Διήγημα: “Η γιαγιά Κλαίρη” της Ναταλίας Σκίννερ

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η γιαγιά Κλαίρη” της Ναταλίας Σκίννερ συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

«…Κι εδώ ήσουν δίπλα στο μπαμπά σου, όταν πήρες το πρώτο σου μετάλλιο στην κολύμβηση», είπε η μητέρα, δείχνοντας τη φωτογραφία μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη, στην κόρη της.

Είχανε κάτσει στο μικρό καναπεδάκι στο σαλόνι και ξεκαθαρίζανε τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες. Η μητέρα ήθελε να τις σκανάρουν και να τις φυλάξουν σ’ ένα αρχείο στον υπολογιστή τους. Πίστευε πως άμα τις φυλάξουν με κάποιον τρόπο στο «μεταλλικό μαραφέτι», όπως το αποκαλούσε η ίδια, θα μπορούσε η κοπέλα να δείξει στα παιδιά της αυτές τις αναμνήσεις. Όταν κάνει… Ή καλύτερα, άμα κάνει ποτέ της παιδιά.

Αλλά αυτή είναι μια συζήτηση για μια άλλη μέρα.

Ακόμα όμως και στην περίπτωση που αποφάσιζε να «μείνει πάνω στο ράφι», θα μπορούσε να τις κοιτάζει, και να θυμάται τους δικούς της, όταν όλοι θα έχουν πια πετάξει πάνω στα ουράνια.

Η μητέρα τώρα της έδειχνε μια άλλη φωτογραφία που κράταγε στα χέρια της. Ήταν η κόρη της, μικρούλα, και κράταγε στην αγκαλιά της ένα μαύρο γατάκι.

«Την είχα βρει όταν γύρναγα τότε από τη δουλειά μου, πριν είκοσι χρόνια περίπου», άρχισε να διηγείται με τη λεπτή, αδύναμη φωνή της, «Μου είχε κάνει εντύπωση! Η γούνα της, παρόλο που ήταν κουλουριασμένη ανάμεσα στα σκουπίδια, είχε παραμείνει καθαρή και απαλή. Ήταν τόσο όμορφη, και καλόβουλη, που δεν άντεξα, την πήρα αμέσως στην αγκαλιά μου και την έφερα στο σπίτι. Δε μπορούσα να αφήσω μια τέτοια ψυχούλα! Όταν την είδες, το πρόσωπό σου έλαμψε από χαρά! Δεν ήθελες να την αφήσεις στην ησυχία της. Την έπαιρνες αγκαλιά συνέχεια, ακόμα και όταν ήταν η ώρα για ύπνο».

Γέλασε λίγο καθώς έδινε τη φωτογραφία στην κόρη της.

«Την είχες ονομάσει Μίνι. Από τη Minnie Mouse. Θυμάσαι;»

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.

Ήταν πολύ ήσυχη, σκεπτική. Πράγμα περίεργο για τη μάνα. Άλλες φορές δεν έλεγε να βάλει τη ριμάδα τη γλώσσα της μέσα. Σήμερα βρήκε να μη βγάλει άχνα. Αλλά αποφάσισε να μη δώσει τόση σημασία στην ξαφνική αλλαγή. Έπρεπε να τελειώσουν την ευχάριστη αυτή δουλίτσα πριν σβήσει το φως της ημέρας.

Συνέχισαν να ξεκαθαρίζουν τις φωτογραφίες. Μετά από λίγη ώρα, είχαν δει σχεδόν όλες τις φωτογραφίες, όλων των ειδών. Ασπρόμαυρες, κανονικές, άλλες σκισμένες λίγο.

Τις είχαν δει όλες… Εκτός από μία.

Ήταν μια παλιά φωτογραφία. Έδειχνε την κόρη της, μικρούλα πάλι, στην αγκαλιά μιας μεγάλης σε ηλικία γυναίκας. Ήταν μια όμορφη κυρία, γεμάτη κύρος, παρόλο που είχε αρχίσει να χάνει τα κορακίσια μαλλιά της, και το πρόσωπό της κόντευε να θυμίσει την όψη ενός μουμιοποιημένου πτώματος.

«Αυτή ήταν η γιαγιά σου. Την έλεγες «γιαγιά Κλαίρη». Από εκείνη πήρες το όνομά σου».

Η Κλαίρη γύρισε στο άκουσμα του ονόματος της, που ήταν ίδιο με το όνομα αυτής της γυναίκας, και κοίταξε τη μητέρα της. Όταν κοιτάζανε τις προηγούμενες φωτογραφίες, ήταν απόμακρη. Χωρίς ίχνος από ενδιαφέρον για τις ακίνητες εικόνες, που κρύβανε όλες τις ιστορίες του παρελθόντος. Τώρα όμως τα πράσινα μάτια της έλαμψαν από ενδιαφέρον, όπως τότε, όταν πρωτοείδε τη Μίνι.

Είχαν πολύ καιρό να μιλήσουν γι’ αυτήν, ειδικά μετά τον χαμό της. Είκοσι τρία χρόνια! Εύχομαι να μη θυμάται εκείνη τη μέρα, σκέφτηκε.

Η Κλαίρη έριξε τα μάτια της ξανά πάνω στην εικόνα με την ίδια και την ηλικιωμένη κυρία. Είχε τσαλακωθεί λίγο στις άκρες, και τα σημάδια της φθοράς είχαν αρχίσει να εμφανίζονται πάνω στα τότε φωτεινά χρώματα της παγωμένης ανάμνησης.

«Δεν τη θυμάσαι;» τη ρώτησε.

Η κοπέλα κούνησε αργά το κεφάλι της αρνητικά.

Η γυναίκα χαμογέλασε αχνά. Καλό αυτό. Όσα λιγότερα θυμόταν για την κυρία αυτή, τόσο το καλύτερο.

Ωστόσο, αποφάσισε να της πει λίγα πράγματα για τη γιαγιά της. Λίγα γενικά πράγματα για τη ζωή της.

«Είχε μεγαλώσει στο Τέξας, σε μια μικρή πόλη. Άμα θυμάμαι καλά η πόλη λεγόταν…». Έβαλε το χέρι της στο κεφάλι της, προσπαθούσε να θυμηθεί. «Τσίλ… ρες… Τσίλντρες! Τώρα θυμήθηκα! Μεγάλωσε, λοιπόν, στο Τσίλντρες του Τέξας. Ήταν μοναχοκόρη, και έμενε με την προγιαγιά σου τη συγχωρεμένη. Ο προπάππους σου είχε πεθάνει λίγους μήνες πριν γεννηθεί.

Ήταν μια πολύ έξυπνη γυναίκα. Τελείωσε το σχολειό με άριστους βαθμούς, ειδικά στα μαθηματικά και στα θρησκευτικά. Αφότου πήρε το απολυτήριο, έφυγε με τον παππού σου και με το θείο σου στα σπλάχνα της, μετακόμισαν εδώ στην Αθήνα, και ανοίξανε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας. Δεν την πολυσυμπαθούσαν την γιαγιά σου, πάντως. Έλεγαν συχνά πως τα είχε χάσει, αλλά δεν θυμάμαι το γιατί. Πιστεύω επειδή ήταν πολύ αυταρχική, σε αηδιαστικό επίπεδο. Δεν θα διαφωνήσω. Εδώ τρόμαζε εσένα με τη συμπεριφορά της, κι ας ήσουν ατρόμητη στα νιάτα σου».

Η Κλαίρη συνέχιζε να κοιτάζει τη φωτογραφία, αλλά η μητέρα της ήξερε πως άκουγε. Τα πράσινα μάτια της είχαν ακόμα την λάμψη του ενδιαφέροντος πάνω τους.

Συνέχισε η μάνα την ιστορία της, δείχνοντας με το δάκτυλό της την εικόνα που κράταγε η κόρη της.

«Αυτή τη φωτογραφία τη βγάλαμε το 1988. Είχε γυρίσει από το ταξίδι της. Είχε πάει στη πόλη του Τέξας για μια κηδεία. Νομίζω θάβανε το γιο της ξαδέρφης της κολλητής της. Κάπως έτσι μας είχε πει. Μας διηγούταν επίσης κάποια γεγονότα που είχαν γίνει κιόλας εκείνη τη μέρα. Ότι έκανε τα παιδιά που ήταν εκεί να κλαίνε επειδή φορούσε ένα μαύρο πέπλο πάνω από το κεφάλι της, κάνοντας τα να πιστεύουν πως είδαν ένα δαιμονισμένο φάντασμα. Μάλιστα, αυτό το γεγονός το είχαν κάνει πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες». Γέλασε λίγο, και κοίταξε ξανά το πρόσωπο της κόρης της.

Η Κλαίρη συνέχισε να κοιτάζει την ανάμνηση που κρατούσε στα χέρια της, ακούγοντας τις ιστορίες της μαμάς της. Ακόμα δεν έβγαλε λέξη. Ούτε γέλαγε. Αλλά η λάμψη ακόμα δεν είχε φύγει από το πρόσωπό της.

Αν και χάρηκε με το ξαφνικό ενδιαφέρον, η γυναίκα στεναχωρήθηκε. Ο θάνατος της γιαγιάς της, ο τρόπος που έχασε τη ζωή της, είχε δημιουργήσει πολλούς εφιάλτες και για τις δυο τους. Η Κλαίρη ήταν δέκα χρονών τότε. Τους είχε πάρει χρόνια, λεφτά και πολλές επισκέψεις σε ψυχολόγους -και σε κάνα δύο ψυχιάτρους- για να καταφέρουν να βάλουν αυτούς τους βραχνάδες σ’ ένα σιδερένιο κουτί και να το θάψουν πολύ βαθιά στο πίσω μέρος του μυαλού τους.

Αλλά το αποτύπωμα του τρόμου και της θλίψης, ειδικά από έναν τέτοιο χαμό, είναι πολύ δύσκολο να το καθαρίσεις από την ψυχή, και αυτό, όσο και αν προσπαθούσαν να το κρύψουν, ήταν αναπόφευκτο να το αφαιρέσουν. Το σημάδι θα έμενε πάνω τους, όπως και ο πόνος μες την ψυχή τους, μέχρι και την τελευταία τους πνοή.

Η αλήθεια είναι πως όταν είχε προτείνει στην Κλαίρη να ξεκαθαρίσουν τα άλμπουμ, είχε καταχαρεί που θα περνάγανε λίγο χρόνο μαζί ως μάνα και κόρη. Αλλά όταν βρήκαν τη φωτογραφία που κράταγε το κοριτσάκι της, μετά βίας έκρυψε τη φοβία και την πίστη πως αυτή η καταραμένη εικόνα θα γινόταν το κλειδί του κουτιού που θα απελευθέρωνε τους εφιάλτες του παρελθόντος, για να τη βασανίσουν για άλλη μια φορά.

Τώρα όμως μπορούσε να ηρεμήσει. Οι βραχνάδες είχαν πια χαθεί μια και καλή! Πήρε μια ανάσα ανακούφισης.

Η Κλαίρη σήκωσε το κεφάλι της ξαφνικά και κοίταξε το μεγάλο, παλιό καθρέφτη που βρισκόταν απέναντί τους. Έβλεπε το πρόσωπό της, χωρίς όμως να το επεξεργάζεται. Έμοιαζε σαν να ‘χε μπει σ’ ένα δικό της κόσμο, κι ο καθρέφτης ήταν η πόρτα που είχε ανοίξει για αυτήν.

Η μαμά της έβλεπε και αυτή την αντανάκλαση της κοπέλας. Πραγματικά, έμοιαζε τρομακτικά πολύ στη γιαγιά. Σαν δύο σταγόνες νερό! Είχε τα ίδια κορακίσια μαλλιά, την ίδια μικρή μύτη και τα ίδια ζυγωματικά. Ειδικά τα σμαραγδένια μάτια της. Είχαν ακριβώς τα ίδια μάτια.

Ξαφνικά ακούστηκε μια απαλή φωνή.

«Μαύρα πέπλα…»

Η μητέρα ξαφνιάστηκε. Κοίταξε την κόρη της. Τώρα αποφάσισε να μιλήσει;

«Δωμάτιο…»

Επεξεργάστηκε το σαλόνι. Πέρα από τα έπιπλα που υπήρχαν και την κούτα με τα άλμπουμ δίπλα τους, η μάνα της δε μπορούσε να δει αν υπήρχε κάτι το παράξενο στο δωμάτιο. Μάλλον κουράστηκε το κοριτσάκι της.

«Κρύο… » μουρμούρισε η μικρή.

«Ναι, όντως κάνει λίγη ψύχρα εδώ μέσα», είπε η γυναίκα, τρίβοντας τα μπράτσα της για να ζεσταθεί. «Θες να σου φέρω μια κουβέρτα να σκεπαστείς, καρδιά μου;»

«Φόβος…» είπε η κόρη, αγνοώντας την ερώτηση της μαμάς της.

Άρχισε να τρομάζει τώρα. Γιατί συμπεριφερόταν έτσι το κοριτσάκι της; Γιατί πέταγε λέξεις στο βρόντο έτσι ξαφνικά; Αυτό ακριβώς είχε κάνει και η γιαγιά της, λίγες στιγμές πριν…

«Σπασμένος καθρέφτης… » συνέχισε η Κλαίρη με την απαλή φωνή της.

Ακούγοντας αυτές τις λέξεις, της ήρθαν γνώριμες εικόνες από το παρελθόν. Είκοσι τρία χρόνια πριν. Ο ουρανός ήταν έτοιμος να ρίξει καταιγίδες. Το κοριτσάκι της τότε δέκα χρονών να μπαίνει μες στο σπίτι τους καταχαρούμενη. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή, αλλά η μάνα θυμόταν πολύ καλά πως την είχε κλειδώσει. Θυμήθηκε τη γεύση του ιδρώτα της πάνω στα χείλη της, καθώς έψαχνε να βρει τον άνθρωπο που είχε μπει μέσα στο σπίτι.

«Δάκρυα…»

Θυμήθηκε τη τσιρίδα της κόρης της. Ήταν μέσα στο δωμάτιο της. Κάτι την είχε τρομάξει. Όχι. Κάποιος την είχε κάνει να τρομάξει! Κάποιος την είχε κάνει να κλαίει! Θυμήθηκε την αγωνία που ένοιωθε, καθώς έτρεχε κοντά στο κοριτσάκι της. Να την αγκαλιάσει και να την προστατεύσει. Όμως είχε αργήσει πολύ.

«Κρεμάλα».

Όχι! Όχι! Γιατί; Γιατί, Θεέ μου, διασώθηκε αυτή η φωτογραφία; Γιατί έπρεπε να τη δει έτσι;

Κύλησε ένα δάκρυ από το μάγουλό της. Είχε γίνει αυτό που φοβόταν. Θυμήθηκε…

Τον τρόμο και τη θλίψη που νοιώσανε, όταν βρήκαν το δωμάτιο του κοριτσιού της να είναι σκεπασμένο από μαύρα πέπλα. Το πάτωμα να ‘ναι γεμάτο από τα γυαλιά του καθρέφτη που είχε στο δωμάτιό της. Το δωμάτιο που είχε χάσει για πάντα τη ζεστασιά και τη φωτεινότητά του, και που είχε πάρει τη θέση τους το κρύο και το σκοτάδι. Τα δάκρυα και τις κραυγές της κόρης της που δε μπορούσαν να ησυχάσουν, καθώς κοίταζε το νεκρό σώμα της γιαγιάς Κλαίρης να κρέμεται, ένα μουμιοποιημένο πτώμα πια, από τον πολυέλαιο του δωματίου της, με το σκοινί γύρω από το λαιμό της.

«Κρεμάλα… κρεμάλα… κρεμάλα…» Η Κλαίρη επανέλαβε την τελευταία λέξη ξανά και ξανά.

Η μητέρα της δεν άντεχε άλλο να την ακούει.

«Σταμάτα, καρδιά μου! Τι σ’ έχει πιάσει; Γιατί λες αυτές τις λέξεις;! Πάψε να τις λες! Δεν υπάρχει λόγος να τις λες! Δεν υπάρχει λόγος να τη θυμάσαι! Σε παρακαλώ, σταμάτα!» της φώναξε, και έπιασε τα χέρια της, προσπαθώντας απελπισμένα να βρει έναν τρόπο να την κάνει να σταματήσει.

Με το που της έπιασε τα χέρια, η Κλαίρη όντως σταμάτησε, συνεχίζοντας βέβαια να κοιτάζει χωρίς αίσθημα ευθεία μπροστά της.

Η μητέρα της σηκώθηκε από το καναπεδάκι, και προχώρησε μερικά βήματα προς τον καθρέφτη. Έπρεπε να πάρει μερικές ανάσες και να σκουπίσει τα δάκρυα που είχαν κυλήσει στα μάγουλά της. Δεν ήθελε να θυμάται εκείνη τη μέρα. Δεν ήθελε να νοιώθει τον πόνο άλλο. Αλλά κυρίως δεν ήθελε να νοιώθει το αίσθημα της αποτυχίας, που δεν είχε προλάβει να προφυλάξει εγκαίρως τα μάτια και την ψυχή του κοριτσιού της από τη θλιβερή αυτή όψη.

Της είχαν πει πολλοί που έμαθαν τι είχε γίνει, πως δεν έπρεπε να νοιώθει έτσι. Δεν ήξερε πως η γιαγιά της Κλαίρης, η δικιά της η μητέρα, θα είχε δώσει ένα τέλος στη ζωή της, ειδικά έτσι… δραματικά.

Υπήρχαν βέβαια και ορισμένοι που έβλεπαν πως η ηλικιωμένη γυναίκα είχε χάσει εντελώς πια τα λογικά της και ήξεραν κατά βάθος πως η γιαγιά Κλαίρη δεν θα έχανε τη ζωή της από γηρατειά.

«Άννα, κάτι δεν πάει καλά με τη μαμά», της είχε πει τότε ο αδερφός της, ο θείος της μικρής Κλαίρης, λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία. «Όποτε έρχομαι να σας δω, τη βλέπω να κόβει βόλτες γύρω από το σπίτι με αδειανά μάτια, να κοιτάζουν τα πάντα και το τίποτα. Την είδα μια μέρα να χορεύει μες στο δωμάτιο της ανιψιάς μου μ’ ένα κρανίο στα χέρια της. Πετάει διάφορες λέξεις. Ειδικά τις λέξεις «Αγαπημένε» και «Σατανάς». Δεν ξέρω τι άλλο κάνει και δεν θέλω να μάθω! Κι ούτε θέλω να μάθετε κι εσείς τι άλλο θα πει ή τι άλλη παράνοια θα δείτε να κάνει! Πρέπει να την κλείσεις κάπου. Τώρα! Πριν να είναι πια αργά και πριν προλάβει να δει κάτι η κορούλα σου!» την είχε προειδοποιήσει.

Έπρεπε να τον είχα ακούσει, σκέφτηκε η Άννα, σκουπίζοντας τα δάκρυά της.

«Μαμά, είσαι καλά;», άκουσε μια απαλή γνώριμη φωνή να τη ρωτάει.

Η Άννα γύρισε να κοιτάξει στην είσοδο του σαλονιού και είδε την Κλαίρη να την κοιτάζει γεμάτη ανησυχία. Η Άννα αναστέναξε από ανακούφιση. Το κοριτσάκι της φαινόταν να έχει γίνει καλύτερα, το δέρμα της κιόλας μετά από ώρα να έχει πάρει ξανά χρώμα.

«Εγώ καλά είμαι», απάντησε η μητέρα, σκουπίζοντας για άλλη μια φορά τα μάτια της. «Εσένα τι σε έπιασε ξαφνικά και έμοιαζες σαν ένα φάντασμα και πέταγες αυτές τις λέξεις;»

Η Κλαίρη τεντώθηκε λίγο, πριν της απαντήσει. « Δεν ήταν τίποτα, ρε μάνα…»

«Τι δεν ήταν τίποτα; Με κοψοχόλιασες!»

«Ηρέμησε, ρε μαμά! Δεν ήταν κάτι! Είχα πιει λίγο παραπάνω χτες από απελπισία που ακόμα είμαστε κλεισμένοι μέσα στα σπίτια μας εξαιτίας του ιού. Δεν άντεχα άλλο! Είπα να κάνω τη χαζομάρα να πιω λίγο ούζο και τελικά ήπια όλο το μπουκάλι».

Η Άννα κούνησε το κεφάλι της λίγο κοιτάζοντας κάτω. Παρόλο που την κοψοχόλιασε, μπορούσε τώρα να καταλάβει κάπως. Όντως το να μένουν μες στο σπίτι τους καθημερινά και να μη μπορούν να βγαίνουν έξω έστω και για μια μικρή βόλτα, μην τυχόν και κολλήσουν κάτι ή τους γράψει η αστυνομία κάποια κλήση, δεν παλευόταν άλλο.

«Δεν πειράζει, κοριτσάκι μου», της είπε χαμογελώντας απαλά. «Τουλάχιστον συνήλθες κάπως. Αλλά θα σου έλεγα τώρα να πας στο δωμάτιό σου να κοιμηθείς. Να ξεκουραστεί πλήρως το μυαλουδάκι σου».

«Μα, μαμά, τώρα ήμουν εκεί μέσα και κοιμόμουν. Γιατί να ξαπλώσω ξανά; Βγήκα τώρα να σε βρω, να δω γιατί φώναζες στον αέρα και για να δούμε μαζί τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες!» είπε η Κλαίρη γελώντας λίγο.

Η μητέρα γούρλωσε τα μάτια της ακούγοντας αυτές τις φράσεις. Θα την τρελάνει αυτό το κορίτσι!

«Αγάπη μου, σε σένα φώναζα. Είχες κάτσει δίπλα μου στο καναπεδάκι και άρχισες να λες ασυναρτησίες με το που είδες τη φωτογραφία που ήσουν στην αγκαλιά της γιαγιάς σου!» είπε λίγο έντονα στην κόρη της.

«Μαμά», άρχισε να εξηγεί η Κλαίρη, «ήμουν στο δωμάτιό μου και κοιμόμουν εδώ και περίπου δύο ώρες. Δεν καθόμουν μαζί σου, και δεν είδα ποτέ τη φωτογραφία εκείνη. Δεν θυμόμουν καν πως την είχες!»

Η μητέρα της χλόμιασε απότομα. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί! Αν η κόρη της δεν ήταν στο σαλόνι, τότε… ποιος καθόταν δίπλα της τόση ώρα; Ή άρχισε να τρελαίνεται όπως η δικιά της μάνα πριν από χρόνια;

Γύρισε να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη μπροστά της. Αλλά με το που τον κοίταξε, έμεινε κόκκαλο. Χλόμιασε ακόμα παραπάνω, λες και το σώμα της ήταν άδειο από αίμα.

«Μαμά, είσαι καλά;», ρώτησε ξανά η Κλαίρη τη μητέρα της λίγο πιο ανήσυχα αυτή την φορά.

Η μητέρα της την άκουσε, αλλά δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Δε μπορούσε να μιλήσει. Να πει πως έβλεπε στον καθρέφτη το πτώμα της γιαγιάς Κλαίρης να στέκεται ακριβώς πίσω από την ίδια, σαπισμένη, χωρίς μάτια, και με το σαθρό της χέρι να ακουμπάει τον ώμο της.

Βιογραφικό

Η Ναταλία Σκίννερ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Αυγούστου 1996 από Άγγλο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Έχει σπουδάσει στο Δ.ΙΕΚ Χαϊδαρίου και στο Δ.ΙΕΚ Αμπελοκήπων, στο τμήμα της Υποκριτικής Τέχνης. Έπαιξε στην πρώτη της ταινία μικρού μήκους το 2018, όπου προβλήθηκε το 2019, και μέχρι σήμερα προβάλλεται σε φεστιβάλ σ’ όλη την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει με τον κολλητό της μια μικρή εταιρία παραγωγής ταινιών, που εκεί έγραψαν το σενάριο της πρώτης δικής τους ταινίας μικρού μήκους, το σκηνοθέτησαν και έπαιξαν μαζί, ενώ πλαισιώνονται και από άλλους ηθοποιούς. Και παρά τα μέτρα λόγω του Covid, συνεχίζουν να γράφουν καινούργια σενάρια, και ήδη μέσα σε λίγους μήνες θα αρχίσουν τα γυρίσματα για τη δεύτερη ταινία μικρού μήκους. Παρόλο που η υποκριτική ήταν το μεγαλύτερό της όνειρο, παράλληλα έγραφε ιστοριούλες από παιδάκι, αν και τις περισσότερες φορές τις πέταγε στα σκουπίδια από έλλειψη αυτοπεποίθησης. Αλλά όση ανασφάλεια και να είχε, οι ιδέες δεν σταματήσανε ποτέ να έρχονται και συνέχισε να τις γράφει, έστω και ανολοκλήρωτες, μέχρι σήμερα. Μένει στη Δάφνη, Αττικής, όπου τις καθημερινές μέρες δουλεύει από το σπίτι για την Teleperformance και τα Σαββατοκύριακα τα περνάει βλέποντας το κοριτσάκι της.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά