Διήγημα: “Η γραφομηχανή” της Γεωργίας Σβορλίγκου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η γραφομηχανή” της Γεωργίας Σβορλίγκου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Το βράδυ του θανάτου του, ο Δήμος Χρυσοβέργης φορούσε το λιγότερο αγαπημένο του ρούχο: ένα δερμάτινο μπουφάν που είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του. Αντιπαθούσε τον τρόπο που αυτό το ρούχο τόνιζε τους ξερακιανούς του ώμους και τη λεπτή, σχεδόν θηλυπρεπή, μέση του. Ωστόσο, εκείνο το βράδυ ο καιρός τον ανάγκασε να καταφύγει στο συγκεκριμένο πανωφόρι, το μοναδικό που διέθετε η ντουλάπα του.

Ήλπιζε ότι σε λίγες ώρες τα ρούχα θα ήταν το τελευταίο που θα τον απασχολούσε. Σε λίγες ώρες, είχε ραντεβού με το κορίτσι των ονείρων του.

Καθώς περπατούσε, τυλίγοντας σφιχτά το μπουφάν γύρω του, μακάριζε σιωπηλά την τύχη του. Ήταν ερωτευμένος με τη Στέλλα Χρυσάκη από τότε που εκείνη καθόταν στο μπροστινό θρανίο στο δημοτικό, με τον ήλιο να σχηματίζει φλόγες στα πυρρόξανθα μαλλιά της. Από την πρώτη στιγμή ήξερε πως θα ζούσε για να τη λατρεύει, όσο κι αν η συστολή του έκλεινε το στόμα σε μια ερωτική εξομολόγηση. Η φιλία τους έκανε την ατέλειωτη σκοτεινιά των σχολικών του χρόνων πιο υποφερτή. Η Στέλλα ήταν πάντα εκεί για να τον παρηγορήσει όταν οι νταήδες τον κορόιδευαν για τα φθαρμένα ρούχα του, τη χωριάτικη προφορά του, το κοντό, λιγνό κορμί του. Ήταν η μόνη που στάθηκε στο πλευρό του, με άφθονο πάγο και χαρτομάντιλα, τη μέρα που τον έσπρωξαν από τις σκάλες στο προαύλιο και τον άφησαν αιμόφυρτο, με δύο μπροστινά δόντια σπασμένα. Οι δρόμοι τους χώρισαν στο πανεπιστήμιο, όταν εκείνη έφυγε για σπουδές στην Αγγλία και εκείνος ανέλαβε, μ’ ένα φρέσκο πτυχίο γεωπόνου, τα χωράφια του πατέρα του στο χωριό. Παρακολουθούσε την ανοδική πορεία της από την απόσταση της οθόνης του υπολογιστή: την αποφοίτησή της, τα πρώτα της βήματα στην ιατρική, την καριέρα που έχτιζε στο εξωτερικό ως χειρουργός, τον γάμο της. Με μαζοχιστική σχεδόν διάθεση, παρακολουθούσε την ευτυχία της, στην οποία εκείνος πλέον δεν είχε καμία θέση.

Μέχρι πριν από δύο μέρες.

Είχε νιώσει την ανάσα να πιάνεται στο λαιμό του, μόλις ξεχώρισε το προφίλ της στο βιβλιοπωλείο. Ο χρόνος είχε σταθεί ευγενικός μαζί της: το πρόσωπό της έλαμπε και τα μαλλιά της είχαν το ίδιο ζεστ,ό φυσικό χρώμα.

«Στέλλα;» τόλμησε να ψελλίσει, μην πιστεύοντας σχεδόν στην τύχη του. Εκείνη γύρισε προς το μέρος του. Τα μάτια της φώτισαν καθώς τον αναγνώρισε.

«Δήμο! Τι έκπληξη είναι αυτή!»

Πάνω από δύο φλιτζάνια αχνιστού καφέ, έγιναν πάλι τα παιδιά που είχαν υπάρξει κάποτε. Την παρακολουθούσε σιωπηλός καθώς εκείνη μιλούσε για την επιστροφή της στην Ελλάδα από την Αγγλία, τον θάνατο της μητέρας της, τον μικρότερο αδερφό της, που είχε αποφασίσει να ακολουθήσει τα βήματά της στην ιατρική, σπουδάζοντας στη Γαλλία.

«Κι εσύ; Μένεις πάντα στο χωριό ή αποφάσισες να εγκατασταθείς στη μεγάλη πόλη;»

Εκείνος χαμογέλασε -όπως πάντα- με σκυμμένο το κεφάλι και βάζοντας διακριτικά το χέρι μπροστά από το στόμα του. Ποτέ δεν θα ξεπερνούσε τη ντροπή για τα σπασμένα δόντια του.

«Κανονικά, μένω μόνιμα στο χωριό, αλλά πρόσφατα ξεκίνησα ένα δεύτερο πτυχίο στην Αθήνα, οπότε τώρα νοικιάζω ένα διαμέρισμα στο κέντρο και κατεβαίνω κάθε τόσο στη μάνα μου στο πατρικό. Ο πατέρας μου, αν θυμάσαι, έχει πολλά χρόνια πεθαμένος».

«Βέβαια θυμάμαι. Μόνος σου νοικιάζεις; Ή έχεις καμιά…» του έκλεισε το μάτι, «…παρέα;»

«Απολύτως μόνος!» Ξανά το κρυμμένο χαμόγελο. Και μια αδημονία που του έκαψε τα χείλη καθώς ρωτούσε: «Κι εσύ;». Κι ας γνώριζε την απάντηση.

Το βλέμμα της σκλήρυνε ξαφνικά. «Κι εγώ, μόνη μου, για πρώτη φορά εδώ και αρκετό καιρό». Ο Δήμος έσφιξε το φλιτζάνι μέχρι που τα χέρια του πύρωσαν. Να και κάτι εντελώς καινούργιο. Άραγε, χωρίς να το μάθει κανείς πέραν του στενού της κύκλου, είχε πάρει διαζύγιο; Ένα οδυνηρό διαζύγιο, αν έκρινε από την πίκρα στα μάτια της.

Η Στέλλα ανακάτεψε αφηρημένα μια κουταλιά ζάχαρη μέσα στον καφέ. «Αστεία σύμπτωση, δεν βρίσκεις; Να βρισκόμαστε μετά από τόσα χρόνια, ξανά στην ίδια πόλη, και οι δύο μόνοι…» Έγειρε προς το μέρος του. Το χέρι της σκέπασε την παλάμη του. Εκείνος ένιωσε να κοκκινίζει ως τις ρίζες των μαλλιών του.

«Η αλήθεια είναι πως νιώθω απίστευτη μοναξιά από τότε που γύρισα στην Ελλάδα. Χωρίς τους γονείς μου, χωρίς τον αδερφό μου, χωρίς…» δίστασε, «…έναν σύντροφο. Έχω τόση ανάγκη λίγη παρέα». Του χαμογέλασε. «Έχω ανάγκη τον παιδικό μου φίλο».

Έτσι είχε βρεθεί, δυο βράδια μετά, τουρτουρίζοντας, παρά το δερμάτινο και το πουλόβερ, να χτυπά το κουδούνι της. Δεν έμενε πια στο πατρικό της, αλλά σε ένα όμορφο ρετιρέ στο κέντρο. Τον υποδέχτηκε φορώντας ένα μάλλινο φόρεμα, με τα μαλλιά της λυτά. Η αρχοντιά της και η κομψότητα του διαμερίσματος, με την απλή αλλά εμφανώς ακριβή διακόσμηση, τον έκανε να ντραπεί για το φθαρμένο μπουφάν του, τα παλιά του ρούχα. Βόλεψε άγαρμπα το αδύνατο κορμί του σε μια δερμάτινη πολυθρόνα. Το βλέμμα του πλανήθηκε στο χώρο. Όλα τα αντικείμενα ήταν υπερσύγχρονα και μοντέρνα.

Εκτός από ένα. Μια μαύρη, παλιά γραφομηχανή ήταν ακουμπισμένη σε ένα μεταλλικό τραπεζάκι. Γυαλιστερή, ογκώδης, με ένα λευκό χαρτί ακόμα περασμένο στην κορδέλα. Δεν ήταν παρά ένα αντικείμενο παλαιάς κοπής, σαν παραφωνία μέσα σε έναν μοντέρνο χώρο, κι όμως ο Δήμος ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να ανασηκώνονται. Αισθάνθηκε ανησυχία, σαν να κοιτούσε την τεφροδόχο που φυλούσε τις στάχτες ενός εχθρού.

«Θα ήθελες να δεις το ενυδρείο μου;” πρότεινε η Στέλλα, προσφέροντάς του ένα ποτήρι κρασί. Την ακολούθησε στην κρεβατοκάμαρα, όπου είδε εφτά πολύχρωμα τροπικά ψάρια να κολυμπάνε σε ένα υπερμέγεθες ενυδρείο. Έσκυψε για να τα παρατηρήσει καλύτερα. Μια λάμπα έριχνε ένα γλυκό φως στον τεχνητό βυθό, ενώ χρωματιστά βότσαλα και πλαστικά φυτά στόλιζαν τον πυθμένα. Το βλέμμα του Δήμου στάθηκε στη γωνία της δεξαμενής. Τα ψάρια μπαινοβγαίναν μέσα σε ένα μεγάλο οβάλ λευκό διακοσμητικό, που έμοιαζε με μισογκρεμισμένη θαλασσινή σπηλιά. “Είναι πανέμορφο”, ψιθύρισε.

«Ναι» , συμφώνησε η Στέλλα. «Η αλήθεια είναι πως δεν συμπαθώ τα ψάρια, αλλά ο άντρας μου τα λάτρευε» .

Ο Δήμος έσφιξε το ποτήρι του.

«Δεν ήξερα ότι είχες παντρευτεί».

Αυτό ήταν ψέμα. Είχε αδειάσει ένα μπουκάλι βότκα ενώ κοιτούσε τις φωτογραφίες του γάμου της.

Τα μάτια της σκοτείνιασαν. «Ναι. Αμέσως μόλις αποφοίτησα». Το δάχτυλό της κινήθηκε προς μια φωτογραφία στον τοίχο που ο Δήμος είχε αγνοήσει: ένας όμορφος, ξανθός, πρασινομάτης άντρας την αγκάλιαζε τρυφερά. Τον αναγνώρισε από τις φωτογραφίες που είχε δει και ξαναδεί, σχεδόν εμμονικά: ο σύζυγός της.

«Η αλήθεια είναι πως ο γάμος μας ήταν μια παρορμητική απόφαση. Ήμασταν, εκείνη τη χρονιά, οι μόνοι Έλληνες στο τμήμα Ιατρικής. Νιώθαμε και οι δύο ξένοι σε ξένη χώρα και ήρθαμε αμέσως κοντά. Στην αρχή όλα έμοιαζαν βγαλμένα από παραμύθι, μα σύντομα αρχίσαμε να μην τα πάμε καλά. Ανακάλυψα, τελικά, πως με απατούσε. Ήμασταν έτοιμοι να χωρίσουμε, αλλά η μοίρα είχε άλλα σχέδια».

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Ήπιε λίγο κρασί, πασχίζοντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις. Ο Δήμος κάθισε δειλά δίπλα της. «Πριν ένα χρόνο, όταν ακόμα ζούσαμε στην Αγγλία, ο Νεκτάριος σκοτώθηκε σε τροχαίο. Είχαμε μαλώσει πολύ άσχημα, χειρότερα από κάθε άλλη φορά. Έφυγε μες στη νύχτα, με κατεύθυνση το σπίτι της γκόμενάς του. Ήταν μεθυσμένος και γεμάτος οργή και πίκρα. Έριξε το αυτοκίνητο σε ένα γκρεμό. Σ’ ένα πολύ επικίνδυνο σημείο, σε έναν επαρχιακό δρόμο. Οι διασώστες βρήκαν το αυτοκίνητο διαλυμένο, και τον ίδιο σε φρικτή κατάσταση. Δεν είχε καν την τύχη ενός ακαριαίου θανάτου. Όλα του σχεδόν τα κόκαλα είχαν γίνει θρύψαλα κατά την πτώση. Πρέπει να χρειάστηκαν ώρες μέχρι να ξεψυχήσει, και τις πέρασε θαμμένος ζωντανός μέσα σε ένα φέρετρο από λαμαρίνες. Μα το χειρότερο δεν ήταν αυτό», συνέχισε, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, που ήχησε σαν λυγμός. «Σ’ εκείνα τα βουνά υπάρχουν ακόμα λύκοι. Η πείνα τους κάνει ατρόμητους, συχνά κατεβαίνουν μέχρι το δρόμο. Πρέπει οι λύκοι να οσμίστηκαν το αίμα και… Όταν τον βρήκαν οι διασώστες, του είχαν ξεριζώσει το κεφάλι…»

Έκρυψε το πρόσωπο της στα χέρια της. Ανίκανος να αρθρώσει λέξη, ο Δήμος χάιδεψε τους ώμους της.

«Λυπάμαι τόσο πολύ. Αν μπορώ να κάνω κάτι για σένα…»

«Με συγχωρείς», του είπε, ξαναβρίσκοντας γρήγορα την αυτοκυριαρχία της. “Έχει περάσει καιρός, αλλά… Η μοναξιά είναι δύσκολη για μια γυναίκα. Και η γραφομηχανή που είδες στο σαλόνι, είναι – ήταν, του Νεκτάριου. Του άρεσε να γράφει σημειώματα στη γραφομηχανή και να μου τα αφήνει στο κομοδίνο.” Κοίταξε έξω από το παράθυρο. “Δες, Δημοσθένη, χιονίζει! Δεν πιστεύω να περιμένεις πως θα σε αφήσω να γυρίσεις με τα πόδια σπίτι σου με αυτό τον καιρό!»

«Δε θέλω να σου γίνομαι βάρος… »

«Κανένα βάρος, χαρά μου είναι η παρέα σου! Θα σου στρώσω στον καναπέ του σαλονιού».

Ο Δήμος ένιωσε ξανά μια ψύχρα να τον αγκαλιάζει. Το κορίτσι των ονείρων του θα έμενε για άλλη μια φορά στα όνειρά του.

Κρικ, κρικ, κρικ.

Ο ήχος ήταν τόσο ανεπαίσθητος, που νόμιζε ότι τον ονειρευόταν.

Κρικ. Κρικ.

Όχι, σκέφτηκε, καθώς ο ύπνος έφευγε από τα βλέφαρα του, δεν είναι όνειρο, στ’ αλήθεια ακούω κάτι. Έτριψε τα μάτια του και συγκεντρώθηκε.

Κρικ.

Ο ήχος ερχόταν από τη μεριά του μεταλλικού τραπεζιού.

Από εκείνη την παράξενη γραφομηχανή.

Τίναξε από πάνω του το πάπλωμα, καθώς στάλες ιδρώτα σχηματίζονταν στο μέτωπό του. Όχι, δεν ονειρευόταν. Τα πλήκτρα της γραφομηχανής χτυπούσαν.

Σηκώθηκε όρθιος. Από το παράθυρο μπορούσε να δει το χιόνι να πέφτει ήσυχα πάνω από την Αθήνα. Φορούσε ακόμα το τζιν του και μια φανέλα. Συνειδητοποιώντας πως κρύωνε, έριξε στους ώμους του το δερμάτινο μπουφάν και κατευθύνθηκε νυχοπατώντας προς τη γραφομηχανή.

Κρικ, κρικ, κρικ, βογκούσαν τα παλιά πλήκτρα.

Κανείς δεν ήταν εκεί για να τα πατήσει.

Ο Δήμος ένιωσε τη γεύση του τρόμου, αλμυρή σαν αίμα, στο στόμα του. Ρίγη τον διαπερνούσαν ολόκληρο, καθώς έβλεπε τα πλήκτρα της γραφομηχανής, χτυπημένα από αόρατα δάχτυλα, να σχηματίζουν λέξεις στο χαρτί.

Κρικ.

Τα πλήκτρα σταμάτησαν να χτυπούν.

Τρέμοντας σαν το φύλλο, σήκωσε τα μάτια του, από τα πλήκτρα στο χαρτί.

Λέξεις, γραμμένες με κόκκινο μελάνι, σαν αίμα στο λευκό χαρτί. Λέξεις που ούρλιαζαν αντί για εκείνον που η φωνή του είχε γίνει πέτρα στον λαιμό του.

ΦΥΓΕ ΜΑΚΡΙΑ, ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΕ

ΑΝ ΜΕΙΝΕΙΣ ΕΔΩ, ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΕΙ

Κοίταξε γύρω του με κομμένη την ανάσα. Να βρει τα ρούχα του, τα κλειδιά της πόρτας, να βγάλει φτερά στα πόδια να γλιτώσει. Ο πανικός έκανε τα μάτια του να θολώνουν καθώς έψαχνε μες στο σκοτάδι την έξοδο του διαμερίσματος.

Δεν άκουσε τα αλαφριά βήματα από το υπνοδωμάτιο. Δεν είδε τον ίσκιο της στο λιγοστό φως που έμπαινε από το παράθυρο. Η μόνη του σκέψη ήταν να φτάσει στην εξώπορτα, να φύγει από εκείνο το καταραμένο σπίτι, μακριά από τη γραφομηχανή των φαντασμάτων, μακριά-

Η εξώπορτα ήταν κλειδωμένη. Μέσα στο σκοτάδι ένιωσε τα μάτια του να καίνε από τα δάκρυα.

«Φεύγεις κιόλας;»

Το αίμα του πάγωσε. Η φωνή της ερχόταν από πίσω του. Απαλή, σιγανή, γλυκιά. Σαν μια σταγόνα μέλι πάνω σε λάμα σπαθιού. Πολύ κοντά του. Υπερβολικά κοντά του.

Δεν πρόλαβε ούτε να στραφεί προς το μέρος της. Βρισκόταν ήδη κολλημένη πάνω του, το ένα της χέρι του έκλεινε το στόμα και το άλλο πίεζε μια λεπίδα στο λαρύγγι του. «Δεν ξέρεις πως δεν είναι σωστό να φεύγεις χωρίς να χαιρετήσεις την οικοδέσποινα;» σύριξε στο αυτί του. «Μην αντισταθείς, αλλιώς θα αναγκαστώ να χρησιμοποιήσω το νυστέρι. Ανοιγόκλεισε τα μάτια δύο φορές αν κατάλαβες».

Ένα, δύο δακρυσμένα βλεφαρίσματα. Το χέρι που κρατούσε τη λεπίδα απομακρύνθηκε για μια στιγμή από το λαρύγγι του. Σήκωσε ένα ρολό γκρίζα μονωτική ταινία. «Θα πάρω το χέρι μου από το στόμα σου, αρκεί να μην φωνάξεις».

Άλλα δύο τρομαγμένα βλεφαρίσματα. Η Στέλλα άρχισε να ξετυλίγει την ταινία με τα δύο χέρια.

«Βοήθεια!» ούρλιαξε ο Δήμος με όλη του τη δύναμη. Ήταν τα τελευταία του λόγια.

Η Στέλλα τον χτύπησε με την κόψη της παλάμης της στο λαιμό. Έπεσε στα γόνατα, πασχίζοντας να ανασάνει. Τον φίμωσε με γρήγορες κινήσεις, τυλίγοντας δύο στρώσεις ταινίας γύρω από το στόμα και το κεφάλι του, και μετά του έδεσε τα χέρια πισθάγκωνα, ενώ εκείνος γρύλιζε και έκλαιγε μέσα από το φίμωτρο. Επιθεώρησε το έργο της αιχμαλωσίας του ικανοποιημένη: κανείς δεν θα άκουγε τις κραυγές του.

Με μια απότομη κίνηση, τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον έσυρε στην κρεβατοκάμαρα, αδιάφορη στο ικετευτικό του κλάμα και τα πνιχτά αγκομαχητά πόνου.

Το ενυδρείο έμοιαζε με πεφταστέρι μέσα στο σκοτάδι, τα ψάρια με μικρές, πνιγμένες νεράιδες. Η ματιά του, θολή από τον τρόμο και τα δάκρυα, στάθηκε ξανά στο λευκό αντικείμενο στη γωνία. Η Στέλλα ακολούθησε το βλέμμα του.

«Μπορεί να ήσουν πάντα αδύναμος στο κορμί, αλλά είσαι παρατηρητικός. Βλέπω πως πρόσεξες εκείνο το όμορφο διακοσμητικό μέσα στο ενυδρείο». Βύθισε το χέρι της στο νερό και έβγαλε έξω το λευκό αντικείμενο, φέρνοντας το στο ύψος των ματιών του. «Θα ήθελες να το δεις από κοντά;»

Τα μάτια του Δήμου άνοιξαν διάπλατα από τρόμο. Ένα ουρλιαχτό πνίγηκε στο φίμωτρο, καθώς ο δεμένος άντρας συνειδητοποιούσε τι αντίκριζε: λευκή επιφάνεια, ξυσμένη με λεπίδα, με μια τεράστια τρύπα στο πάνω μέρος και άφθονα ραγίσματα. Με δύο τρύπες να χάσκουν εκεί που κάποτε χωρούσαν τα μάτια. Δόντια παγωμένα σε ένα παντοτινό φρικτό χαμόγελο. Το κρανίο ενός άντρα.

«Όπως έλεγα, η μοναξιά είναι πολύ σκληρή για μια γυναίκα. Αποφάσισα λοιπόν να κρατήσω ακόμη ένα αναμνηστικό από τον Νεκτάριο». Οι τελευταίες της λέξεις χάθηκαν μέσα σε ένα στεγνό, χαιρέκακο γέλιο. «Μέχρι τελευταία στιγμή, έκλαιγε και με εκλιπαρούσε να μην του κάνω κακό. Ας γελάσω! Και το κακό που μου έκανε εκείνος; Που τόλμησε να με απατήσει, να με απειλεί, μέσα στο σπίτι μου πως θα με εγκαταλείψει, εμένα που έδωσα νόημα στη ζωή του, για να ζήσει με εκείνη τη βρώμα!» Κοίταξε θλιμμένα τον αιχμάλωτό της. Δάκρυα έτρεχαν στο πρόσωπο του, κι ένας απάνθρωπος, σπαρακτικός ήχος έβγαινε από το φιμωμένο στόμα του. Έμοιαζε με ζώο στο θυσιαστήριο που εκλιπαρούσε μάταια για τη ζωή του.

«Δεν ξέρω γιατί αποφάσισες να φύγεις μέσα στη νύχτα, αν είχες κάποιο προαίσθημα ή αν υποψιάστηκες κάτι. Ξέρω μόνο πως δεν πρόλαβες. Ξέρω πως, αν δεν είχες προσπαθήσει να το σκάσεις, θα σε άφηνα να περάσεις λίγο χρόνο μαζί μου, να δεις, έστω και για μια φορά στη μίζερη ζωή σου, τι σημαίνει ευτυχία. Μα δυστυχώς, ακόμα και σε αυτό ατύχησες». Φίλησε τα χείλη του πάνω από το φίμωτρο, ύστερα τα δακρυσμένα μάτια του. Άπλωσε το χέρι της και τράβηξε, κάτω από το κρεβάτι ένα βαρύ σφυρί. Μια βραχνή κραυγή, λυγμός και τρόμος, βγήκε από το γδαρμένο λαρύγγι του Δήμου, καθώς καταλάβαινε τι θα ακολουθούσε. «Θα προτιμούσες να ξεκινήσω από τα πόδια, ή από τα χέρια σου;» Τα μάτια του που ικέτευαν, συνάντησαν τα δικά της που αδημονούσαν. Γελούσαν. «Ας αρχίσει η διασκέδαση».

Δύο μέρες μετά, τα ψάρια απομακρύνθηκαν νευρικά από το λευκό χέρι που εισέβαλλε στο ενυδρείο. Τα παρείσακτα δάχτυλα σήκωσαν την αγαπημένη τους λευκή σπηλιά και στη θέση της ακούμπησαν ένα νέο θησαυρό. Ένα πορφυρό, περίεργο ψαράκι πλησίασε την καινούργια σπηλιά. Ήταν λίγο μικρότερη από την προηγούμενη, με μια τεράστια, ακανόνιστη τρύπα στο πάνω μέρος. Δύο μεγάλα σπασίματα στόλιζαν τα μπροστινά δόντια του κρανίου. Τα ψάρια, ήδη αδιάφορα, άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στις άδειες κόγχες των ματιών.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Γεωργία Σβορλίγκου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1995. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αγαπάει τη λογοτεχνία, τις ξένες γλώσσες, τους δεινόσαυρους, τον κινηματογράφο, τα ταξίδια και ίσως 5-6 ανθρώπους. Αγοράζει πολύ περισσότερα βιβλία απ’ όσα προλαβαίνει να διαβάσει. Μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στο μεταπτυχιακό της στην Παλαιοντολογία, σε πάρα πολλές ώρες ανάγνωσης λογοτεχνίας και στην αναζήτηση της ντουλάπας που οδηγεί στη Νάρνια ή, έστω, στο Jurassic Park.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά