Διήγημα: “Αυτή η γυναίκα” του Γιώργου Δάμτσιου

by Γιώργος Δάμτσιος

Το διήγημα “Αυτή η γυναίκα” του Γιώργου Δάμτσιου συμμετέχει στο αφιέρωμα Τρόμου & Επιστημονικής Φαντασίας της Nyctophilia.gr.

Ακούω ένα τρίξιμο και ανοίγω απότομα τα μάτια. Διαπιστώνω ότι είμαι ξαπλωμένη σε ένα άκαμπτο κρεβάτι, στη γωνία ενός μικρού δωματίου που στερείται κάθε φιλοξενίας. Οι τοίχοι και το πάτωμα είναι βαμμένοι σε μια μουντή και απροσδιόριστη απόχρωση· ο λαμπτήρας στην οροφή φωτίζει ξεψυχισμένα· το μόνο που υπάρχει είναι μια χημική τουαλέτα, ακριβώς απέναντί μου.

Προσπαθώ να συνδυάσω τις λιγοστές πληροφορίες και να θυμηθώ πού βρίσκομαι, αλλά δεν τα καταφέρνω. Το μυαλό μου υπολειτουργεί. Στην άκρη των χειλιών μου πάντως έχουν σκαλώσει λέξεις όπως «νοσοκομείο» και «κλινική». Όμως δεν θα πόνταρα ούτε σεντ στις προβλέψεις μου. Θα μπορούσε να είναι απλώς η ιδέα μου.

Ακούω και νέο τρίξιμο. Συνειδητοποιώ ότι έχει προέρθει από την πόρτα του δωματίου –οι μεντεσέδες της μάλλον θέλουν λάδωμα. Είναι μια μεσήλικη γυναίκα εκεί, η οποία μόλις την έχει ανοίξει και τώρα μπαίνει με αργές και προσεκτικές κινήσεις. Δεν με έχει εντοπίσει ακόμα επειδή η πόρτα έχει μέτωπο την τουαλέτα. Εγώ αντιθέτως προλαβαίνω να της ρίξω μια πρώτη διερευνητική ματιά. Φοράει ολόσωμη κολλητή φόρμα. Είναι μικροκαμωμένη, μακρυμάλλα και ξανθιά.

Οι αναλύσεις σταματούν απότομα.

Το στομάχι μου σφίγγεται.

Την ξέρω· την ξέρω καλά. Αλλά δεν μπορώ να–

Οι αναλύσεις σταματούν ξανά.

Στο αριστερό της χέρι κρατάει νυστέρι.

Το κρατάει σαν όπλο.

Στρέφει το κεφάλι της προς το μέρος μου και το βλέμμα της εστιάζει στο δικό μου. Τα μάτια της γίνονται κουμπότρυπες. Είναι φανερό ότι αντικρίζει εχθρό· εμένα.

Μόνο που στενεύουν και τα δικά μου μάτια. Αντικρίζω κι εγώ εχθρό· εκείνη.

Δοκιμάζει να ανοίξει διάπλατα την πόρτα με μια απότομη κίνηση. Συμπεραίνω ότι σκόπευε να με αιφνιδιάσει και ότι τώρα που απέτυχε περνάει στο εναλλακτικό της σχέδιο, την κατά μέτωπο επίθεση. Όμως δεν προλαβαίνει. Απέναντι στον κίνδυνο το μυαλό μου ξαφνικά φτύνει φωτιές και έτσι αφυπνίζεται πλήρως και το κορμί μου. Πετάγομαι και πέφτω ολόκληρη στην πόρτα. Τα καταφέρνω εγκαίρως και έτσι εγκλωβίζω τη γυναίκα μισή έξω και μισή μέσα. Ουρλιάζει από πόνο. Το νυστέρι φεύγει από τα χέρια της και πέφτει στο πάτωμα. Προσπαθεί να το ανακτήσει αλλά η θέση μου είναι πλεονεκτικότερη. Σκύβω ταχύτερα και το αρπάζω με το αριστερό μου χέρι.

Για μια στιγμή αναρωτιέμαι τι πρέπει να κάνω.

Την επόμενη ξέρω.

Της το μπήγω στον λαιμό.

Καταλαβαίνω την ακρίβειά του χτυπήματος από τον ήχο που ακούγεται. Είναι η αναπνοή της, η οποία ανεβαίνοντας από τα πνευμόνια της βρήκε ξαφνικά συντομότερη διέξοδο. Εγώ πάντως νιώθω σχεδόν βέβαιη ότι ακούστηκε επίσης και το ύστατο φτερούγισμα της ψυχής της.

Την παρατηρώ προβληματισμένη να πέφτει στο πάτωμα. Σκέφτομαι ότι από κάπου τη γνωρίζω· τη γνωρίζω καλά. Ωστόσο τη δεδομένη στιγμή αυτό που με απασχολεί κυρίως είναι ότι δεν νιώθω τίποτα για τον θάνατό της. Ούτε χαρά, ούτε λύπη· τίποτα. Δεν θα έπρεπε;

Απορώ με τις σκέψεις μου. Όχι ότι είναι λάθος. Απλώς έχω πολύ πιο σημαντικά προβλήματα. Εξακολουθώ να μην μπορώ να καταλάβω πού βρίσκομαι. Το κυριότερο, δεν μπορώ να θυμηθώ ποια είμαι. Όσο το αναλύω πάντως, συμπεραίνω ότι αν βγω από το δωμάτιο και εξερευνήσω παραέξω θα λύσω όλες μου τις απορίες μονομιάς.

Πριν το κάνω παίρνω το νυστέρι από τον λαιμό της νεκρής.

***

Απέξω υπάρχει ένας διάδρομος. Παραδέχομαι ότι ήταν σχεδόν αναμενόμενο. Απλώς τον φανταζόμουν μικρότερο και μακρόστενο. Αυτός είναι τεράστιος και καμπυλωτός. Ήδη από το κομμάτι που βλέπω μπορώ να συμπεράνω ότι η πορεία του είναι κυκλική. Βλέπω επίσης και αρκετές πόρτες και στις δύο πλευρές του. Είναι αριθμημένες. Η δική μου έχει τον αριθμό 119. Ωστόσο είναι γραμμένος με μαρκαδόρο, λες και αυτός που τον έγραψε επάνω στο μεταλλικό του ταμπελάκι να έχει ονομάσει προσωρινά έτσι το δωμάτιό μου.

Καθαρά στην τύχη, αποφασίζω να κινηθώ δεξιόστροφα. Σταματώ στην αμέσως επόμενη πόρτα. Ο αριθμός της δεν έχει καμία σχέση με τον δικό μου, είναι ο 12. Ωστόσο, όταν αποφασίζω να την ανοίξω για να ρίξω μια ματιά παραμέσα το κάνω αργά και προσεκτικά. Είναι πανομοιότυπη με τη δική μου και μου δημιουργεί ακόμα πιο έντονη την αίσθηση επανάληψης του συμβάντος που με ξύπνησε. Μέχρι και η φορά της είναι ίδια.

Με το που την ανοίγω πέντε έξι εκατοστά διακρίνω μια χημική τουαλέτα.

Είναι κι αυτή πανομοιότυπη με τη δική μου.

Οι αλλεπάλληλες ομοιότητες ίσως να είναι και αναμενόμενες αλλά εμένα μου δημιουργούν ταραχή. Το δεξί μου χέρι συσπάται στιγμιαία και έτσι σπρώχνω λίγο δυνατότερα την πόρτα. Κατευθείαν ακούγεται ένα τρίξιμο.

Είναι κι αυτό πανομοιότυπο με πριν.

Ξαφνικά είμαι σχεδόν βέβαιη γι’ αυτό που θα αντικρίσω στο τυφλό μέρος του δωματίου και έτσι σπρώχνω την πόρτα όσο πιο δυνατά μπορώ. Κάνω πολύ καλά. Από πίσω ακριβώς είναι μια γυναίκα η οποία πήγαινε σίγουρα να κάνει ό,τι κι εγώ προηγουμένως –να με εγκλωβίσει στο άνοιγμα της πόρτας. Αντί γι’ αυτό, όμως, τώρα δέχεται το εσωτερικό πόμολο στο στέρνο της και φεύγει με φόρα προς τα πίσω. Καταλήγει άγαρμπα σε ένα κρεβάτι.

Είναι κι αυτό πανομοιότυπο με το δικό μου!

Αγνοώ τελείως τη σκέψη μου και εστιάζω στις πράξεις. Φτάνω επάνω από τη γυναίκα. Κρατώ σφιχτά το νυστέρι στο αριστερό μου χέρι. Αυτή τη φορά δεν το σκέφτομαι στιγμή.

Της το μπήγω στον λαιμό.

Ακόμα και το αποτέλεσμα είναι πανομοιότυπο με πριν. Λες και–

Όχι. Δεν μπορεί!

Αδυνατώ να πιστέψω στα μάτια μου. Φοράει ολόσωμη κολλητή φόρμα. Είναι μικροκαμωμένη, μακρυμάλλα και ξανθιά.

Μου έρχεται να ουρλιάξω. Να φωνάξω όσο πιο δυνατά μπορώ. Αυτή η ομοιότητα κάνει κάθε προηγούμενη να ωχριά.

Μόλις σκότωσα τη γυναίκα που είχα σκοτώσει και πριν από δύο λεπτά.

Συμπεραίνω ότι παρέθεσα τα δεδομένα τόσο μπερδεμένα που εν τέλει δεν θα μπορούσα να τα πω πιο ξεκάθαρα. Πανικοβάλλομαι. Βγαίνω από το δωμάτιο 12 χωρίς καλά καλά να το καταλάβω. Αλλά πρέπει να δω. Πρέπει να βεβαιωθώ ότι κάπου μπερδεύτηκα. Ότι–

Σταματώ απότομα. Ήδη από τον διάδρομο βλέπω μια χαρά το εσωτερικό του 119. Νιώθω τα πόδια μου να λυγίζουν και τελικά αποφεύγω οριακά τη λιποθυμία.

Η γυναίκα που μόλις σκότωσα είναι πεσμένη και στο προηγούμενο δωμάτιο.

Η καινούρια μου σκέψη είναι ακόμα πιο χαώδης αλλά και πάλι ταυτόχρονα είναι και ολόσωστη. Παρουσιάζει την κατάσταση ακριβώς όπως είναι.

Ξέρω ότι κανονικά πρέπει να επιστρέψω ξανά και στο δωμάτιο 12 για να περιεργαστώ και τη γυναίκα που κείτεται στο κρεβάτι της. Ίσως κάπου να έχω μπερδευτεί· ίσως κάτι να είδα λάθος. Αλλά δεν μπορώ. Μέσα σε όλα, σκέφτομαι ξανά κι ότι τη νεκρή τη γνώριζα καλά.

Ποια νεκρή ακριβώς; Ποιου δωματίου; Και των δύο;

Αυτό είναι το τελειωτικό χτύπημα. Πανικοβάλλομαι ακόμα περισσότερο. Αρχίζω και τρέχω παρακάτω στον διάδρομο μην τολμώντας να ξανακοιτάξω πίσω.

***

Τελικά σταματώ μόλις έξι με επτά δωμάτια παρακάτω. Δεν χρειάζεται να προχωρήσω περισσότερο για να σιγουρευτώ οριστικά ότι ο διάδρομος είναι κυκλικός. Και είναι το μόνο που δεν με βολεύει τη δεδομένη στιγμή. Διότι αν ο κύκλος όντως ολοκληρώνεται, τότε μοιραία κάποια στιγμή θα καταλήξω στα δύο γειτονικά δωμάτια.

Με τις δύο πανομοιότυπες γυναίκες.

Προσπαθώ να αγνοήσω την τελευταία μου σκέψη και κοιτάζω την πλησιέστερη πόρτα. Έχει κι αυτή ένα νούμερο το οποίο εκ πρώτης όψεως δεν έχει καμία σχέση με τα προηγούμενα. Είναι το 45. Όμως η πόρτα είναι πανομοιότυπη με του δικού μου δωματίου.

Αποφασίζω να την ανοίξω μια χαραμάδα, προσδοκώντας έστω και τώρα στο κάτι διαφορετικό.

Το μόνο που βλέπω και πάλι είναι μια χημική τουαλέτα.

Το μυαλό μου θολώνει.

Ανοίγω διάπλατα την πόρτα και ορμάω προς το κρεβάτι με το νυστέρι προτεταμένο. Αυτή θα είναι και πάλι εκεί· αυτή θα είναι και πάλι ζωντανή· αυτή θα μου θυμίζει κάτι, αυτή θα–

Το κρεβάτι είναι άδειο.

Το πλησιάζω σκεπτική. Προσπαθώ να αποφασίσω αν αυτή η εξέλιξη είναι καλή ή όχι. Κρίνω ότι είναι. Ήλπιζα να συμβεί κάτι διαφορετικό και τελικά συνέβη.

Ίσως να–

Ακούω βήματα πίσω από την πλάτη μου και κάνω αστραπιαία μεταβολή. Μια γυναίκα εφορμά εκείνη τη στιγμή στο δωμάτιο, κρατώντας ένα αντικείμενο γύρω στο ένα μέτρο μακρύ –πρέπει να είναι μεταλλικός σωλήνας. Τον κρατά πάνω από το κεφάλι της και ετοιμάζεται να τον κατεβάσει στον δικό μου.

Αντιδρώ αστραπιαία. Σε μια κίνηση που κοντεύει να γίνει σήμα κατατεθέν μου, καρφώνω το νυστέρι στον λαιμό της πριν προλάβει να κάνει το παραμικρό.

Το χτύπημα είναι ακαριαίο. Τα γόνατά της λυγίζουν και πέφτει μονοκόμματα στο πάτωμα, με το αντικείμενο που κρατούσε να την ακολουθεί. Είναι όντως μεταλλικός σωλήνας και το επιβεβαιώνει οριστικά ο θόρυβος που κάνει. Όμως εγώ τον κοιτώ ελάχιστα. Έχω εστιάσει όλη μου την προσοχή στη γυναίκα.

Ήταν και πάλι αυτή!

Πώς γίνεται να ζούσε ακόμα;

Πώς είναι δυνατόν να–

Απομένω με το στόμα ανοιχτό. Η ολόσωμη φόρμα της έχει αίμα στην κοιλιά. Κι εγώ μέχρι τώρα δεν την έχω χτυπήσει πουθενά αλλού πέρα από τον λαιμό.

Τι στην ευχή;

Από τη μία πάω να τρελαθώ. Από την άλλη, νιώθω και μια σχετική ανακούφιση. Μήπως αυτό μαρτυρά ότι προηγουμένως είδα λάθος; Ότι σκότωσα κάποια άλλη γυναίκα που απλώς της έμοιαζε;

Μολονότι τα συμβάντα ήταν δύο, ίσως να–

«Όχι, δεν έχει νόημα να το αναλύω έτσι», λέω μόνη μου και κατευθείαν αναπηδώ. Η ταραχή μου μαρτυρά ότι πρέπει να έχω πολλές ώρες να μιλήσω. Αν και στο τέλος μου κάνει κυρίως καλό. Ο ήχος της φωνής είναι κάτι το καθημερινό· το φυσιολογικό. Και είναι κάτι που απουσιάζει σταθερά από τη στιγμή που άνοιξα τα μάτια μου στο δωμάτιο 119.

«Προηγουμένως μπερδεύτηκα. Σίγουρα».

Ναι, μιλώντας εκ νέου, παίρνω επιπλέον κουράγιο. Αγνοώ φυσικά ότι τα λόγια μου είναι εντελώς αβάσιμα και βγαίνω ξανά στον κυκλικό διάδρομο. Εκτός από το νυστέρι, πλέον κρατώ στα χέρια μου και τον μεταλλικό σωλήνα.

«Επειδή μπορεί να μπερδευτώ και τρίτη φορά».

Είναι η πρώτη φορά που νιώθω τα χείλη μου να σχηματίζουν ένα χαμόγελο, έστω και υποτυπώδες. Το ότι καταφέρνω να ειρωνευτώ όμως με την όλη κατάσταση μοιάζει με ένα μικρό θαύμα.

***

Αρχίζω και περπατώ ξανά, αυτή τη φορά με πολύ περισσότερη προσοχή. Ο διάδρομος είναι όντως πάρα πολύ μεγάλος –και εντελώς έρημος. Το κτίριο όπου βρίσκομαι πρέπει να είναι τεράστιο. Για μένα βέβαια δεν έχει σημασία αυτό– για την ώρα έστω. Το μόνο που κάνω είναι να προχωρώ, προσπερνώντας συνεχώς πόρτες. Δεν έχω καμία διάθεση να τις ανοίξω, καθώς η απόλυτη ομοιότητά τους με τη δική μου υφίσταται επί μονίμου βάσεως. Μόνο τα νούμερα εξακολουθούν και αλλάζουν ακανόνιστα. Έχω παρατηρήσει πολλά και κανένα δεν έχει ξεπεράσει το 119 της δικής μου πόρτας. Όσο για το μικρότερο που εντόπισα είναι το 8. Και φυσικά είναι όλα γραμμένα με μαρκαδόρο.

Η ουσιαστική αλλαγή έρχεται μετά από δύο λεπτά περίπου. Οι πόρτες που πλησιάζω γίνονται ξαφνικά εντελώς διαφορετικές. Είναι δίφυλλες και μεγαλύτερες. Υπάρχει και μια κατευθυντήρια πινακίδα στον τοίχο, ακριβώς πριν φτάσω στην πρώτη πόρτα. Με το που διαβάζω αυτό που γράφει βγάζω μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.

«Τομέας ιατρικών εξετάσεων. Το ήξερα ότι είμαι σε κλινική!» λέω και πάλι φωναχτά, μιας και από τότε που το ξεκίνησα τα πράγματα βαίνουν κάπως καλύτερα. Όχι ότι η πληροφορία που έλαβα λύνει απαραίτητα κάτι, αλλά τουλάχιστον δείχνει ότι κάποιοι από τους συλλογισμούς που έχω κάνει είναι βάσιμοι.

Η ματιά μου ξαφνικά εστιάζει με ακρίβεια τέσσερις πόρτες παρακάτω. Και τότε νιώθω το μυαλό μου έτοιμο να εκραγεί. Ξεχνώ τα πάντα. Τρέχω προς τα εκεί με όλη μου τη δύναμη. Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά.

Αυτό είναι το δικό μου δωμάτιο, όχι το 119. Εκεί πέρα πρέπει να βρέθηκα κατά λάθος.

Η πόρτα είναι μια χαραμάδα ανοιχτή οπότε μπαίνω μέσα δίχως να ανακόψω καθόλου την πορεία μου. Το μόνο που με νοιάζει είναι να ξαναδώ το γραφείο μου στο βάθος του δωματίου, την αναπαυτική μου καρέκλα από πίσω, τον φορητό μου υπολογιστή, ακόμα και τη μολυβοθήκη μου, εκείνη που μου χάρισε ο πρώην αρραβωνιαστικός μου, εκείνη που όλο λέω ότι πρέπει να την αλλάξω μήπως και επιτέλους τον ξεχάσω αλλά δεν το κάνω ποτέ επειδή οι υποχρεώσεις του πόστου μου είναι ατέλειωτες και υπερβολικά κρίσιμες για να ασχοληθώ με οτιδήποτε άλλο.

Όταν καλύπτω το μισό δωμάτιο ξεστομίζω μια άναρθρη βρισιά. Κοντοστέκομαι. Προσπαθώ να πιστέψω στα μάτια μου.

Μια γυναίκα κάθεται στη θέση μου. Και όχι οποιαδήποτε. Είναι και πάλι αυτή. Αυτή η μικροκαμωμένη, αυτή η μακρυμάλλα, αυτή η ξανθιά. Και με κοιτάει ήδη με το ίδιο μίσος που την κοιτάω κι εγώ. Προσπαθεί να σηκωθεί, σίγουρα για να μου επιτεθεί με τον διαβήτη που αρπάζει από τη μολυβοθήκη μου, αλλά εγώ για μια ακόμα φορά είμαι σε πλεονεκτικότερη θέση. Καλύπτω με δύο καλοζυγισμένα βήματα την απόσταση που μας χωρίζει και τη χτυπώ στο πλαϊνό μέρος του κεφαλιού της με τον σωλήνα. Η καρέκλα έχει ροδίτσες και φεύγει λίγο προς τα πίσω, αλλά το κάνει χωρίς τη θέληση της γυναίκας. Το χτύπημα που της έχω καταφέρει είναι τόσο δυνατό που έχει χάσει ήδη της αισθήσεις της. Ενδεχομένως να είναι και ήδη νεκρή. Καλού κακού πάντως ανεβαίνω επάνω στο γραφείο με τα γόνατα και της καρφώνω το νυστέρι στο λαιμό.

«Φύγε από τη θέση μου!» της λέω, και μαζί με τις λέξεις από το στόμα μου πετάγονται και σάλια. Το άψυχο κορμί της πάντως συμπεριφέρεται λες και νιώθει ακόμα το μένος μου, καθώς υποχωρεί και καταλήγει στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από το γραφείο

Δίνω ελάχιστη σημασία. Το μόνο που με νοιάζει είναι να καθίσω επιτέλους στην καρέκλα μου.

Με το που το κάνω, νιώθω πράγματι πολύ καλύτερα. Νιώθω σαν την εξόριστη βασίλισσα που ανέκτησε τον θρόνο της. Και πλέον είμαι σχεδόν βέβαιη ότι τα πάντα θα λυθούν πανεύκολα από εδώ και πέρα. Ότι–

Ένας λυγμός ξεγλιστρά από τα χείλη μου. Στην πόρτα έχει μόλις εμφανιστεί μια γυναίκα. Φοράει ολόσωμη κολλητή φόρμα. Είναι μικροκαμωμένη, μακρυμάλλα και ξανθιά. Κρατάει ένα πυροσβεστικό τσεκούρι. Έχει σταματήσει να προχωρά και με κοιτά με μια έκφραση που έχω την αίσθηση ότι περιέχει ανάμικτα έκπληξη και μίσος.

Μου ξεφεύγει και δεύτερος λυγμός –και δεν είναι για το τσεκούρι. Τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχω τώρα που για πρώτη φορά δεν είμαι σε θέση ισχύος δεν μπορώ να τον συνειδητοποιήσω επακριβώς τη δεδομένη στιγμή. Στο μυαλό μου υπάρχει μόνο αυτή η γυναίκα.

Το βλέμμα μου φεύγει αυθόρμητα από πάνω της και πηγαίνει στο πανομοιότυπο, άψυχο κορμί που βρίσκεται στα πόδια μου. Στη συνέχεια σκαρφαλώνει και πάλι ψηλότερα. Κοιτάζω το γραφείο μου. Την κορνίζα που υπάρχει στα αριστερά μου. Εκεί όπου απεικονίζεται και πάλι αυτή τη γυναίκα, να ποζάρει χαμογελαστή μπροστά από ένα κτίριο γεμάτο στρόγγυλα παράθυρα. Στο τέλος, εστιάζω και στη δεξιά πλευρά του γραφείου, εκεί όπου έχει μετατοπιστεί ο φορητός υπολογιστής μετά το άλμα μου.

Η οθόνη του είναι σηκωμένη αλλά σβηστή. Έστω και κάπως θαμπά, εκεί καθρεφτίζεται το πρόσωπό μου.

Διαπιστώνω ότι είμαι ολόιδια με όλες τις γυναίκες που σκότωσα.

Ότι είμαι κι εγώ αυτή η γυναίκα.

Νιώθω πως είμαι και πάλι έτοιμη να λιποθυμήσω.

Η γυναίκα που βρίσκεται στην πόρτα δεν έχει τέτοια προβλήματα. Φέρνει το τσεκούρι μπροστά της και ξεκινά για να μου επιτεθεί.

Δεν έχω το κουράγιο να αντιδράσω. Η αποκάλυψη με έχει παραλύσει.

Φτάνει ένα βήμα πριν από το γραφείο και το μόνο που καταφέρνω να κάνω είναι να κλείσω τα μάτια για να μην τη δω να με εκτελεί εν ψυχρώ.

Εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένας παράξενος βόμβος και στη συνέχεια ένας γδούπος.

Ανοίγω τα μάτια μου ξανά.

Η γυναίκα έχει πέσει στο πάτωμα και χτυπιέται σαν ψάρι στην ξηρά. Από τις άκρες του στόματός της το σάλιο της θυμίζει ήδη θαλασσινό αφρό. Πίσω της, στην πόρτα, στέκονται τρεις άντρες οι οποίοι φορούν στολές παραλλαγής. Ο ένας κρατά ένα ηλεκτρικό όπλο που ακόμα καπνίζει. Το έχω ξαναδεί πρόσφατα. Είναι δημιούργημα ενός επιστημονικού μου συνεργάτη. Είναι άκρως αποτελεσματικό και φαίνεται από τους ολοένα και αυξανόμενους σπασμούς της γυναίκας στο πάτωμα. Αν είχαν δυναμώσει την τάση του ρεύματος ελάχιστα παραπάνω θα την είχαν σκοτώσει ακαριαία.

Στο μεταξύ, πίσω από τους τρεις άντρες εμφανίζεται ένας ακόμα. Αυτός φοράει λευκή ρόμπα. Τον αναγνωρίζω αμέσως.

«Δρ. Γκριν; Τι ακριβώς συμβαίνει;» τον ρωτάω.

Με κοιτάζει παράξενα. Διερευνητικά. «Θυμάσαι ποια είσαι;» με ρωτάει στο τέλος.

«Είμαι η Δρ. Νατάσσα Παουλιτσένκο από τη Μόσχα. Δουλεύω σε αυτό το εργαστήριο εδώ και έντεκα χρόνια», απαντώ με βεβαιότητα.

Συνεχίζει και με κοιτά διερευνητικά. Ανταλλάσσει ματιές και με έναν από τους άντρες με τις παραλλαγές. Με λίγη προσπάθεια τον αναγνωρίζω κι αυτόν. Είναι στρατιωτικός και επικεφαλής ασφαλείας των εγκαταστάσεων στις οποίες βρισκόμαστε.

«Ταγματάρχη Άντερς; Τι ακριβώς συμβαίνει;» επαναλαμβάνω και σ’ αυτόν την αρχική μου ερώτηση.

Δεν μου δίνει σημασία, έχει στρέψει την προσοχή του στον γιατρό. Εκείνος πάλι έχει φέρει το ρολόι του μπροστά στο στόμα του. Μαγνητοφωνεί τα λεγόμενά του.

«Για πρώτη φορά από τον θάνατο της Νατάσσας Παουλιτσένκο, έχουμε τόσα θετικά αποτελέσματα», λέει. «Ο κλώνος 119 της 63ης σειράς θεωρεί ότι είναι η γιατρός αυτοπροσώπως».

«Κ-κλώνος;» ρωτάω με δυσκολία. Δεν με ακούει κανείς. Ο Ταγματάρχης Άντερς εξακολουθεί και κοιτάει τον Δρ. Γκριν.

«Αυτό σημαίνει ότι την κρατάμε, γιατρέ;» τον ρωτάει.

«Όχι», του απαντά εκείνος δίχως να το σκεφτεί στιγμή. «Εδώ και έντεκα χρόνια προσπαθούμε να αναβιώσουμε την αποθανούσα Δρ. Παουλιτσένκο έτσι ώστε να μας δώσει τη λύση επάνω στον ιό που έχει σκοτώσει τη μισή υφήλιο. Μπορεί το δείγμα 119 να είναι ό,τι καλύτερο έχουμε πετύχει, αλλά όλη η 63η σειρά εμφάνισε μια άκρως επιθετική συμπεριφορά η οποία δεν έχει ουδεμία σχέση με τη γιατρό. Έχουν δύο ώρες που αλληλοσφάζονται με τρόπους που ταιριάζουν σε μανιακούς δολοφόνους».

«Οπότε…»

«Οπότε καλύτερα να εξολοθρεύσουμε επιτόπου την 119 έτσι ώστε να πάρουμε δείγμα από το δικό της DNA και να το συνδυάσουμε με το αντίστοιχο της Δρ. Παουλιτσένκο. Κάτι μου λέει ότι την επόμενη εβδομάδα θα πετύχουμε το θαύμα που περιμένουμε εδώ και καιρό. Ότι σύντομα όλος ο πλανήτης θα μιλάει για τη θεραπεία που ανακάλυψε το πρότυπο εργαστήριο της Πενσυλβάνια».

Βλέπω τον Ταγματάρχη Άντερς να σηκώνει το όπλο του και να το στρέφει κατά πάνω μου. Το μόνο που προλαβαίνω να κάνω είναι να ρίξω μια τελευταία ματιά στη γυναίκα στην κορνίζα.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά