Διήγημα: “Από έρωτα” του Ηλία Στεργίου

by Nyctophilia

Το διήγημα του Ηλία Στεργίου “Από έρωτα” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Θαρρώ πως ήταν σχεδόν δυο χρόνια από τότε που είχα να ακούσω νέα του. Ήταν σ’ εκείνη την έκθεση ζωγραφικής που είχαμε ανταμώσει, σε μία γκαλερί κάπου στο κέντρο. Ήταν νέος, γεμάτος με όρεξη για ζωή. Θυμάμαι το πάθος του καθώς μιλούσε για την επιστήμη του. Την επιστήμη που την αγάπη του για εκείνη επισκίαζε μονάχα η λατρεία για τη γυναίκα του, την Άννα.

Τίποτα όμως πια δεν θύμιζε τον ζωηρό δανδή με τα μεγάλα, αεικίνητα, σκουρόχρωμα μάτια. Αντιθέτως, στην πόρτα με υποδέχτηκε, με μεγάλη καθυστέρηση ομολογουμένως, ένας άνθρωπος σκυφτός, γερασμένος και ταλαιπωρημένος, θαρρείς και το κέρινο πρόσωπό του έδενε αρμονικά με την ομίχλη που άρχιζε να ξεδιπλώνεται στα ημιφωτισμένα σοκάκια.

Τον ακολούθησα καθώς με οδηγούσε με αργά βήματα στο ευρύχωρο σαλόνι. Στο βάθος, μέσα σ’ ένα τεράστιο τζάκι, αργοπέθαινε ένα κούτσουρο που τριζοβολούσε. Η φλόγα του, αν και τόσο αδύναμη που δεν μπορούσε να ζεστάνει το ευρύχωρο δωμάτιο, σχημάτιζε αποκρουστικές τρεμάμενες σκιές πάνω στους σκουρόχρωμους τοίχους. Ο φίλος μου έσκυψε μπροστά του και σκάλισε με τη σιδερένια μασιά τις στάχτες και η φωτιά φάνηκε να δυναμώνει ελάχιστα. Στο χλομό φως, αποκαλύφθηκε μια μεγάλη δρύινη βιβλιοθήκη γεμάτη συγγράμματα, επιστημονικούς τόμους και βιβλία με αποκρυφιστικά κείμενα. Τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με βαριές βελούδινες κουρτίνες, ενώ πάνω από το τζάκι δέσποζε ένα πελώριο κάδρο που απεικόνιζε μια δεσποσύνη ακαταμάχητης γοητείας. Υπέθεσα πως ήταν η Άννα και σημείωσα νοερά να τον ρωτήσω.

Έκανε κρύο. Δεν ήταν μόνο το προχωρημένο του καιρού -ο Νοέμβρης κόντευε στα τελευταία του- που έκανε την ραχοκοκαλιά μου να ριγήσει. Ήταν κάτι άλλο, σαν μια θανατερή παγωνιά που πλανιόνταν ανάμεσα στους τοίχους, μια πένθιμη σιωπή που πλάκωνε το στήθος μου. Χωρίς να το θέλω, σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα το πορτραίτο εκείνης που υπέθετα πως ήταν η γυναίκα του οικοδεσπότη μου. Θα ορκιζόμουν πως το πρότερο λάγνο της βλέμμα τώρα με κοιτούσε βλοσυρά.

Ένιωσα την ανάγκη ν’ απολογηθώ.

“Οφείλω να ζητήσω μια συγγνώμη, καλέ μου φίλε, καθώς ανειλημμένες υποχρεώσεις με κράτησαν μακριά από την πρωτεύουσα κι έτσι δεν μπόρεσα να ανταποκριθώ στο κάλεσμα σου παρά μόνο σήμερα το απόγευμα που επέστρεψα και ο υπηρέτης μου μου μήνυσε πως θέλεις να με δεις”.

Ο φίλος μου κούνησε το χέρι του μ’ ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Πήρε το μπουκάλι με το αψέντι που ήταν ακουμπισμένο στο χαμηλό τραπέζι μπροστά μας και γέμισε δύο ακριβά κρυστάλλινα ποτήρια. Μια μικρή πολυτέλεια, ανάμνηση του γεγονότος πως κάποτε δεν φείδονταν χρημάτων, απόρροια της κληρονομιάς των πλούσιων γονιών του που του επέτρεψαν να εργάζεται απερίσπαστα πάνω στο αντικείμενο της επιστήμης του: την ευγενή τέχνη της χημείας.

Σήκωσε ασθενικά το ποτήρι του σε μια σιωπηλή πρόποση και γευτήκαμε ταυτόχρονα την αψιά πράσινη φλόγα, με μένα ν’ απορώ με την κίνησή του αυτή. Όσα χρόνια τον γνώριζα, ήξερα πως αντιπαθούσε το αλκοόλ, «λέκιαζε», έλεγε, τη διαύγειά του.

Τα ξεθωριασμένα του μάτια σπίθισαν για μια στιγμή και πλατάγισε τη γλώσσα του στον ουρανίσκο. Τα σκεβρωμένα του δάχτυλα χάιδεψαν το μπορντό ύφασμα της πολυθρόνας, και ταυτόχρονα του ξέφυγε ένας μικρός αναστεναγμός.

“Θ’ απορείς βέβαια που σε κάλεσα μετά από τόσο καιρό”, μου είπε με φωνή αλλοιωμένη που φάνταζε σαν κοράκι που έκρωζε, “μα, πίστεψέ με, ήταν απόλυτη ανάγκη να παραβρεθείς σαν μάρτυρας στην παρακαταθήκη που σκοπεύω ν’ αφήσω πίσω μου”.

Όφειλα να ομολογήσω πως τόσο η χροιά της φωνής του όσο και τα λεγόμενά του μου προκάλεσαν μια κάποια ταραχή, μα θέλησα να διασκεδάσω τις ανησυχίες μου με την ιδέα πως ίσως ο φίλος μου περνούσε μια δύσκολη περίοδο κατά την οποία ίσως ταλαιπωρούνταν από μία δύσκολη ασθένεια. Πώς αλλιώς να δικαιολογήσω τη γερασμένη του όψη που είχε χαρακώσει το πρόσωπό του, τα χρόνια που φαινόταν να έχουν γαντζωθεί επάνω του σαν πολυκαιρισμένο παλτό; Δεν θέλησα όμως να διακόψω τον ειρμό του κι έτσι τον άφησα να συνεχίσει.

“Γνωρίζεις πως πριν από μερικά χρόνια γνώρισα τον απόλυτο έρωτα της ζωής μου, τον λόγο για τον οποίο υπήρξα ποτέ, το αιθέριο εκείνο πλάσμα που άκουγε στ’ όνομα Άννα”.

Στην προφορά του ονόματός της, το πρόσωπό του συσπάστηκε από ανείπωτο πόνο. Η γροθιά του σφίχτηκε πάνω στο στήθος του και τα χείλη σχημάτισαν μια λεπτή κόκκινη γραμμή.

“Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν μια όαση στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, ένας παράδεισος επί γης. Η Άννα ήταν ένας άγγελος κι εγώ ο τυχερός που είχα καταφέρει να κλέψω ένα της βλέμμα”.

Ένας δυνατός βήχας τον δίπλωσε στα δύο. Σκούπισε τα χείλη του μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι που έβγαλε από την τσέπη του γιλέκου του.

“Κι έπειτα ήρθε η αρρώστια”, είπε και τα μάτια του συννέφιασαν. “Μέρα με τη μέρα έσβηνε αβοήθητη, παρά τις απεγνωσμένες μου προσπάθειες. Ξόδεψα σχεδόν όλη μου την περιουσία, μα το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Μια μέρα, απλά σταμάτησε να υπάρχει…”

Ο βήχας του εντάθηκε, ήταν φανερό ότι κατέβαλλε τεράστια προσπάθεια να συνεχίσει.

“Όλη μου η ζωή είχε τελειώσει από τη μία στιγμή στην άλλη, δεν έβρισκα νόημα πια να συνεχίσω, ώσπου…”

Σταμάτησε ξαφνικά και το βλέμμα του περιπλανήθηκε πάνω στα βαρυφορτωμένα από βιβλία ράφια. Σηκώθηκε με κόπο και στάθηκε μπροστά τους σαν να έψαχνε να βρει κάτι ενώ εγώ απέμεινα να τον κοιτώ αποσβολωμένος, αναλογιζόμενος την κακοτυχία που είχε χτυπήσει τόσο άκαρδα τον φίλο μου. Επέστρεψε κρατώντας ένα μικρό κουτί καμωμένο από φίλντισι.

“Αφοσιώθηκα στην επιστήμη μου, μελέτησα αρχαία κείμενα σε μια προσπάθεια να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Κάπου μέσα στις σκονισμένες σελίδες ήμουν πεπεισμένος ότι υπήρχε η απάντηση που τόσο απελπισμένα αναζητούσα. Ώσπου τελικά τη βρήκα, παλιέ μου φίλε και σύντροφε των νεανικών μας απερισκεψιών”.

Άνοιξε με θρησκευτική σχεδόν ευλάβεια το καπάκι και τα χαρακτηριστικά του αλλοιώθηκαν περίεργα. Με προσοχή, έβγαλε ένα γυάλινο φιαλίδιο μέσα στο οποίο λαμπύριζε ένα παράξενο υγρό.

“Μετά από πυρετώδεις αναζητήσεις και αξημέρωτα βράδια κατάφερα μόλις πριν από λίγες μέρες ν’ ανακτήσω αυτό”.

Κούνησε το φιαλίδιο μπροστά από τα μάτια μου και το παρακολούθησα σχεδόν σαν υπνωτισμένος.

“Δεν έχω τον χρόνο να σου εξηγήσω τις λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο παρασκευάστηκε και θα ήταν ανώφελο -ίσως και επικίνδυνο- να σου εξηγήσω και να σου μεταφέρω ετούτη την απαγορευμένη γνώση. Το μόνο που πρέπει να ξέρεις είναι πως κατέληξα στο συμπέρασμα ότι τα έντονα συναισθήματα των ανθρώπων είναι εντυπωμένα σε κάθε κύτταρο του κορμιού μας, κι εγώ βρήκα τον τρόπο να τα αποστάξω”.

Μου ξέφυγε ένα επιφώνημα έκπληξης και δυσπιστίας. Ήταν δυνατόν να μιλούσε σοβαρά; Πριν προλάβω να διατυπώσω την όποια μου αντίρρηση και απορία, ο φίλος μου με διέκοψε με μία απότομη χειρονομία.

“Χρειάστηκε μονάχα μια τρίχα από τα εβένινα μαλλιά της, αυτόν τον υπέροχο χείμαρρο που είχα για μαξιλάρι μου κάθε βράδυ, για να δημιουργήσω το απόσταγμα της απόλυτης αγάπης, του ατελέσφορου έρωτα. Αρκεί μονάχα μια σταγόνα για να βιώσεις όλη την ένταση του συναισθήματος. Μα χρειάζεται περίσσεια προσοχή…”

Έκοψε τη φράση του απότομα. Τα μάτια του σπινθήρισαν επικίνδυνα και, πριν προλάβω ν’ αντιδράσω, άνοιξε το πώμα, έφερε το φιαλίδιο στα χείλη του και άδειασε μεμιάς το περιεχόμενο στο στόμα του.

Στην αστυνομία που ήρθε έπειτα από μερικές ώρες, μου ήταν τρομερά δύσκολο να τους εξηγήσω τι ακριβώς είχε συμβεί. Πως ο φίλος μου είχε όντως πεθάνει από έρωτα.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά