλακτίτες κρέμονταν σαν στολίδια από τα κλαδιά των δέντρων, ομορφαίνοντάς τα. Όλοι έμοιαζαν να φορούν το αίσθημα της αγάπης στην καρδιά τους για την επερχόμενη γιορτή των Χριστουγέννων. Αυτή την παγκόσμια γιορτή χαράς, με τις περισσότερες αυτοκτονίες, τα τυποποιημένα χαμόγελα, την προσποιητή ευτυχία.

Εκείνη σιχαινόταν τα Χριστούγεννα και δεν προσπαθούσε να πείσει κανέναν για το αντίθετο. Περίμενε στωικά να περάσουν οι μέρες. Καθόταν στο παγωμένο παγκάκι του πάρκου, παρατηρώντας τα αυτοκίνητα να σταματούν και να ξεκινούν ανάλογα με τις απαιτήσεις του φαναριού. Ήταν μόνη και απολάμβανε την ηρεμία γύρω της. Είχε χρόνια να επισκεφτεί την γενέτειρά της, και συγκεκριμένα το πάρκο. Κοιτάζοντας, ανακάλυψε πως στο μέρος είχαν γίνει αρκετές αλλαγές. Ένα πράγμα παρέμενε, δυστυχώς, ακόμα το ίδιο: η μυρωδιά από τα ούρα των τσιγγάνων στις σκάλες. Ακόμα κατουρούσαν στις γωνίες της. Ευτυχώς, η μπόχα είχε καλυφτεί από το χιόνι.

Καθώς ήταν χαμένη στην απεραντοσύνη του άσπρου, άκουσε βαριά βήματα να κατεβαίνουν τα σκαλιά. Ήταν σίγουρη ότι ανήκαν σε άντρες. Μετά από μερικές στιγμές, ο αέρας είχε φέρει και τη μυρωδιά του τσιγάρου τους. Δεν μιλούσαν μεταξύ τους, σαν να είχαν ένα μυστικό και φοβόντουσαν ότι με τις λέξεις τους θα ξεγλιστρούσε.

Εκείνη δεν τους έβλεπε ακόμα, ήταν πίσω της, αλλά τόσο κοντά της. Μια ανατριχίλα είχε ανέβει στην πλάτη της κι ένα σφίξιμο στην καρδιά της. Κρατούσε γερά το παγκάκι μέχρι που τα γάντια της κόλλησαν στον πάγο. Όταν την πλησίασαν, έβηξε ο ένας και τους κοίταξε. Ήταν τρεις άντρες γύρω στα τριάντα. Ο ένας την κοίταξε και της χαμογέλασε ζεστά. Την προσπέρασαν χωρίς να της δώσουν σημασία, καθώς τους άκουγε να κανονίζουν πού θα πάνε να φάνε.

Η ησυχία στο πάρκο είχε επανέλθει και πάλι, μ’ εκείνη να παραμένει στο παγκάκι, έχοντας όμως χάσει την ηρεμία της. Ο αέρας έγινε πιο δυνατός και την έσπρωχνε, σαν να την έδιωχνε. Παρά το κρύο όμως και τον αέρα να της ανακατεύει τα μαλλιά εκείνη παρέμενε στη θέση της, ακόμα και όταν είχε αρχίσει να χιονίζει δυνατά.

Κοίταξε το τελείωμα της σκάλας και τον ανάγλυφο τοίχο δίπλα της. Έπιασε το κεφάλι της ασυναίσθητα. Κοίταξε πιο πίσω τα μισοκατεστραμμένα αρχαία, που τώρα ήταν καλυμμένα από χιόνι, και αγκάλιασε το κορμί της. Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την αρχή του πάρκου περίπου τριάντα μέτρα μακριά.  Ο αέρας που λυσσομανούσε πριν μερικά λεπτά γύρω της, τώρα την αγκάλιαζε και την συντρόφευε, γιατί μόνο εκείνος γνώριζε το τι είχε συμβεί. Καθώς προχωρούσε, το μέρος μεταμορφωνόταν στο μυαλό της. Το χιόνι είχε αντικατασταθεί από χορτάρι, το κρύο από ζέστη, ο χειμώνας από τη μυρωδιά φθινοπώρου και το φως της ημέρας από το σκοτάδι και τα φώτα των λαμπτήρων. Το μόνο ίδιο που είχε μείνει ήταν ο ήχος από τα αυτοκίνητα. Σταμάτησε μπροστά στα σκαλιά από όπου ξεκίνησαν όλα…

Ήταν μια μέρα του Σεπτέμβρη όταν εκείνη, μαζί με τη μικρή της αδερφή και τη φίλη της Αλεξία, έπαιζαν στο πάρκο. Τρία αγόρια κοντά στη δική τους ηλικία, ίσως μεγαλύτερη, γελούσαν και έπαιζαν μερικά μέτρα μακριά τους. Όταν πήραν την απόφαση τα κορίτσια να επιστρέψουν σπίτια τους γελώντας και χοροπηδώντας, όπως κάνουν τα παιδιά σ’ αυτή την ηλικία, είχαν πλησιάσει την περιοχή των αγοριών. Μόλις τις είδαν να έρχονται κοντά τους σταμάτησαν ό,τι έκαναν. Τα κορίτσια συνεχίζοντας με το ίδιο ανέμελο ύφος, χωρίς να καταλάβουν την αλλαγή στην συμπεριφορά τους, πήγαν να κατέβουν από τα σκαλιά που βρισκόντουσαν εκείνα. Ευθύς αμέσως τα αγόρια τις έκλεισαν τον δρόμο.

Τα κορίτσια έμειναν ακίνητες, δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί δεν τις επέτρεπαν να περάσουν. Η πέντε χρονών αδερφή της είχε αγκιστρωθεί πάνω της. Φοβόταν.

«Τι θέλετε;» τους ρώτησε με δύναμη και θάρρος.

«Να παίξουμε» απάντησαν τα αγόρια γελώντας.

«Πρέπει να πάμε σπίτι μας, παίζουμε αύριο».

Η Αλεξία δεν μιλούσε, είχε κρυφτεί κι εκείνη από πίσω της. Σαν να την είχαν ορίσει μυστικά αρχηγό τους.

«Το παιχνίδι μας παίζεται νύχτα» της απάντησε, ο μεγαλύτερος της παρέας.

Δεν είχε καταλάβει τι παιχνίδι παιζόταν νύχτα, αλλά ένιωσε ότι δεν έπρεπε να μείνουν ούτε λεπτό παραπάνω.

«Τρέξτε», τις είπε κι άρχισαν να τρέχουν προς την κατεύθυνση από όπου είχαν έρθει, η οποία ήταν πιο απόμακρη και δύσβατη. Η μικρή βρισκόταν στην αγκαλιά της, κι αυτό την καθυστερούσε περισσότερο.

Λίγο πριν φτάσουν στα σκαλιά της άλλης εισόδους του πάρκου, που ήταν και τα ούρα των τσιγγάνων, τις είχαν φτάσει. Τόσο κοντά και πάλι τόσο μακριά, δεν τους επέτρεψαν να φύγουν. Μόνο η μυρωδιά τους χλεύαζε για το πόσο κοντά ήταν. Άφησε τη μικρή κάτω κι έκανε νόημα στην Αλεξία να την πάρει κοντά της. Κάτι μέσα της τής έλεγε ότι ήθελαν εκείνη κι έπρεπε να σώσει την αδερφή της.

Η επιβεβαίωση ήρθε όταν της έκλεισαν τον δρόμο, αφήνοντας έξω την Αλεξία και την αδερφή της. Τρία αγόρια, απέναντί σε δυόμιση κορίτσια. Η σκάλα πέντε βήματα μακριά.

«Τρέξε» φώναξε ξανά. Η Αλεξία αμέσως πήρε τη μικρή κι έφυγε προς τις σκάλες, χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Εκείνη έσπρωξε με τα χέρια της τους πιο μικρούς απομακρύνοντας τους και ανοίγοντας δρόμο για να φύγει. Πριν προλάβει να τις φτάσει ένιωσε να της ξεριζώνεται το δέρμα από το κεφάλι. Της είχαν τραβήξει την κοτσίδα. Ήταν τόσο δυνατό το τράβηγμα που την έκανε να χάσει την ισορροπίας της. Δεν έπεσε όμως, γιατί την κράτησε εκείνος, ο θηρευτής της. Το άγγιγμα του στο κορμί της τής προκάλεσε αναγούλα. Το ένιωθε βρόμικο και ήθελε να φύγει από πάνω της.

Πριν προλάβει να σταθεί όρθια και ν’ αντιδράσει την πέταξε στον τοίχο. Τα μαλλιά της κάλυψαν ελάχιστα τον πόνο της. Ο τοίχος ήταν τραχύς κι έμοιαζε σαν κάποιος να είχε θάψει ανθρώπους μέσα του αφήνοντας μόνο τις γαμψές τους μύτες απέξω.

Προσπάθησε να ξαναφύγει σπρώχνοντας τους πάλι, όμως αυτή τη φορά δε μετακινήθηκε κανένας. Ο κλοιός είχε στενέψει ασφυκτικά γύρω της. Ενώ έκανε ζέστη και το αεράκι που φυσούσε ήταν θερμό, εκείνη ένιωθε κρύο ιδρώτα να τρέχει από κάθε πόρο του σώματος της. Άρχισε να ουρλιάζει και να ζητάει βοήθεια, όμως ο μεγαλύτερος, της έκλεισε το στόμα κοπανώντας το κεφάλι της ξανά στον τοίχο. Αυτή τη φορά ο πόνος ήταν πιο δυνατός και ήταν σίγουρη ότι είχε ματώσει.

Ξαναφώναξε μόλις την άφησε, προκαλώντας γέλιο στα αγόρια. Η φασαρία από τα αμάξια δεν επέτρεπε στη φωνή της ν’ ακουστεί. Κοιτούσε γύρω της αλλά κανένας περαστικός δεν υπήρχε.

«Γιατί δεν ηρεμείς να περάσουμε καλά;»

Παρά τα δώδεκά της χρόνια δεν έβαλε τα κλάματα, δεν παρακάλεσε. Έπρεπε να φανεί δυνατή.

«Κοίτα τι ωραία που θα σε ηρεμήσουμε» και ένιωσε τα χέρια του στο κεφάλι της, στον λαιμό της, στο στήθος της, στην κοιλιά της να περιδιαβαίνουν σαν κατσαρίδες, αφήνοντας λερωμένα ρυάκια. Τον έσπρωξε! Ο μικρότερος, που μπορεί να ήταν κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερός της προσπάθησε να την χαϊδέψει, αλλά έφαγε κλωτσιά στα αμελέτητα και σωριάστηκε στο έδαφος.

«Είσαι ηλίθιος; Δεν την βλέπεις ότι αντεπιτίθεται; Βλάκα, σήκω πάνω και πρόσεχε» είπε ο μεγαλύτερος, ο αρχηγός τους. Ο τρίτος, που ήταν κι εκείνος γύρω στα δεκατέσσερα, βρήκε την ευκαιρία και χούφτωσε τον κώλο της. Η κλωτσιά της στην κοιλιά του τον έριξε στα ούρα των τσιγγάνων.

«Σταμάτα και δέξου τη μοίρα σου. Θα περάσεις καλά κι εσύ, θα σε περιποιηθώ. Σε παρακολουθώ καιρό και μου αρέσεις, είναι τιμή σου». Τον έφτυσε στα μούτρα κι εκείνος κοπάνησε το κεφάλι της στο τοίχο ξανά, πιέζοντάς το. Τα εξογκώματα του τοίχου γρατζουνούσαν το κρανίο της. Όταν την άφησε έχασε την ισορροπία της κι έπεσε. Τα αγόρια γέλασαν χαιρέκακα.

Από μέσα της παρακαλούσε σε όποια θεϊκή δύναμη την άκουγε να τη βοηθήσει. Είχε αρχίσει να φοβάται, διότι οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν, όμως δεν θα επέτρεπε να πέσει αμαχητί. Ακούμπησε στον τοίχο και σηκώθηκε όρθια. Έπιασε το κεφάλι της και τα δάχτυλα της υγράνθηκαν, δεν ήξερε πόσο σοβαρό ήταν το χτύπημα.

«Σε παραδέχομαι είσαι σκληρή, μου αρέσεις ακόμα περισσότερο».

Το βλέμμα της δεν εστίαζε πάνω του, χανόταν από τη ζαλάδα. Προσπαθούσε να παραμείνει όρθια, παρά τα πόδια της που τα ένιωθε να λύνονται.

Ένιωσε ξανά τα χέρια του, αυτή τη φορά ανάμεσα στα πόδια της. Προσπάθησε να τον χτυπήσει στο κεφάλι με κουτουλιά, όπως είχε δει να κάνουν στις ταινίες, όμως δεν τον πέτυχε, βρήκε τον ώμο του. Εκείνος το αγκάλιασε γιατί νόμιζε ότι είχε αποδεχτεί τη μοίρα της. Οι μικρότεροι είχαν πλησιάσει κι εκείνοι, θέλοντας ν’ απολαύσουν το θήραμά τους.

Τα πόδια της έτρεμαν και το κεφάλι της πονούσε τρομερά. Δεν θα άντεχε για πολύ. Βρήκε ευκαιρία όταν εκείνος, επικεντρωμένος στο να προσπαθεί να της βγάλει το παντελόνι, την άφησε λίγο ελεύθερη και τον έσπρωξε τότε δυνατά, ρίχνωντάς τον πάνω στους άλλους δυο. Μάζεψε όση δύναμη της είχε απομείνει κι έτρεξε στις σκάλες.

Οι μικροί σηκώθηκαν αμέσως και πήγαν να την πιάσουν, όμως ξεγλίστρησε. Ο ένας έπιασε τη μπλούζα της, αλλά του χτύπησε το χέρι και τον άλλον τον κλώτσησε. Έκανε δέκα βήματα και ένιωσε ότι είχε σωθεί, ώσπου και πάλι ο αρχηγός τής τράβηξε την κοτσίδα ρίχνοντάς την πάνω στην σκάλα, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τα χέρια της. Ήταν η πρώτη φορά που σιχάθηκε τα μακριά μαλλιά της.

Την έσερνε πάνω στο λερωμένο έδαφος. Τα μάτια της από τον πόνο είχαν γεμίσει με δάκρυα, όμως δεν θα επέτρεπε σε τίποτα να θολώσει την όραση της. Ένιωσε πάλι το χέρι του πάνω της, αλλά αυτή τη φορά έσφιγγε τον λαιμό της. Την είχε σηκώσει όρθια και της ψιθύριζε στο αυτί:

«Πού πας μωρό μου;»

Προσπαθούσε με τους αγκώνες να τον χτυπήσει. Κλωτσούσε τους μικρούς που ήθελαν να την αγγίξουν. Ούρλιαζε να την βοηθήσει κάποιος, ώσπου εκείνος της έκλεισε το στόμα μ’ ένα φιλί. Το πρώτο της φιλί, που ήταν βιασμένο.

Ένιωσε ντροπή, ανάμεικτη με αηδία. ένιωσε πως θα ξέρναγε, όμως δεν μπορούσε να το σταματήσει, όσο κι αν το προσπαθούσε. Τώρα τα δάκρυα είχαν δική τους βούληση, κι έτρεχαν από τα μάτια της. Ένιωθε χέρια, πολλά, πάνω από έξι, να την αγγίζουν πάνω από τα ρούχα παντού και κορμιά να τρίβονται πάνω της, σ’ ένα ατέρμονο χορό που εκείνη δεν είχε δεχτεί. Παρακαλούσε βουβά κάποιον να την βοηθήσει.

«Νομίζω ότι φτάνει», ακούστηκε από μια νεανική κοριτσίστικη φωνή.

Το φιλί σταμάτησε απότομα, τα χέρια απομακρύνθηκαν και ο ανεπιθύμητος χορός τελείωσε. Ο θηρευτής της, έκπληκτος σε αυτό που έβλεπε είχε χαλαρώσει το κράτημα στον λαιμό της. Αέρας δυνατός, κρύος αυτή την φορά, τους αγκάλιασε. Ένιωσε όμορφα! Τα αγόρια είχαν μείνει μετέωρα στη θέση τους.

«Αφήστε την», τους είπε ένα κορίτσι περίπου στην ίδια ηλικία μ’ εκείνη, με ξανθιές κοτσίδες, έχοντας ένα γλειφιτζούρι στο στόμα και ένα αρκουδάκι αγκαλιά. Εκείνη έσπρωξε το χέρι και προσπάθησε να φύγει, όμως ο αρχηγός την έβαλε και πάλι μέσα στη σιχαμερή του αγκαλιά.

«Αρκετά!»

«Βοήθησέ με! Σε παρακαλώ».

Τα αγόρια είχαν μείνει στήλη άλατος απέναντι σ’ αυτό που έβλεπαν. Δίπλα στο κοριτσάκι εμφανίστηκε ένας άντρας με καμπαρντίνα και καπέλο, καπνίζοντας ένα πούρο.

Την άφησε από την αγκαλιά του κι εκείνη έφυγε τρέχοντας. Όταν κοίταξε για μια τελευταία φορά πίσω της, οι θηρευτές της είχαν γίνει τώρα τα θύματα. Φοβόντουσαν! Παρέμεναν ακίνητοι, σαν να τους κρατούσε μια αόρατη δύναμη.

«Μπαμπά να παίξω;» άκουσε το κοριτσάκι να ρωτάει.

Την είχε τρομάξει η χροιά της. Πίστευε ότι αναφερόταν σ’ εκείνη.

«Μην φοβάσαι κορίτσι μου, σώθηκες» της είπε ο άντρας χωρίς να μπορεί να δει το πρόσωπό του. «Σου ζητώ μόνο ό,τι κι αν ακούσεις να μην γυρίσεις να κοιτάξεις».

Άρχισε να τρέχει και να παραπατάει από τη ζαλάδα στα σκαλιά. Παρέα της τώρα ο δυνατός και κρύος αέρας που έμοιαζε σαν να τη σπρώχνει. Όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας άκουσε ουρλιαχτά, όμως δεν γύρισε να κοιτάξει. Στο κεφαλόσκαλο βρήκε την αδελφή της μόνη της, να κλαίει. Την πήρε στην αγκαλιά της κι έφυγαν.

«Πόνεσες» την ρώτησε όταν αίμα έτρεξε πάνω στο χέρι της.

«Λίγο, θα γίνω όμως καλά» της απάντησε εκείνη χαμογελώντας.

Η απόσταση των τριακοσίων μέτρων μέχρι να φτάσουν σπίτι φάνταζε τριακόσια χιλιόμετρα. Ένιωθε εξουθενωμένη. Η αδερφή της κατέβηκε από την αγκαλιά της, της έσφιξε το χέρι κι έτρεξαν. Μια απόκοσμη χορωδία κραυγών και ουρλιαχτών ακούγονταν έντονα, τρομακτικά, σαν να είχαν βγει από ταινία τρόμου. Περίμενε να δει κόσμο να βγαίνει από τα διαμερίσματά τους, στα μπαλκόνια, φώτα ν’ ανοίγουν, όμως τίποτα δε συνέβη, καμιά αντίδραση.

Φτάνοντας σπίτι αισθάνθηκε τη θαλπωρή και την ασφάλειά του. Τότε ένιωσε ότι μπορούσε και πάλι ν’ ανασάνει. Χωρίς να πουν τίποτα, δεν μίλησε καμιά στους γονείς τους για το συμβάν. Η μικρή πήγε και ξάπλωσε, ενώ εκείνη πήγε αμέσως στο μπάνιο για να πλυθεί. Το χτύπημα στο κεφάλι της πονούσε πολύ. Έβγαλε τα βρόμικα ρούχα της και κοιτάζοντας το γυμνό κορμί της στον καθρέφτη ορκίστηκε να μην νιώσει ποτέ της αδύναμη ξανά. Τα δάκρυα έκαιγαν τα μάτια της, αλλά δεν ήθελε να κλάψει, δεν έπρεπε να κλάψει. Το κλάμα ήταν αδυναμία κι εκείνη δεν ήταν αδύναμη. Έπλυνε το πρόσωπο της και έτριψε τα σημεία που την είχα αγγίξει.

Επιστρέφοντας στο δωμάτιό της ένιωσε ασφάλεια κάτω από τα σκεπάσματά της. Έμαθε πια πως τα τέρατα δεν κρύβονταν στην ντουλάπα ή κάτω από το κρεβάτι, αλλά κυκλοφορούσαν με ανθρώπινο προσωπείο. Τώρα που ήξερε, δεν τα φοβόταν. Η αδερφή της την αγκάλιασε χωρίς να πει λέξη, μόνο χαϊδεύοντας την. Έτσι αγκαλιασμένες τις πήρε ο Μορφέας στο ταξίδι του.

Ακόμα, μετά από τόσα χρόνια το κεφάλι της πονούσε πιο δυνατά σ’ εκείνο το σημείο όταν την έπιανε πονοκέφαλος. Επιστρέφοντας στο παγκάκι που καθόταν, το μέρος έγινε ξανά χιονισμένο, φωτεινό, με τ’ αμάξια να στριγκλίζουν πάνω στον παγωμένο δρόμο. Ο αέρας στέγνωσε τα δάκρυά της. Την πήρε πολλά χρόνια να μάθει ότι τα δάκρυα δεν δείχνουν πάντα αδυναμία.

Αναπολώντας εκείνη τη μέρα ένιωσε ξανά το άγγιγμά τους πάνω στο κορμί της, τη φωνή του στο αυτί της, τα βρόμικα χείλη του στα δικά της. Μνήμες που ακόμα και σήμερα την έκαναν να σιχαίνεται τον εαυτό της.

«Δεν έφταιγες εσύ». Ο αέρας έγινε πιο δυνατός, πιο παγωμένος, όπως τότε, και δεν έφταιγε ο χειμώνας. Γύρισε και κοίταξε τα τρία μεγάλα δέντρα που ήταν πασπαλισμένα με χιόνι και σταλακτίτες για στολίδια. Ακόμα δεν είχαν παραμορφωθεί παρά την εμφάνισή του.

«Το ξέρω, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ακόμα δεν τρίβω το κορμί όταν κάνω μπάνιο».

«Δεν μετανιώνω για αυτό που έκανα». Τον κοίταξε.

«Το ξέρω».

«Όταν το δικό μου κοριτσάκι ήταν στην ίδια θέση μ’ εσένα δεν βρέθηκε κανείς να την βοηθήσει». Δεν ήξερε τι να του απαντήσει, κι ας έκαναν την ίδια συζήτηση κάθε φορά που τον έβλεπε.

«Ευτυχώς, αφότου σε σώσαμε η ψυχή της αναπαύτηκε».

«Δεν θέλεις να αναπαυτείς κι εσύ; Μπορώ να σε αφήσω ελεύθερο».

«Επέλεξα να μείνω με τη βοήθειά σου, για να σώσω όσους περισσότερο μπορώ. Όμως δεν σκοτώνω πια, ώστε αυτοί που ζουν να λένε την ιστορία του άντρα με την καμπαρντίνα και το πούρο. Την ιστορία που εσύ διέδωσες».

«Δεν διέδωσα καμιά ιστορία. Είπα τα γεγονότα όπως είχαν. Ότι αυτοκτόνησες μετά που βρήκες το κοριτσάκι σου και οι αρχές δεν μπορούσαν να βοηθήσουν».

«Διαμελισμένη και βιασμένη τη βρήκα. Γι’ αυτό και διαμέλισα αυτούς τους τρεις που ήθελαν να σε βιάζουν μέχρι να ικανοποιήσουν τις αρρωστημένες τους ορέξεις. Τα είδα όλα στις σκέψεις τους».

«Γι’ αυτό τους έκανες απόκοσμα στολίδια πάνω στα δέντρα με τα κεφάλια τους καρφωμένα στην κορυφή, όπως τα χριστουγεννιάτικα άστρα;» Δεν κοίταζε τα δέντρα, ήξερε πως τώρα είχαν μεταμορφωθεί. Το επιβεβαίωναν οι σταγόνες αίματος που βρίσκονταν πλέον πάνω στο παγκάκι και στην γύρω περιοχή.

«Δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα».

«Ούτε κι εγώ, για ό,τι έκανες». Τον παρατηρούσε καθώς το φως του ήλιου διαπερνούσε την άυλη υπόστασή του. Συνέχιζε όμως να καπνίζει το πούρο του όπως και τότε, είκοσι χρόνια πριν.

«Σου έφερα αυτό» του είπε κι ακούμπησε ένα πούρο πάνω στο παγκάκι. «Πρέπει να φύγω όμως, έχω αργήσει».

Την τρόμαζε, γιατί μαζί του, κρεμασμένα πάνω στα δέντρα, εμφανίζονταν και τα πτώματα των παραλίγο βιαστών της. Την πρώτη φορά που είχε δει το αποτρόπαιο δημιούργημά του δεν μπορούσε να κοιμηθεί για μήνες.

Η αστυνομία ποτέ δεν αποκάλυψε ότι διαμελίστηκαν. Ήταν ένα απάνθρωπο έγκλημα για τα χρονικά και κρατήθηκε επτασφράγιστο μυστικό. Τα φέρετρα δεν ανοίχτηκαν στις κηδείες και ποτέ δεν μαθεύτηκε τι είπαν στους γονείς, τι πραγματικά έμαθαν και πόσα απέκρυψαν. Κανείς τους δεν ζει πια εδώ, μετακόμισαν μέσα στα επόμενα χρόνια.

Όλοι όμως μιλούσαν για τον μύθο του φαντάσματος του τρελού πατέρα, για το ότι τους σκότωσε για εκδίκηση, και ας μην υπήρχαν αποδείξεις. Το πάρκο δεν το πλησίαζε κανείς για χρόνια. Όμως, όπως με όλα όσα καλύπτονται από την σκόνη του χρόνου, έτσι και η μνήμη λησμονεί, η δολοφονία ξεχάστηκε, νέοι κάτοικοι ήρθαν στην γειτονιά, νέα παιδιά εμφανίστηκαν και το πάρκο απέκτησε ξανά ζωή.

Τον κοίταξε στο πρόσωπο, εκεί που θα έπρεπε να ήταν τα μάτια του. «Σ’ ευχαριστώ», της είπε, «που με θυμάσαι και κρατάς τη μνήμη μου ζωντανή».

Εκείνη σηκώθηκε αμίλητη. Έφυγε ανεβαίνοντας τα σκαλιά παρέα πάλι με τον αέρα, όπως και τότε. Όταν έφτασε στην κορυφή κοίταξε τα δέντρα, όμως τώρα πια δεν υπήρχαν τα διαμελισμένα κορμιά των τριών νεαρών πάνω τους. Στο παγκάκι το πούρο έλειπε, όπως κι εκείνος. Έσφιξε πιο σφιχτά το κασκόλ της και με αργά βήματα επέστρεψε στο πατρικό της.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά