Διήγημα: “Ηλεκτρική κορώνα” του Παναγιώτη Σαχπαζίδη

by Nyctophilia

Το διήγημα Ηλεκτρική κορώνα” του Παναγιώτη Σαχπαζίδη συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ξημέρωσε άλλη μια ημέρα, σαν όλες τις προηγούμενες. Άχαρη. Δίχως λόγο ύπαρξης. Η Ευτυχία είχε σηκωθεί από νωρίς, για να φτιάξει καφέ, λίγο πριν ξεκινήσει τις δουλειές του σπιτιού. Άνοιξε την τηλεόραση μα το μόνο που είδε· λες και θα περίμενε τίποτα διαφορετικό· ήταν η τραγική φωνή της δημοσιογράφου να αναγγέλλει· ή, καλύτερα, να απαγγέλλει· τα μέτρα, τα κρούσματα και τους θανάτους.

Ρίγησε στο άκουσμα του αριθμού των νεκρών. Η πιθανή απώλεια άρχισε να της χαϊδεύει το μυαλό σαν φόρεσε τον εαυτό της στα παπούτσια εκείνων που θρηνούσαν. Μα όταν ήρθε στη θέση των θυμάτων, η σκέψη της πίκρανε ακόμη περισσότερο. Ασθενών, δίχως να έχουν την ευκαιρία να πιάσουν το χέρι, ή έστω να κοιτάξουν τα μάτια των ανθρώπων τους, λίγο πριν αφήσουν τη στερνή πνοή τους.

«Λες να συμβεί κάτι τέτοιο και σ’ εμάς; Θεέ μου, βοήθησέ μας, αν με ακούς…» ούρλιαξε μέσα της, ενώ έπινε γουλιά-γουλιά τον αχνιστό καφέ της. Γλυκός ελληνικός, με γάλα. Όπως η ζωή της με τον άντρα που ερωτεύτηκε· όταν ήταν μαθήτρια λυκείου· και παντρεύτηκε «με δόξα και τιμή», λίγα χρόνια αργότερα.

Ο Θοδωρής, ο Δώρος της, κοιμόταν ακόμη. Δεν είχε λόγο να ξυπνήσει. Ήταν άνεργος σερβιτόρος. Πάνω από δέκα μήνες. Η πανδημία, τους είχε χτυπήσει την πόρτα εδώ κι αρκετό καιρό, μα δεν ήταν στο χέρι τους να μην της ανοίξουν. Απολύθηκε, μιας κι ο ιδιοκτήτης του οινομαγειρείου που εργαζόταν, αποφάσισε να το κλείσει και να πάει στο χωριό του. Βλέπεις, όταν επιβάλλεις εξαντλητικούς οικονομικούς περιορισμούς στο σώμα της κοινωνίας, οι πρώτοι που επηρεάζονται είναι τα ελαχιστότατα κύτταρά της, οι μικροεπιχειρήσεις, με τελικό αντίκτυπο σε εκείνους που πασχίζουν, αγωνιωδώς, να τις κρατήσουν ζωντανές, είτε είναι αφεντικά, είτε υπάλληλοι. Ίσως όμως να είναι «αναγκαίο κακό», για το «καλό» όλων.

Όταν υπάρχει γάγγραινα στο πόδι, πρέπει να το κόψεις ώστε να μην πεθάνει ο ασθενής από σηψαιμία.

Στην Ευτυχία είχε δοθεί άδεια αορίστου, αμισθί. Δούλευε σε τουριστικό γραφείο. Στην αρχή της πανδημίας όταν ο κόσμος, έστω και λίγο, είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει για δουλειές ή αναψυχή, εκείνη μπορούσε να εργαστεί από το σπίτι με το λάπτοπ της. Μπορούσε να κλείνει αεροπορικά κι ακτοπλοϊκά εισιτήρια, ξενοδοχεία ή να παρέχει ολοκληρωμένα τουριστικά πακέτα. Με την επιδείνωση της κατάστασης όμως, όταν περιορίστηκαν περισσότερο οι μετακινήσεις και τα ταξίδια, ελαττώθηκε κι η εργασία της. Τελικά, κατέληξε να ξυπνά κάθε πρωί, λίγο πριν τις οκτώ· κατάλοιπο της εργασίας της· για να κάνει επίμονα δουλειές στο σπίτι.

«Κάλιο άνεργη παρά άεργη» ήταν το μότο της. Το απαύγασμα του ρητού που τη γαλούχησαν οι γονείς της.

Το πρωινό πουλί πιάνει το σκουλήκι.

«Σήμερα ξεσκόνισμα, σκούπισμα και σφουγγάρισμα. Αύριο πλυντήριο και μαγείρεμα. Μεθαύριο σιδέρωμα και ντουλάπες…»

Μοιάζει με πικρόχολο χωρατό πως πάντα λογαριάζεις χωρίς τον ξενοδόχο. Πως πάντα οργανώνεις τις δουλειές σου πιστεύοντας ότι το αύριο θα έρθει κι εσύ θα αποτελείς μέρος του. Κάπως έτσι ζούμε όλοι μας. Κάπως έτσι ζει κι η Ευτυχία με τον Δώρο της, κάπου στην Κυψέλη.

Είχε πάει δειλά εννιά. Στην τελευταία ρουφηξιά του καφέ της, πήρε την απόφαση να σηκωθεί από την καρέκλα, να πάει μέσα, να πιάσει το ξεσκονόπανο και να αρχίσει να τρίβει νευρικά πάγκους, τραπέζια κι έπιπλα, μα κοντοστάθηκε όταν άκουσε ένα αχνό χτύπημα, σαν γρατζούνισμα, στην εξώπορτα. Έβαλε το πανί στην πίσω τσέπη της ροζ βαμβακερής φόρμας που φορούσε όποτε έκανε τις δουλειές του σπιτιού και πήγε να ανοίξει την πόρτα, κοιτώντας πρώτα από το ματάκι. Έκπληκτη, δεν είδε κανέναν. Προς την τέρψη της περιέργειας όμως, απάντησε στο κάλεσμα και την άνοιξε διάπλατα. Δεν ήταν όντως κανείς, πέρα από ένα μικρό παραλληλεπίπεδο κουτάκι. Έμοιαζε ξύλινο. Όχι μακρύτερο από δύο παλάμες, με πλάτος και ύψος περίπου τα δύο δάκτυλα.

«Τι ‘ναι τούτο;» σκέφτηκε καθώς το κοιτούσε απορημένη.

Ύστερα από δύο κλεφτές ματιές, αριστερά-δεξιά, στον διάδρομο της πολυκατοικίας, έσκυψε και το πήρε στα χέρια της. Ήταν ελαφρύ. Σχεδόν αβαρές. Το χάιδεψε. Ήταν πράγματι ξύλινο! Το κούνησε. Άκουσε κάτι να κλαγγάζει μέσα του. Προσπάθησε να το ανοίξει. Δεν υπήρχε πουθενά κάποιο άνοιγμα. Το ψηλάφισε από κάτω. Ένιωσε πως ήταν σκαλισμένο. Το γύρισε ανάποδα και διάβασε σιγανά, με απορία στη φωνή της: «Γυαλιά για τον πόνο του άλλου…;»

Μισό βλεφάρισμα από το τέλος της τελευταίας λέξης που ξεστόμισε, το κουτάκι άνοιξε από μόνο του, σαν καπό αυτοκινήτου, αποκαλύπτοντας ένα μικρό ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά. Η Ευτυχία έκπληκτη, μη παίρνοντας τα μάτια της από αυτό το αλλόκοτο εύρημα, μπήκε ξανά στο σπίτι, δίχως να προσέξει πως, καθώς άνοιγε το καπάκι του κουτιού, γλίστρησε από μέσα ένα μικρό κίτρινο διπλωμένο χαρτάκι το οποίο έπεσε άηχα ξοπίσω της, ανάμεσα σε εκείνη και την κλειστή πόρτα.

Κάθισε ξανά στην καρέκλα της τραπεζαρίας, με το κουτί στο ένα χέρι, ενώ στο άλλο είχε ήδη βγάλει το ζευγάρι των γυαλιών και το περιεργαζόταν. Άφησε το κουτί στο τραπέζι και τα φόρεσε. Ήταν ένα συνηθισμένο ζευγάρι γυαλιά! Δεν ήταν μυωπίας ή πρεσβυωπίας. Δεν ήταν σκίασης. Δεν ήταν καν διαθλαστικά. Ήταν ένας απλός· στρογγυλός· λεπτός· σιδερένιος· σκελετός που αγκάλιαζε ένα ζεύγος διάφανων κρυστάλλων.

Μειδίασε. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν πως κρατούσε στα χέρια της κάποιο δείγμα σκελετού γυαλιών οράσεως που έπεσε τυχαία από κάποιον ένοικο, κι εκείνη έλαχε ν’ ακούσει το κουτί να πέφτει, καθώς, κατά την πτώση του, ακούμπησε ελαφρά την πόρτα της. Μα πραγματικά, γιατί να σκεφτεί κάτι άλλο; Στα χέρια της κρατούσε τη λύση του μυστηρίου. Τρανή απόδειξη αυτής, θα ήταν ένα επόμενο χτύπημα στην πόρτα από εκείνον που θα το έψαχνε. Αν και μια μικρή δυσανασχέτηση στη σκέψη, της έφερε το ρητό που ήταν χαραγμένο.

«Παράξενο για ονομασία μάρκας ή έστω για εμπορικό σλόγκαν. Θα μπορούσε να γράφει… ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ ή ΣΤΗΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ ΣΑΣ… αλλά ποια είμαι εγώ να διορθώσω τα λάθη των διαφημιστών τους;» σκέφτηκε αδιάφορα και κοίταξε το ρολόι.

Δέκα παρά είκοσι.

Πήγε να αγχωθεί για τις δουλειές του σπιτιού μα δεν πρόλαβε. Το κορμί της αντέδρασε πριν καλά-καλά του δώσει το μυαλό την εντολή να πανικοβληθεί. Τραβώντας απότομα το ξεσκονόπανο από την πίσω τσέπη, άρχισε να τρίβει νευρικά το μακρύ τραπέζι της κουζίνας, ενώ ταυτόχρονα άκουγε από την τηλεόραση τον εκφωνητή, με τη στεντόρεια κι αγχωτική φωνή του, να καλεί τον κόσμο να δει την εκπομπή για να του αποκαλυφθεί ποιος παίκτης έφτιαξε καλύτερη συνταγή με φουά γκρα.

Θα καθάριζε «ό,τι βλέπει η πεθερά» ως τις έντεκα. Μετά θα έκανε ένα διάλειμμα, να φτιάξει τον καφέ του Δώρου της και να τον ξυπνήσει. Έπαιρναν μαζί τον πρωινό καφέ τους, ειδικά από την ημέρα που ο Δώρος της έμεινε άνεργος κι έπειτα. Μα εκείνη τη φορά τον άφησε να ξεκουραστεί λιγάκι παραπάνω. Πρωτίστως, γιατί ήθελε να κάνει το ξεσκόνισμα δίχως να τον έχει να τριγυρνά μέσα στα πόδια της σαν φάντασμα. Εξάλλου, την προηγούμενη νύχτα, ο Δώρος της, είχε κοιμηθεί αργά παρακολουθώντας μια εκπομπή στο κρατικό κανάλι, που αφορούσε τα βήματα της επιστήμης πάνω στην παραγωγή εμβολίου ενάντια στον ιό. Με καλεσμένους γιατρούς και πολιτικούς της κυβέρνησης, αλλά και της ευρείας αντιπολίτευσης· γιατρούς που ήταν πολιτικοί· γιατρούς που είναι πολιτικοί· γιατρούς που σκέφτονται να αφήσουν το λειτούργημα και να γίνουν πολιτικοί· γιατρούς που έφυγαν από την πολιτική και ξανάγιναν γιατροί· γιατρούς που δεν έχουν σχέση με την πολιτική· πολιτικούς που δεν έχουν καμία σχέση με την ιατρική· γενικά ανθρώπους που πάσχιζαν να εξαντλήσουν το τέταρτο της δημοσιότητας που τους αντιστοιχεί· ήταν λογικό να κρατήσει ως αργά η συζήτηση, όπου με τις «καυτές αντιπαραθέσεις», το ενδιαφέρον του κοινού είχε «χτυπήσει κόκκινο», κάνοντας όλους όσους βλέπουν τη συγκεκριμένη «τηλεοπτική παράτα», να κρέμονται, στην κυριολεξία, από τα χείλη των παρευρισκόμενων.

Τελικά, τα μονοκλωνικά φάρμακα αντισωμάτων βοηθούν τους ασθενείς; Το εμβόλιο μεταλλάσσει το ανθρώπινο D.N.A.; Υπάρχουν αντενδείξεις και παρενέργειες σ’ όλα αυτά;

Όλα όσα αφορούσαν τους πολίτες κι ακόμη περισσότερα ερωτήματα, έσκαγαν σαν οβίδες πάνω στον «βωμό της ενημέρωσης», προκαλώντας περισσότερες απορίες παρά απαντήσεις. Άρα, ήταν λογικότατο να μείνουν όλοι καρφωμένοι στις τηλεοράσεις τους, ακούγοντας τη φωνή του συντονιστή, εκ του μυχού της, να τους παρακινεί, ώστε το πάνελ να προβαίνει σε εντονότερες αντιπαραβολές επιχειρημάτων, μιας που «η είδηση είναι ιερή και το σχόλιο επιβεβλημένο».

Η Ευτυχία κατευθύνθηκε προς την κουζίνα κι έβαλε νερό στον βραστήρα. Ήταν πια έντεκα. Μέχρι να βράσει το νερό, θα χτυπούσε τον καφέ του Δώρου της και θα έμπαινε μέσα στην κρεβατοκάμαρα για να τον ξυπνήσει. Ώσπου να νιφτεί, θα του τον είχε έτοιμο.

Έτσι κι έκανε. Όμως, δευτερόλεπτα πριν στρίψει το χερούλι της κρεβατοκάμαρας, άκουσε από μέσα τρίξιμο κι απότομους γδούπους. Αίφνης άνοιξε την πόρτα κι ήρθε αντιμέτωπη με κάτι που, όσο και να ήθελαν τα μάτια της να πιστέψουν ό,τι αντίκριζαν, το μυαλό της αδυνατούσε να το επεξεργαστεί.

Ανάμεσα από το αχνό φως που διαπερνούσε τα στόρια και από τις δυσώδεις αναθυμιάσεις που ανέδιδαν μούχλα και φρέσκα περιττώματα, είδε τον Δώρο της να είναι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι· με τα δυο του πόδια ενωμένα κι ανασηκωμένα, σαν να ήταν δεμένα με κάποιο αόρατο σχοινί· σε μια γωνία εξήντα μοιρών από το στρώμα· να ταλαντεύεται βίαια πάνω-κάτω· με τα χέρια του χαλαρά, να χτυπάνε στο κεφαλάρι και τα κομοδίνα, ξεχαρβαλώνοντας τα κίτρινα πορτατίφ και σκορπώντας τα μαξιλάρια αριστερά-δεξιά. Μα δεν ήταν αυτό το ανατριχιαστικό. Το γεγονός που την έκανε να τρομάξει περισσότερο, από το να βλέπει τον άνδρα που λατρεύει να σπαρταράει σαν ψάρι στη στεριά, ήταν πως εκείνος βρίσκονταν ακόμη σε βαθύ ύπνο, ανήμπορος να καταλάβει τι συμβαίνει. Αν επικεντρωνόσουν μονάχα στην έκφραση του προσώπου του και πουθενά αλλού, θα πίστευες πως βλέπει ένα ευχάριστο όνειρο.

Με μιας, έπεσε απάνω του να τον γραπώσει. Να τον βοηθήσει να σταματήσει να χτυπιέται. Στην αρχή πίστεψε πως είχε πάθει κάποια επιληπτική κρίση, πράγμα πρωτοφανές μιας κι ο Δώρος της δεν είχε τέτοιο ιστορικό. Παρόλα αυτά τον σκέπασε με το κορμί της προσδοκώντας να κοπάσει το βίαιο τράνταγμα. Του κάκου όμως. Ίσα που άρχισε να γίνεται εντονότερο, σαν κάτι να τον έσερνε από τα πόδια για να τον τραβήξει στο ταβάνι.

«Θεέ μου, ας μη είναι εγκεφαλικό…» σκέφτηκε, μα πριν καλά-καλά προλάβει να τελειώσει την φράση, άκουσε μέσα από τα βάθη του μυαλού της μια ήρεμη φωνή να την ωθεί να φορέσει τα γυαλιά. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Γιατί να δώσει; Μπροστά της, είχε τον άνθρωπό της να σφαδάζει. Δεν υπήρχε ούτε μισή περίπτωση στο εκατομμύριο να τον αφήσει μονάχο του για να πάει στο τραπέζι της κουζίνας, υποκύπτοντας έτσι απλά σε ένα αμυδρό ένστικτο. Μα όσο πίεζε τον Δώρο της, τόσο βιαιότερο γίνονταν το τράβηγμα και τόσο δυνατότερα έσκαγε σαν τσουνάμι η φωνή μέσα στο κεφάλι της. Στην αρχή ήταν σαν την λεπτή φλόγα ενός σπίρτου, που ανεξέλεγκτα μετατρέπεται σε πύρινη λαίλαπα.

Εξέπνευσε μισή ανάσα. Έτρεξε ως το τραπέζι της κουζίνας. Άρπαξε τα γυαλιά μέσα από το κουτί. Έσπευσε πίσω στο κρεβάτι, το λίκνο της αγάπης τους.

Τα χέρια της έτρεμαν. Ξέπνοη, με τον αέρα να μη φτάνει ως τα σωθικά της, φόρεσε άτσαλα τα γυαλιά.

Ό,τι εξελίσσονταν μπροστά της, ήταν πέρα από κάθε φαντασία. Μια ανθρωπόσχημη ύπαρξη· ψηλή ως το ταβάνι· πλασμένη από μελανό νέφος· είχε τυλιγμένο το αυτό-σαν-χέρι της γύρω από τα πόδια του Δώρου της. Το απόκοσμο πλοκάμι έφτανε ως τον λαιμό του. Τον τραβούσε για να τον πάρει από το κρεβάτι, ενώ ταυτόχρονα μια αόρατη δύναμη, ένας κάθετος φωτεινός δίσκος, κρατούσε τον κορμό του καθηλωμένο πάνω στο στρώμα.

Το δωμάτιο ξαφνικά έμοιασε μικρό. Μουντό. Βαμμένο στο χρώμα της θλίψης, του πόνου και της απόγνωσης. Η Ευτυχία πάγωσε. Δάκρυσε από φόβο. Ένα μόνο πρόκανε να ψελλίσει:

«Άσ’ τον κάτω».

Αυτοστιγμεί, η δυσοίωνη παρουσία γύρισε και την κοίταξε. Τα κόκκινα, σαν πυρωμένα κάρβουνα, μάτια του, της τρύπησαν την ψυχή. Τα γόνατά της λύθηκαν. Ανακατεύτηκε. Έκανε να καταρρεύσει σε μια άραχλη θάλασσα ανείπωτου τρόμου και δέους. Θα έμενε εκεί. Βουρκωμένη. Βαλτωμένη. Ανίκανη να σαλέψει. Είδε όμως κάτι που την αναθάρρησε.

«Μου χαμογελάει;… ΜΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ;» σκέφτηκε.

Δεν είχε κάνει λάθος.

Κάποια στιγμή, όταν το αερικό γύρισε να την ξανακοιτάξει, της χαμογέλασε αυτάρεσκα.

Αυτό και μόνο ήταν αρκετό να την κάνει να σταθεί σθεναρά στα δυο της πόδια και να τρέξει προς τον «ήλιο» της. Να πολεμήσει για εκείνον. Όλα πλέον της έμοιαζαν απλά.

…μέχρι να σας χωρίσει ο Θάνατος;…

Έπεσε απάνω του κι άρχισε να τον τραβάει από τα χέρια, ενόσω έπλεαν ακανόνιστα, σαν παρατημένα κουπιά.

«Δεν θα τον πάρεις…» φώναξε.

Η νεφελώδης οντότητα τραβούσε ασταμάτητα.

«ΔΕΝ ΘΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΠΑΡΕΙΣ !!!» έσκουξε με όλη της τη δύναμη από οίκτο για τις ζωές τους.

Το πλάσμα δεν έκανε πίσω. Αντίθετα, τραβούσε με περίσσια δύναμη.

«ΔΕΝ ΘΑ ΤΟΝ ΠΑΡΕΙΣ ΠΟΤΕ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ» ούρλιαξε, καθώς θυμός και πείσμα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στις κραυγές της.

«Ποτέ… ποΤΕ… ΠΟΤΕ!» στρίγγλισε, με την απελπισία και το ινάτι της να έχουν μετατραπεί σε χειμαρρώδη οργή, κατακλύζοντας το δωμάτιο.

Αυτό το συνονθύλευμα συναισθημάτων ήταν που της έδωσε νάκαρα να κτυπήσει. Όλα όσα είχαν περάσει μαζί μέχρι κι εκείνη τη στιγμή, διάβαιναν ως κινούμενες εικόνες μπροστά από τα μάτια της, ενδυναμώνοντάς την. Η πρώτη φορά που έκαναν έρωτα· ο πρώτος αληθινός τους τσακωμός· η στιγμή που έκοψαν τη γαμήλια τούρτα· η αγωνία για το αύριο μετά την ανεργία… Όλα όσα τους δένουν μαζί. Όλα όσα βιώνουν μαζί. Όλα όσα τους έπλασαν ζευγάρι. Καλά κι άσχημα. Κι όσες περισσότερες αναμνήσεις περνούσαν από μπροστά της, τόσο η άυλη οντότητα έχανε τη λαβή της. Ώσπου στο τέλος, σε μια υπόκωφη έκρηξη, τόσο σιγανή που ούτε μωράκι δε θα ξυπνούσε, το νέφος εξανεμίστηκε. Η ζοφερή απειλή ήταν πλέον παρελθόν.

Παρά την απερχόμενη αντάρα, εκείνος κοιμόταν σαν πουλάκι. Ροχάλιζε. Η Ευτυχία γονάτισε αποκαμωμένη. Έχυσε τον κορμό της απάνω του κι άρχισε να κλαίει γοερά. Με αναφιλητά. Ταυτόχρονα, ξύπνησε κι ο Δώρος της. Την κοίταξε κατάματα, με απορία. Τη ρώτησε τι είχε. Μα εκείνη ποτέ, ως κι ετούτη εδώ την ώρα, δεν του ανέφερε το παραμικρό. Όχι από φόβο μην την περάσει για τρελή. Απλά, η φωνή που την ειδοποίησε για τα γυαλιά, της είπε να πράξει έτσι. Αυτό ήταν το Τίμημα των Διόπτρων.

Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσε τη φωνή, μιας και δεν είχε ξανά, καμία τέτοια συνάντηση. Μα κι αν πράγματι είχε, θα της την ανέφερε ποτέ ο Δώρος της;

Το μόνο που αποκρίθηκε η Ευτυχία ήταν πως, τα νεύρα της είχαν σπάσει από όλη αυτή τη σκατένια κατάσταση. Ο Δώρος της, την πήρε αγκαλιά, τη φίλησε γλυκά και με έναν τρόπο που μόνο εκείνος γνωρίζει, της έδωσε κουράγιο, ψιθυρίζοντας της κάτι στο αφτί.

Όλα θα πάνε καλά.

Η Ευτυχία τον χάιδεψε στο στήθος με το μάγουλό της, σκουπίζοντας έτσι τα υπολείμματα δακρύων που έτρεχαν από τα μάτια της. Σηκώθηκε. Του είπε πως πάει να φτιάξει τον καφέ του. Στο διάδρομο για την κουζίνα είδε πεσμένο ένα μικρό κίτρινο χαρτάκι. Το ξεδίπλωσε και το διάβασε. Έγραφε μονάχα τρεις λέξεις:

«που καραδοκεί καταχωνιασμένος».

Μισοχαμογέλασε και το έβαλε μέσα στο κουτάκι, μαζί με τα γυαλιά που ακόμη φορούσε. Αφού το καπάκωσε, το τοποθέτησε δίπλα της και ξεκίνησε να χτυπάει τον καφέ. Κάνοντας να πιάσει το γάλα από το ψυγείο, παρατήρησε πως το παράξενο αντικείμενο είχε εξαφανιστεί. Δε μπήκε καν στον κόπο να το ψάξει. Κατάλαβε. Σήκωσε προσεκτικά τον ζεστό καφέ και τον πήγε στον Δώρο της. Εκείνος τη ρώτησε που πήγαν τα μαξιλάρια κι αν φορούσε γυαλιά νωρίτερα, ενώ στην τηλεόραση ο παρουσιαστής επευφημούσε με κορώνες τον θρίαμβο της ρακένδυτης κόκκινης ομάδας, τη στιγμή που οι νικητές καταβρόχθιζαν τις τυρόπιτες πάνω από τον ταμπλά.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Γεννήθηκα το 1971 κι έχω σπουδάσει βοηθός ακτινολόγου. Από μικρό παιδί, είχα ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Έτσι υπήρξα κιθαρίστας σε διάφορες ημιεπαγγελματικές μπάντες όπως οι δικοί μου punk rockers: Θ-Wave, οι ελληνόφωνοι hard rockers: Guernica του Αλέξη Σέρκου, οι gothers: The Hidden Heroes 66 του Θάνου Κυριαζή αλλά και μπασίστας, στους πιο γνωστούς, post-punk: Fliptop Box.
Γράφω ιστορίες με έφεση στο μεταφυσικό, στα όρια του τρόμου. Η συγγραφή είναι ένας τρόπος να φτιάχνω δικούς μου κόσμους και να ζω μέσα από αυτούς. Εξ’ άλλου τι καλύτερο από το να μπορείς, τη μια στιγμή να είσαι ένας ήρωας που ξεφεύγει από δύσκολες καταστάσεις και την άλλη να είσαι εκείνος που σε κυνηγά; Είσαι εν δυνάμει ένας Θεός! Παρανοϊκός μεν, αλλά Θεός.
Ένα διήγημά μου με τίτλο: «Ο τοίχος της φήμης» έχει εκδοθεί στη συλλογή «Ονειρικές αφηγήσεις» του εκδοτικού οίκου Παράξενος Ελκυστής, μετά από διάκριση στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα «Τα όνειρα» . Αρκετές flash fiction ιστορίες μου έχουν εκδοθεί διαδικτυακά σε συλλογές της σελίδας 121words.com υπό το ψευδώνυμο «Σάχπας». Ένα flash fiction διήγημα μου με τίτλο: «Σίσυφος» έχει πάρει τρίτο έπαινο στον Πρώτο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πεζογραφίας του περιοδικού Κέφαλος κι εκδόθηκε στην ανάλογη συλλογή μικρο-διηγημάτων. Ένα διήγημα μου με τίτλο: «Ένα κορίτσι που το έλεγαν Άνοιξη» έχει εκδοθεί στο Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2020 του περιοδικού: «Κέφαλος – Το λογοτεχνικό περιοδικό της Κεφαλονιάς». Ένα διήγημα splatter-τρόμου με τίτλο: «Η Αλίκη στη χώρα των θυμάτων» εκδόθηκε, μετά από τον πανελλήνιο διαγωνισμό της σελίδας tellurstory.gr, στο e-book: «Πρόσεχε τι εύχεσαι- Wish upon a star». Μια νουβέλα μεταφυσικού τρόμου με τίτλο: «Maison de santé» απέσπασε τον δεύτερο έπαινο στον Δεύτερο Πανελλήνιο Διαγωνισμό του περιοδικού Κέφαλος, καθώς κι ένα θεατρικό μονόπρακτο με τίτλο: «Σπιράλ θανάτου σε κλειστό κύκλο» έλαβε τιμητική διάκριση στον ίδιο διαγωνισμό.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά