Διήγημα: “Η αλλόκοτη τιμωρία των αναμνήσεων” του Πέτρου Τσαλιαγκού

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η αλλόκοτη τιμωρία των αναμνήσεων” του Πέτρου Τσαλιαγκού συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Τις νύχτες ασημένια νήματα από αθέατες αράχνες υφαίνουν τους εφιάλτες μου, οι ημέρες ξεδιπλώνονται άδειες σαν λευκά σεντόνια. Τα πράγματα γύρω μου είναι ακίνητα σαν να βρίσκονται καρφωμένα, οι στιγμές στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, θαμπώνουν, ξεφτίζουν και χάνονται. Έξω, αντίθετα, ο άνεμος δεν παύει ούτε στιγμή, τα παντζούρια του σπιτιού χτυπούν αλλόκοτα σαν να συνωμοτούν πίσω από τη πλάτη μου, με βασανίζουν, κρυφογελούν με την αδυναμία μου, με περιπαίζουν. Αν μπορούσα θα έφευγα από εδώ. Θα διέσχιζα αποφασιστικά τον σκοτεινό διάδρομο, θα άνοιγα την πόρτα, θα περνούσα μέσα από τον κήπο, θα έβγαινα στο δρόμο και θα έτρεχα. Θα έτρεχα σαν τρελός, θα έτρεχα όσο θα με κρατούσαν τα πόδια μου, όσο θα άντεχαν τα πνευμόνια μου, θα έτρεχα μέχρι να σπάσει η καρδιά μου. Πίσω δεν θα κοιτούσα ούτε για μια στιγμή. Θα επέστρεφα στην οικογένεια μου, στη δουλειά μου, στη ζωή μου. Όμως δεν υπάρχει διαφυγή, η έξοδος είναι πραγματικά αδύνατη. Γύρω από το σπίτι καιροφυλακτούν οι σκιές. Σκιές πυκνές, απροσδιόριστες, ρευστές, σκοτεινές και απειλητικές, διαρκώς και παντού παρούσες, σιωπηλές σκιές που τριγυρίζουν νυχθημερόν ολόγυρα το σπίτι, που με αποθαρρύνουν, με φοβίζουν, με εμποδίζουν, με κρατούν παγιδευμένο, φυλακισμένο. Προσπάθησα πολλές φορές να τις ξεγελάσω. Απέτυχα και έχασα σταδιακά το κουράγιο και την εφευρετικότητα μου. Δεν υπάρχει τρόπος ούτε καν να τηλεφωνήσω, να φωνάξω για βοήθεια, να στείλω κάποιο μήνυμα, να κάνω ένα σινιάλο, να ειδοποιήσω για τον εγκλωβισμό μου. Το σπίτι είναι απομονωμένο μακριά από κατοικημένη περιοχή, δεν διαθέτει τηλέφωνο, από τον δρόμο δεν περνά ποτέ κανένας, τουλάχιστον όσο καιρό είμαι εδώ, άραγε πόσο καιρό είμαι εδώ, πόσες ημέρες, μήνες χρόνια….

Στην αρχή ήμουν πιο αισιόδοξος. Με αναζητούν, σκεπτόμουν, δεν γίνεται να χαθεί έτσι ένας άνθρωπος, με ψάχνουν, είναι σίγουρο. Η γυναίκα μου θα απευθυνθεί αμέσως στις αρχές, οι γονείς μου θα έχουν ανησυχήσει, οι συνάδελφοι στο γραφείο θα έχουν δραστηριοποιηθεί, θα έχουν όλοι μαζί κινήσει γη και ουρανό, είναι ζήτημα χρόνου να με βρουν, να με ελευθερώσουν, να με σώσουν. Η αισιοδοξία μου αποδείχτηκε υπερβολική, δεν φάνηκε κανείς. Πως βρέθηκα στο σπίτι δεν θυμάμαι. Με απήγαγαν, ίσως, μα ποιοι, με ποιο σκοπό, γιατί δεν έχουν εμφανιστεί τόσο καιρό, έχουν ζητήσει άραγε λύτρα, μα τι λύτρα να ζητήσουν ένα πενιχρό μισθό έχω και ένα σπιτάκι κληρονομικό, χτισμένο πριν εξήντα χρόνια. Το πιθανότερο είναι ότι με μπέρδεψαν με άλλον, με κάποιον επιφανή, εύπορο, κατάλαβαν όμως το λάθος τους και με εγκατέλειψαν εδώ, σε αυτό το σπίτι. Εχθρούς δεν έχω. Η ζωή μου δεν διαθέτει τίποτα ξεχωριστό. Τέλειωσα το σχολείο, σπούδασα λογιστικά, υπηρέτησα τη θητεία μου στα σύνορα, έπιασα δουλειά σε μια εταιρεία εισαγωγής υφασμάτων, ερωτεύτηκα μια νόστιμη κοπέλα, μετά από μερικούς μήνες παντρευτήκαμε, απλά, συνηθισμένα πράγματα. Με τη γυναίκα μου αγαπιόμαστε, ήθελε πολύ κι ένα παιδί, μα συμφωνήσαμε να περιμένουμε ένα διάστημα, να φτιάξουν τα πράγματα, πώς να μεγαλώσεις ένα παιδί μέσα σε αυτή την ανασφάλεια, εξάλλου νέοι είμαστε ακόμη, δεν μας πήραν τα χρόνια, έχουμε περιθώρια.

Κοιτάζω από το παράθυρο, οι σκιές είναι πάντα εκεί, έξω από το σπίτι. Προς το παρόν, ευτυχώς, δεν έχουν επιχειρήσει να εισβάλλουν. Αυτό το ενδεχόμενο, για καιρό με τρομοκρατούσε, με κρατούσε σε μόνιμη αγωνία. Σιγά -σιγά όμως οι φόβοι μου καταλάγιασαν. Αν ήταν να μπουν μέσα θα το είχαν ήδη κάνει. Επικεντρώθηκα γι αυτό σε άλλα θέματα. Από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι θα ήμουν εκτεθειμένος σε θανάσιμο κίνδυνο αν προσπαθούσα κάτω από αυτές τις συνθήκες να δραπετεύσω, άρχισα να σχεδιάζω προσεκτικά τις κινήσεις μου. Κατά τη διάρκεια της ημέρας που από τα παράθυρα μπαίνει φως, ένα φως, να σημειώσω, αδύναμο, χλωμό, σαν να εμποδίζει τον ήλιο μια βαριά, σκοτεινή συννεφιά, παρατηρώ μεθοδικά έξω, τις σκιές, μήπως ανακαλύψω κάποιο κενό στη φύλαξη τους, κάποια απροσεξία τους που θα μου επιτρέψει να διαφύγω. Πηγαίνω μεθοδικά από παράθυρο σε παράθυρο, από όλες, πιστεύω, τις πλευρές του σπιτιού, αν και πολλές φορές χάνω τον προσανατολισμό μου, δεν καταλαβαίνω που ακριβώς βρίσκομαι, σε ποιο σημείο, σε ποιο δωμάτιο, σε ποιο παράθυρο. Τέλος πάντων όπου κι αν στέκομαι προσηλώνομαι στην παρατήρηση των σκιών. Καταστρώνω σχέδια διαφυγής, σημειώνω τις κινήσεις τους, κάνω διαγράμματα με τα δρομολόγια τους. Αυτά θέλω να πω ότι έκανα χωρίς αποτέλεσμα για αρκετό καιρό, τώρα έχω πια έχω απογοητευτεί και περιορίζομαι να στέκομαι με τις ώρες μπροστά στα παράθυρα ρίχνοντας έξω αφηρημένες ματιές και ελπίζοντας σε κάποια βοήθεια.

Μόλις σκοτεινιάσει συμβαίνει κάτι πραγματικά παράξενο. Η συννεφιά σαν να διαλύεται, ξεπροβάλλει μια τεράστια φωτεινή σελήνη, φωτίζει το σπίτι σχεδόν το ίδιο με τον ασθενικό ήλιο της ημέρας. Βέβαια οι σκιές συνεχίζουν, δεν σταματούν ποτέ το έργο τους, τα πέρα δώθε. Μια νύχτα σκέφτηκα να διαφύγω, μια σκιά κι εγώ ανάμεσα στις σκιές. Άνοιξα όσο πιο αθόρυβα γινόταν την σιδερένια εξώπορτα και δοκίμασα να βγω στο κήπο. Αμέσως οι σκιές με αντιλήφθηκαν, ακούστηκε ένα γοερό βουητό, σαν να κυλούσε ένας ορμητικός χείμαρρος, οι σκιές πύκνωσαν ξαφνικά, έρχονταν στροβιλιζόμενες από κάθε κατεύθυνση, γίνονταν κουβάρι και πάλι ξεχώριζαν, βρυχιούνταν απειλητικά, άπλωναν προς το μέρος μου, μακριά, λιπόσαρκα χέρια που πλατάγιζαν σαν πλοκάμια, σαν φίδια, με κατέκλυζαν με σκοτεινούς ψιθύρους, μονότονα σαν να θρηνούσαν επαναλάμβαναν συνεχώς το όνομα μου. Οπισθοχώρησα πανικόβλητος, κλείδωσα την πόρτα βιαστικά και χώθηκα στη πιο σκοτεινή γωνιά. Τόσο τρομαχτική ήταν η εμπειρία μου που δεν τόλμησα ξανά ούτε να σκεφτώ μια νυχτερινή διαφυγή. Από τότε εκμεταλλεύομαι το σεληνόφωτο για να εξερευνώ το σπίτι. Είναι ένα πραγματικά τεράστιο σπίτι. Μερικές φορές πιστεύω ότι απλά περπατάω μέσα σε ένα παράξενο κύκλο, ότι περιδιαβαίνω τα ίδια δωμάτια, τους ίδιους διαδρόμους, ότι πίσω από κάθε πόρτα απλώνεται ακριβώς ο ίδιος χώρος στον οποίο βρίσκομαι και εκείνη τη στιγμή. Είναι μια περίεργη αίσθηση να είμαι σε πολλά σημεία ταυτόχρονα, να βγαίνω από κάπου και να ξαναμπαίνω στον ίδιο χώρο. Μετράω τα υπνοδωμάτια μέχρι που χάνω τον λογαριασμό. Απαριθμώ τα καθιστικά, τις τραπεζαρίες, τις βιβλιοθήκες, τις αποθήκες, τις κουζίνες, μπερδεύομαι, πόσα είναι, δέκα πενήντα, εκατό, χίλια, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Κι όλα επιπλωμένα με τρόπο πανομοιότυπο. Τα υπνοδωμάτια διαθέτουν όλα από ένα διπλό κρεβάτι, ένα κομοδίνο, μια ντουλάπα. Τα καθιστικά από ένα καναπέ, δυο πολυθρόνες, ένα χαμηλό τραπεζάκι. Οι αποθήκες άδεια ράφια, οι κουζίνες λίγες καρέκλες, ένα στρογγυλό τραπέζι, τα απαραίτητα σκεύη, οι βιβλιοθήκες κάμποσα φθαρμένα βιβλία που δεν έχω πιάσει στα χέρια μου ούτε μια φορά.

Κάποια στιγμή προς τα χαράματα αποκαμωμένος από την μάταιη εξερεύνηση ξαπλώνω όπου βρεθώ, σε ένα από τα κρεβάτια. Τότε ακριβώς είναι που οι αόρατες αράχνες ξεδιπλώνουν τα ασημένια νήματα των εφιαλτών μου. Μιλώ κυριολεκτικά. Δεν προλαβαίνω να κλείσω τα μάτια, να αναπαύσω λίγο το σώμα μου και από τις σκιερές γωνιές της οροφής αρχίζουν να ξετυλίγονται τα ασημένια νήματα, οι ιστοί των αθέατων αραχνών. Κινούνται καταπάνω μου, παίρνουν παράξενες, τρομακτικές μορφές, άλλοτε εντελώς άγνωστες, άλλοτε οικείες μα παραμορφωμένες. Η γυναίκα μου με το σώμα της μελανιασμένο, τα μάτια ορθάνοιχτα και σκοτεινά, τα χείλη της σκισμένα, το πρόσωπο γεμάτο αμυχές είναι ο πιο συχνός εφιάλτης. Ανοίγει το στόμα της και ξερνάει επάνω μου αίμα, προσπαθεί να φωνάξει μα δεν τα καταφέρνει, με εκλιπαρεί μα δεν καταλαβαίνω τις ικεσίες της. Ύστερα οι γονείς μου κολλημένοι σαν σιαμαίοι ριγμένοι στον πάτο ενός πηγαδιού να αναδεύουν με απόγνωση, να πνίγονται ή πιο σπάνια το πρόσωπο κάποιου παλιού φίλου χωρίς μάτια και στόμα να με πλησιάζει, να βρυχάται σαν αγρίμι, σαν να επιθυμεί να με δαγκώσει και να χάνεται. Όσο και αν σφίγγω τα βλέφαρα μου, όσο και αν προσπαθώ, τα νήματα δεν μπορώ να τα αποφύγω. Η μόνη σωτηρία είναι να σηκωθώ από το κρεβάτι έτσι κατάκοπος, στα όρια της αντοχής μου και να συνεχίσω το περπάτημα από δωμάτιο σε δωμάτιο μέχρι το χλωμό φως της μέρας να σβήσει τα νήματα, να εξαφανίσει τους ιστούς.

Άλλον άνθρωπο τόσο καιρό δεν έχω συναντήσει. Το σπίτι μοιάζει ακατοίκητο. Όμως δεν είναι εγκαταλειμμένο, δεν φαίνεται παρατημένο όπως συνήθως είναι τα ακατοίκητα σπίτια, γεμάτο σκόνη, με ριγμένους σοβάδες, διαλυμένα παραθυρόφυλλα, απεριποίητο κήπο. Το αντίθετο, τα έπιπλα, τα πατώματα, τα τζάμια λάμπουν από καθαριότητα, τα φυτά στο κήπο είναι εύρωστα, περιποιημένα, τακτοποιημένα σε γλάστρες και παρτέρια,. Με προβλημάτισε έντονα η κατάσταση του σπιτιού και νομίζω πως ξέρω τι συμβαίνει. Κάποιοι κινούνται μέσα στο σπίτι με απαράμιλλη επιδεξιότητα, γνωρίζουν τέλεια τα κατατόπια και επωφελούνται από την παράξενη διαρρύθμιση του σπιτιού για μην γίνονται αντιληπτοί. Βρίσκομαι εγώ σε κάποιο δωμάτιο, αυτοί είναι σε κάποιο άλλο, στην αντίθετη πλευρά του σπιτιού. Πάντα φροντίζουν να προπορεύονται αρκετά δωμάτια από εμένα για μην τους ακούσω, να μην τους δω, να μην υποψιαστώ καν την παρουσία τους. Κρύφτηκα αρκετές φορές πίσω από κάποιο έπιπλο και παρέμεινα ακίνητος για ώρες, ελπίζοντας να κάνουν το λάθος, να φανερωθούν. Μάταιος ο κόπος μου. Πότε έρχονται, αν έρχονται, πότε φεύγουν, που βρίσκονται κάθε στιγμή, τι κάνουν, έπαψε με τον καιρό να με ενδιαφέρει.

Απόψε για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό αντιλαμβάνομαι μια αλλαγή, μια διαφορετική αίσθηση πλανιέται στο σπίτι. Ο αέρας κόπασε αιφνιδιαστικά, οι σκιές έμειναν ακίνητες σαν να έλαβαν μια ξαφνική εντολή ή σαν να περιμένουν κάτι, η σελήνη πρόβαλε πιο μεγάλη και λαμπρή σαν να έχει πλησιάσει πολύ κοντά στο σπίτι. Αρχίζει να ακούγεται ένας σιγανός σχεδόν ανεπαίσθητος ήχος, έρχεται από έξω, από τα δωμάτια, από τα θεμέλια, από παντού, δεν μπορώ να εντοπίσω την προέλευση του, σταδιακά γίνεται ευδιάκριτος, δυναμώνει, αποκτά ένταση και διαύγεια, είναι το κλάμα ενός μωρού. Το μωρό. Είχαμε συμφωνήσει, το θυμάμαι καλά, το είχαμε συζητήσει πολλές φορές και το είχαμε συμφωνήσει. Το επαναλάμβανα ξανά και ξανά, η θέση μου στην εταιρεία ήταν ακόμη επισφαλής, το σπίτι παλιό και μικρό, χρειαζόταν εκτεταμένες επισκευές να μην πέσει και μας πλακώσει, εσύ έχεις απολυθεί της έλεγα, ένα χρόνο είσαι άνεργη, έχουμε και το δάνειο του αυτοκινήτου, πως θα πήγαινα στη δουλειά χωρίς αυτοκίνητο, μένουμε μακριά από την πόλη, ευτυχώς που έχουμε τουλάχιστον το σπίτι, σκέψου να πληρώναμε και νοίκι, δεν υπάρχει συγκοινωνία το ξέρεις, νέοι είμαστε ακόμη, δεν μας πήραν τα χρόνια υπάρχουν περιθώρια, υπομονή μόλις βελτιωθούν τα πράγματα προχωράμε. Συνέβη όμως. Το επεδίωξε, είμαι σίγουρος ότι το είχε βάλει σκοπό, φαινόταν από τα μισόλογα της, ποτέ δεν υπάρχουν οι ιδανικές συνθήκες, ποιος ξέρει τι μπορεί να συμβεί αργότερα, όλοι τα καταφέρνουν γιατί όχι κι εμείς, θα κάνει καλό στη σχέση μας. Έφταιξα κι εγώ βέβαια, δεν πρόσεξα και με παρέσυρε, ήταν η επέτειος μας, είχε ετοιμάσει ένα όμορφο δείπνο, ήπιαμε δυο-τρία μπουκάλια κρασί. Ότι συνέβη, συνέβη είπε με πείσμα. Υποχώρησα. Κι ύστερα άρχισε το μαρτύριο μου. Κάθε τόσο τη νύχτα να πετάγεσαι από το κρεβάτι, να μη κλείνεις μάτι από τα κλαψουρίσματα και τη μέρα να πρέπει να δουλέψεις με άπειρους αριθμούς δέκα ολόκληρες ώρες, μη τυχόν και κάνεις ένα λάθος χάθηκες και το μοναδικό θέμα συζήτησης σε όλο το γραφείο να είναι διαρκώς οι μειώσεις προσωπικού. Τα έξοδα βουνό, οι λογαριασμοί να μην έχουν τελειωμό, έβρεξε και το σπίτι έμπασε νερά, πλημμύρισε, χρειαζόταν επειγόντως επισκευή η στέγη, τα παράθυρα από την υγρασία φούσκωσαν, δεν άνοιγαν και αν άνοιγαν δεν έκλειναν. Αυτή, μονίμως στον κόσμο της, είχε και το μωρό πως, που να το αφήσει, για να δουλέψει ούτε κουβέντα.

Εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν τις πέντε, βαθιά χαράματα, ουρλιάζει πάλι σαν να το σφάζουν, σηκώνομαι για τρίτη φορά μες το κρύο, είναι γεμάτο μύξες και σάλια, το βγάζω από τη κούνια, το σηκώνω ψηλά και το ταρακουνάω μήπως και σταματήσει, κλαίει χειρότερα, διαπεραστικά, ορμάει στο δωμάτιο αυτή αγουροξυπνημένη πέφτει πάνω μου, προσπαθεί να μου το πάρει από τα χέρια, φωνάζει, θα το σκοτώσεις τρελέ, τρελέ, τρελέ άσε το παιδί, είναι άρρωστο, άστο σου λέω, με χτυπά με τις γροθιές της στο στήθος στη πλάτη, μου τραβάει τα μαλλιά, με σκίζει στο πρόσωπο με τα νύχια της, γίνομαι έξαλλος, βγαίνω εκτός εαυτού, χάνω τον έλεγχο, το πετάω κάτω να φύγει από πάνω μου το καταραμένο, σκάει στο πάτωμα σαν μπάλα, γίνεται μια ματωμένη μάζα, την χαστουκίζω με δύναμη ξανά και ξανά, την πιάνω από τον λαιμό την σφίγγω με όση δύναμη μου έχει απομείνει, σπαρταρά μέσα στα χέρια μου, ακούω τον ρόγχο της, την αφήνω ξέπνοος, πέφτουμε μαζί, λιποθυμώ.

Ο άνεμος δυναμώνει ξανά. Οι σκιές αρχίζουν να κινούνται. Το φεγγάρι απομακρύνεται. Σηκώνομαι, ξεκινώ πάλι να περπατάω, να αποδιώξω τον εφιάλτη, βαδίζω μηχανικά, σέρνω τα βήματα μου, τα πόδια μου είναι βαριά σαν από μολύβι, πηγαίνω από δωμάτιο σε δωμάτιο, τριγυρίζω, στέκομαι και κοιτάζω από τα παράθυρα τις σκιές, αν γείρω έστω ελάχιστα να ξαποστάσω έρχονται οι εφιάλτες, τα ασημένια νήματα παίρνουν μορφή, διηγούνται την ιστορία μου, δεν τολμώ να την αντικρίσω, περπατάω διαρκώς, τα πόδια μου πληγιάζουν, με πιάνουν κράμπες μα συνεχίζω όπως κάθε νύχτα, για όλη τη νύχτα. Δεν κοιμάμαι ούτε λεπτό, δεν αισθάνομαι πείνα, δεν διψάω, πόσο καιρό είμαι στο σπίτι μου φυλακισμένος δεν ξέρω πια, ημέρες, μήνες, χρόνια…

Βιογραφικό

Γεννήθηκα το στο Λαύριο Αττικής, όπου και κατοικώ μέχρι σήμερα. Είμαι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών του ΕΑΠ στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Επιστημών της Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας στη Σχολική Ψυχολογία και την Ειδική Αγωγή (μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης). Διαθέτω δίπλωμα επαγγελματικής ειδίκευσης στην Παιδοψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Διηγήματα μου έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες διηγημάτων της λογοτεχνίας του Φανταστικού, κείμενα και επιστημονικές ανακοινώσεις μου σε περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά