Διήγημα: “Αυτό μέσα στον σάκο” του Βαγγέλη Ιωσηφίδη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Αυτό μέσα στον σάκο” του Βαγγέλη Ιωσηφίδη συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Μπήκε στη σπηλιά. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά τον σάκο.

«Το έφερες;» ρώτησε ο Μακ με κομμένη την ανάσα.

Ο Τσάκο του έριξε ένα λοξό βλέμμα καθώς ξεκρέμαγε τον σάκο και τον απίθωνε σ’ έναν λειασμένο βράχο. Δεν του άρεσαν οι ηλίθιες ερωτήσεις. Οι υπόλοιποι το βουλώσαμε. Πλησιάσαμε τον βράχο. Αν και πλησίασα τη φωτιά, μια παγωμένη αύρα με διαπέρασε μόλις άνοιξε ο σάκος και αποκαλύφθηκε το αντικείμενο. Μέταλλο, γυαλιστερό μέταλλο κι αιχμηρές γωνίες. Κάτι μέσα μου μού έλεγε να μην το πλησιάσω, να φύγω μακριά του. Τα πόδια μου δε με υπάκουσαν.

Κοίταξα τους άλλους. Όλοι είχαν καρφώσει το βλέμμα τους στο αντικείμενο, αλλά κάτι σ’ αυτά τα βλέμματα ήταν… Δεν μπορώ να το περιγράψω. Όχι ανθρώπινο πάντως. Ο Νάντι με κοίταξε και βρήκα την ανάσα μου. Με το που έπαψε να το κοιτάζει, το βλέμμα του ήταν ξανά κανονικό.

«Τι θα κάνουμε μ’ αυτό, Τσάκο;» ρώτησε ο Μακ. Χάρηκα που υπήρχε κάποιος που τολμούσε να ρωτάει χωρίς να φοβάται τις συνέπειες.

«Ό,τι είπαμε. Θα πάρουμε την εκδίκησή μας. Απ’ όλους και απ’ όλα».

Σφίχτηκα βλέποντας τα βλέμματά τους. Ήταν αποφασισμένοι. Κι εγώ νόμιζα πως είμαι. Είχα στο μυαλό μου ακόμα την εικόνα του σπασμένου μπουκαλιού στον τοίχο. Η μπάσα φωνή του με στοίχειωνε τα βράδια, κι ας το είχα σκάσει εδώ και μήνες από εκείνη την τρώγλη που κάποτε αποκαλούσα σπίτι. Πήρα μια βαθιά ανάσα. Εκδίκηση; Κι εγώ αυτό ζητάω;

Ο Τσάκο έσυρε το χέρι του πάνω στις γωνίες που έλαμπαν απόκοσμα. Δεν είχε κοπεί μόνο η δική μου ανάσα, αλλά ολωνών. Γύρισε και μας κοίταξε έναν προς έναν με ένα στραβό χαμόγελο. Τράβηξε το χέρι του. Δεν έτρεχε αίμα, παρότι τον είχα δει καθαρά να… Όχι, ήμουν σίγουρος για ό,τι είχα δει; Ή μήπως έπαιζε θέατρο πάλι; Η καρδιά μου γύρισε στη θέση της. Τσάκο ο θεατρίνος. Ο αρχηγός μας.

«Ελάτε, αγγίξτε το», ψιθύρισε.

Τους είδα όλους με την άκρη του ματιού μου να κάνουν ένα βήμα πίσω. Όχι μεγάλο, μάλλον για να μη φανούν δειλοί αλλά κανείς δεν πλησίασε. Αν δεν πήγαιναν εκείνοι δε θα πήγαινα ούτε εγώ.

«Τι πάθατε όλοι;» ρώτησε ψυχρά. «Πού είναι η μανία σας; Γιόρα, δε μου είχες πει πως θα τους σάπιζες στο ξύλο, αρκεί να είχες τη δύναμη;»

Ο Γιόρα ξερόγλειψε τα χείλη του. Έγνεψε βιαστικά.

«Άντε λοιπόν! Εδώ είναι η δύναμη. Σ’ τη δίνω. Όλη δική σου!»

Ο Γιόρα πλησίασε κι έσκυψε στον αλλόκοτο μεταλλικό εφιάλτη μπροστά μου. Καθώς πλησίαζε, άκουγα την καρδιά μου να χτυπά. Όχι απ’ το στήθος μου αλλά από αυτό. Ο Γιόρα πλησίαζε την καρδιά μου καθώς το πλησίαζε. Έσφιξα ασυναίσθητα το στήθος μου. Δεν ένιωσα τίποτα. Έγδαρα το δέρμα μου να νιώσω πόνο. Τίποτα. Χλώμιαζα. Το αίμα έφευγε απ’ το πρόσωπό μου.

Ο Γιόρα μάζεψε το χέρι του. Το κοίταξε. «Δε… δεν μπορώ να το κάνω», είπε.

Με το που μάζεψε το χέρι του, η ατμόσφαιρα άλλαξε πάλι. Η καρδιά μου στη θέση της. Πήρα μια κοφτή ανάσα. Η φωτιά τρεμόπαιξε άγρια, αν και δεν είχε αέρα. Ο Τσάκο κοιτούσε τον Γιόρα. Εκείνος είχε σκύψει το βλέμμα, αλλά δεν έκανε βήμα πίσω. Αν ήμουν στη θέση του, θα είχα φύγει ήδη. Ο Τσάκο πετάχτηκε πάνω απότομα κι ο Γιόρα έκανε πίσω με μια κραυγή. Άλλα έξι σώματα έκαναν πίσω, ανοίγοντας τον κύκλο που είχαμε φτιάξει γύρω από αυτό. Ο Τσάκο, σαν άγριο θηρίο με ένα λουρί να τον κρατά στη θέση του, ήταν πάλι έτοιμος να ορμήσει στον Γιόρα. Ή μάλλον, κρίνοντας απ’ το βλέμμα του, να ορμήσει σε οποιονδήποτε ήταν κοντά. Τα νύχια του έτοιμα να αρπάξουν. Όταν με κοίταξε, είδα στο βλέμμα του κάτι που με έκανε να πισωπατήσω. Όχι, δεν είναι ανθρώπινο αυτό.

Έκανε να ορμήσει πάλι, αλλά κάτι τον κράτησε εκεί. Αυτό το αόρατο λουρί, που είχε αποδειχτεί σωτήριο. Τον έχω δει να ορμάει σε άνθρωπο. Δεν έχει όρια, δε σταματάει. Αλλά αυτό που είδα στο βλέμμα του πριν λίγο… Ήταν εκατό φορές πιο άγριο ακόμα κι από εκείνον τον μανιασμένο Τσάκο.

«Δεν είμαστε οικογένεια… Τσάκο; Δεν είμαστε η οικογένειά σου;» ρώτησε ένας.

Οικογένεια; Όχι εσείς. Η οικογένειά μου… είναι εδώ.

Αυτό που συνέβη δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω. Δεν ξέρω αν μίλησε ή αν η σκέψη του έφτασε μέχρι το μυαλό μου. Για μια στιγμή τα πάντα σκοτείνιασαν, εκτός από αυτό, στη μέση του κύκλου. Και μετά η πραγματικότητα επέστρεψε. Κάτι αλλόκοτο συνέβαινε. Είδα όλους τους υπόλοιπους να χλωμιάζουν. Ο Μακ έκανε να φύγει, αλλά στην έξοδο της σπηλιάς σταμάτησε. Κάτι τον σταμάτησε.

Ο Τσάκο έκατσε κάτω. Το πήρε αγκαλιά, χωρίς να νοιάζεται για τη ζημιά που θα μπορούσε να του κάνει. Αλλά δεν του έκανε ζημιά. Το κορμί του τραντάχτηκε, σαν να έπαιρνε βαθιά ανάσα, αλλά δεν ακούστηκε τίποτα. Αναρωτήθηκα αν είχα χάσει την ακοή μου. Διότι άκουγα, αλλά όχι με τα αυτιά μου. Άκουγα, δεν ξέρω πώς να το πω… με τις αναμνήσεις μου.

Τον άκουγα. Ακούγα εκείνον, τις φωνές του. Ήμουν πάλι εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι. Με την υγρασία να χώνεται πρόστυχα στα ρουθούνια μου, με τον φόβο να με οδηγεί στις σκοτεινές γωνίες, να μην είμαι ορατός, να μην είμαι αντιληπτός.

Όχι, ήμουν εκεί, στη σπηλιά. Είμαι τώρα εδώ, στη σπηλιά. Η φωτιά φωτίζει τον χώρο. Ακούω κανονικά γύρω μου. Ο Τσάκο το κρατάει, σαν να νανουρίζει ένα μωρό. Το βλέμμα του είναι κενό. Κοιτάει μακριά, το τίποτα. Οι άλλοι δεν είναι ομάδα, δεν είναι οικογένεια. Ο καθένας ζει κάτι δικό του. Κανείς δεν κοιτάζει τον άλλον στα μάτια. Ο Μακ είναι ακόμα κοντά στην άκρη της σπηλιάς, αλλά δεν προσπαθεί να φύγει. Όχι πια. Έχει μαρμαρώσει εκεί.

Αυτό στριφογυρίζει. Σαν μια φριχτή, περίπλοκη σβούρα, γυρίζει προς κάθε κατεύθυνση. Ο Τσάκο μοιάζει σαν να μην το αντιλαμβάνεται, σαν να μη νιώθει. Ο Γιόρα πέφτει στα γόνατα.

«Πού το βρήκες;» ρώτησε, έτοιμος να λιποθυμήσει.

Εκείνο με βρήκε.

Ναι, δε μιλούσε ο Τσάκο. Δεν έβγαινε φωνή από μέσα του. Η φωνή έβγαινε μέσα από αυτό. Μόλις το άκουσα, τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Θα έλεγα πως ο χρόνος είχε σταματήσει, αν δεν έβλεπα τα υπόλοιπα μέλη της αποκαλούμενης οικογένειας να είναι εγκλωβισμένα, το καθένα στον δικό του κόσμο, το καθένα στη δική του μάχη. Βρισκόμουν μια στη σπηλιά, μια στο σπίτι. Τη μία στιγμή μύριζα τη φωτιά, την άλλη την υγρασία. Τη μία με έτρωγε το σκοτάδι, την άλλη το φως. Τι μου συνέβαινε;

Έπρεπε να δω τα πράγματα λογικά. Ό,τι κι αν έκανε αυτό το δαιμονικό πράγμα, δεν το είχα αγγίξει. Ό,τι συμφωνία κι αν είχε κάνει ο Τσάκο μαζί του, ό,τι συμφωνία κι αν ήθελε να κάνουμε εμείς μαζί του, δεν την κάναμε. Μέχρι πότε όμως θα μέναμε έτσι εκεί; Μέχρι πότε θα έβλεπα τους φίλους μου να σφαδάζουν στο έδαφος, με τα μάτια τους γουρλωμένα; Μέχρι πότε θα ήμουν τη μια στιγμή άτονος και αμέσως μετά με τις αισθήσεις μου τσιτωμένες;

Ήταν αυτό. Αυτό τα έκανε όλα, όπως σβούριζε με τα διαβολεμένα του γρανάζια, μ’ αυτό το απαίσιο μεταλλικό τρίξιμο. Ήθελα να το κλοτσήσω μακριά. Έκανα να το πλησιάσω αλλά ο Μακ γύρισε και με κοίταξε από την άκρη της σπηλιάς. Το βλέμμα του, αυτό το βλέμμα του…

«Μην το πλησιάσεις. Καθόλου, ούτε βήμα».

«Πρέπει… πρέπει να το πάρω απ’ τον…» είπε. Κάθε φθόγγος που προσπαθούσα να βγάλω με πίεζε. Σαν να μου έπαιρνε την ανάσα. Σαν να προσπαθούσα να μιλήσω και να αναπνεύσω μαζί.

«Αυτό εκεί… δεν είναι ο Τσάκο», είπε.

Κοίταξα το χλωμό ανθρωπόμορφο πλάσμα που κρατούσε αυτό στην αγκαλιά του και το συνειδητοποίησα. Δεν ήθελα καθόλου να το πλησιάσω. Καθόλου. Ούτε βήμα.

«Άραν», είπε ο Μακ. Γύρισα και τον κοίταξα. «Μην κοιτάς τους άλλους. Άσ’ τους. Μόλις βρω τη δύναμη, θα τρέξω. Κάνε κι εσύ το ίδιο».

Κάτι φτερούγισε μέσα μου. Βρήκα τη δύναμη κι έκανα δυο βήματα προς την άκρη της σπηλιάς. Κατάφερα να γελάσω καθώς τα κατάφερνα. Κι ας ήταν σαν ξερόβηχας αυτό το γέλιο. Κι ας ήταν τα βήματα στραβά, σαν τα πρώτα βήματα ενός μωρού.

Ο Μακ χαμογέλασε αχνά. Όσο με κοιτούσε, το βλέμμα του ήταν εντάξει. «Έλα Αράν, φεύγουμε», είπε και μου έτεινε το χέρι του. Το έπιασα, αλλά… Όχι, δεν μπορούσα να το πιάσω. Γιατί; Το βλέμμα του Μακ είχε αλλάξει πάλι. Κάτι τον τραβούσε προς τα μέσα, προς τη σπηλιά. Γύρισα και κοίταξα. Ο Τσάκο, ή ό,τι ήταν αυτό που κάποτε ήξερα ως Τσάκο, κοιτούσε ψηλά. Εκεί όπου οι έξι φίλοι μου αιωρούνταν απόκοσμα πια, σαν να τους κρατούσαν αόρατα σκοινιά από το ταβάνι της σπηλιάς.

Τα δεσμά του Μακ όμως δεν ήταν στο ταβάνι. Ήταν σ’ αυτό. Πισωπατούσα, μέχρι που έφτασα στην άκρη της σπηλιάς. Εκεί που πριν έβλεπα την έξοδο, τώρα υπήρχε τοίχος. Το σώμα του Μακ τραβιόταν, όλο και τραβιόταν προς τα εκεί. Ό,τι κι αν ήταν αυτό, τον τράβηξε μέσα του. Το ίδιο και με τους αιωρούμενους χορευτές του πουθενά γύρω του. Μια σιωπηλή λιτανεία που έκανε έναν αργό, εναέριο γύρο και χανόταν μέσα σ’ αυτό. Ο Τσάκο, του οποίου το βλέμμα ήταν στραμμένο σ’ αυτό, γύρισε προς τα μένα.

«Εσύ έμεινες», είπε.

Σηκώθηκε. Το κρατούσε ακόμα. Έκανε να με πλησιάσει. Τα πόδια του δεν τον κράτησαν. Έσπασε σαν κούκλα και το σώμα του σωριάστηκε κάτω. Η φωτιά έσβησε την ίδια στιγμή. Αυτό με περίμενε. Είχε πάψει να κινείται. Η ασημένια, μεταλλική του λάμψη με καλούσε.

Όχι εκδίκηση. Οικογένεια. Αυτό δεν ήθελες;

Αυτό ήθελα. Αυτό μου είχε στερηθεί τόσα χρόνια.

Η οικογένειά σου δε χάθηκε. Είναι εδώ.

Πλησίασα. Είχε δίκιο. Αγνόησα τις κραυγές που έρχονταν απ’ το εσωτερικό. Παράσιτα από μια άλλη διάσταση. Η οικογένειά μου ήταν εκεί. Μέσα σ’ αυτό. Το έπιασα και το σήκωσα τρυφερά.

Δε θα κρατήσεις πολύ. Προχώρα, βγες έξω. Η οικογένεια πρέπει να μεγαλώσει.

Κοίταξα το κατάλευκο, σπασμένο σώμα του Τσάκο και το προσπέρασα. Έβαλα αυτό στον σάκο, τον φορτώθηκα στην πλάτη και βγήκα απ’ τη σπηλιά. Η οικογένεια πρέπει να μεγαλώσει.

Βιογραφικό συγγραφέα

Ο Βαγγέλης Ιωσηφίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Κλασική Φιλολογία, ενώ διαμένει μόνιμα στη Δράμα. Ασχολείται με το σκάκι, τo μπριτζ και αρθρογραφεί στο blog του skylosofies.blogspot.com.
Έχουν εκδοθεί τα βιβλία του «Φιλήμων, ο ερευνητής του μεταφυσικού», «7 Καταραμένες Ιστορίες» και το πρώτο μέρος της σειράς «Η Γη των Αμόλυντων» από τις εκδόσεις Παράξενος Ελκυστής.
Είναι λάτρης των ταινιών φαντασίας, επιστημονικής και μη, των ειδυλλιακών αλλά και των απόκοσμων τοπίων στη φύση και αναζητά εδώ και χρόνια τα όρια της ανθρώπινης φαντασίας.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά