Διήγημα: “Η ιστορία ενός φαντάσματος” του Mark Twain

by Μαρκέλλα Ευθυμίου Βελαέτη

Το διήγημα “A Ghost Story“, γνωστό και ως “A Ghost’s Tale” (1870), είναι μια εναλλακτική ματιά του Twain στο κλασικό είδος των ιστοριών με φαντάσματα. Εδώ, ο Twain εμπνέεται από την υπόθεση του Cardiff Giant (1869), μια απάτη όπου ένα τεράστιο άγαλμα παρουσιάστηκε στο κοινό ως απολιθωμένος γίγαντας, κερδοσκοπώντας εις βάρος τους μέχρι τη στιγμή της αποκάλυψης, ενώ αρκετές ρεπλίκες έκαναν την εμφάνισή τους σε διάφορα μουσεία. Το εν λόγω διήγημα σατιρίζει τις δεισιδαιμονίες, αποδεικνύοντας πως είναι αυθεντία στο να μπολιάζει με σάτιρα κάθε είδους έργο του. Το “A Ghost Story” είναι το πιο διάσιμο σατιρικό του διήγημα τρόμου και εκδόθηκε αρχικά στο “Werner’s Readings and Recitations” (New York, Edgar S. Werner Company, 1888) και η πλοκή του τοποθετείται στη Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα.
Μετάφραση: Μαρκέλλα Ευθυμίου – Βελαέτη

Έμενα σ’ ένα δωμάτιο ψηλά στο Μπρόντγουεϊ, σ’ ένα τεράστιο και παλιό κτίριο του οποίου οι ιστορίες δεν απασχολούσαν κανέναν μέχρι που έφτασα εκεί. Ολόκληρο το μέρος είχε παραδοθεί στη σκόνη και τους διάσπαρτους ιστούς αραχνών, στην απομόνωση και τη Σιωπή. Εκείνη την πρώτη νύχτα που ανέβηκα στο δωμάτιό μου, είχα την αίσθηση πως τριγυρνούσα ανάμεσα σε τάφους, εισβάλλοντας στον προσωπικό χώρο των νεκρών. Για πρώτη φορά στη ζωή μου με είχε καταβάλει ο τρόμος, και καθώς έστριψα στην σκοτεινή γωνιά της σκάλας, ένας σχεδόν αόρατος ιστός αράχνης, που ταλαντευόταν τεμπέλικα, προσκολλήθηκε στο πρόσωπό μου και αναρίγησα, όπως κάποιος που μόλις είχε συναντήσει φάντασμα.

Όταν έφτασα τελικά στο δωμάτιό μου ένιωσα χαρούμενος που είχα κλειδώσει έξω τη μούχλα και το σκοτάδι. Μια πρόσχαρη φωτιά σιγόκαιγε στο τζάκι και κάθισα μπροστά της με την παρήγορη αίσθηση της ανακούφισης. Έμεινα έτσι για δύο ώρες, σκεπτόμενος περασμένες εποχές, ανακαλώντας στο μυαλό μου παλιές στιγμές και μισοξεχασμένα πρόσωπα μέσα από την ομίχλη του παρελθόντος. Άκουγα χαρούμενες φωνές που τώρα είχαν σωπάσει για πάντα και γνώριμα τραγούδια που πλέον κανείς δεν τραγουδούσε. Καθώς η ονειροπόλησή μου επιβραδυνόταν γεμάτη θλίψη, τα τσιριχτά του ανέμου έξω από το παράθυρο μετατράπηκαν απαλά σε γοερό κλάμα, το άγριο χτύπημα της βροχής επάνω στα τζάμια ελαττώθηκε σ’ έναν πιο ήρεμο χτύπο και σιγά σιγά όλοι οι θόρυβοι έξω στον δρόμο υποχώρησαν. Μέχρι και τα βήματα κάποιου αργοπορημένου ανθρώπου που είχε μείνει πίσω και έτρεχε να προφτάσει έσβησαν, χωρίς ν’ αφήσουν κανέναν απόηχο.

Η φωτιά σιγόκαιγε. Μια αίσθηση μοναξιάς έπεσε βαριά επάνω μου. Σηκώθηκα, ξεντύθηκα περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου και κάνοντας ό,τι είχα να κάνω μυστικά, θαρρείς και περιτριγυριζόμουν από αποκοιμισμένους εχθρούς των οποίων ο ύπνος θα μπορούσε ν’ αποβεί μοιραίος για τη ζωή τους, αν τον διέκοπτα. Κουκουλώθηκα στο κρεβάτι και ξάπλωσα ακούγοντας τη βροχή, τον αέρα και το αχνό, σαν νανούρισμα, τρίξιμο των μακρινών παραθυρόφυλλων, μέχρι που μ’ έκαναν ν’ αποκοιμηθώ.

Κοιμήθηκα βαθιά, χωρίς να γνωρίζω για πόση ώρα. Ξαφνικά, βρέθηκα ξύπνιος και γεμάτος με μια τρεμάμενη προσμονή. Όλα ήταν γαλήνια. Όλα, εκτός από την καρδιά μου, την οποία άκουγα να χτυπά. Σύντομα, τα κλινοσκεπάσματα άρχισαν να γλιστρούν μακριά μου προς το κάτω μέρος του κρεβατιού, σαν κάποιος να τα τραβούσε! Ήμουν ανίκανος να μιλήσω. Τα σκεπάσματα συνέχισαν να γλιστρούν, μέχρι που το στήθος μου έμεινε ξεσκέπαστο. Τότε, με μεγάλη προσπάθεια τ’ άρπαξα και τα έσυρα πάλι επάνω μου, σκεπάζοντάς με ολόκληρο μέχρι το κεφάλι. Περίμενα, αφουγκραζόμουν, περίμενα. Τα τραβήγματα ξεκίνησαν για ακόμα μία φορά. Με αργές κινήσεις ξάπλωσα για έναν αιώνα αργόσυρτων δευτερολέπτων, μέχρι που το στήθος μου ξεσκεπάστηκε ξανά. Τελικά, συγκέντρωσα τις δυνάμεις μου, άρπαξα τα σκεπάσματα και τα επανέφερα στη θέση τους κρατώντας τα σφιχτά. Περίμενα. Σε λίγο ένιωσα ένα ανεπαίσθητο τράβηγμα και τα έσφιξα ακόμα πιο δυνατά. Τα χέρια μου έχασαν τη δύναμή τους και για τρίτη φορά τα σκεπάσματα τραβήχτηκαν μακριά μου. Μούγκρισα. Ένα ακόμα μουγκρητό ακούστηκε σαν απάντηση από το κάτω μέρος του κρεβατιού! Σταγόνες ιδρώτα σαν χάντρες κεντούσαν το μέτωπό μου. Σε λίγη ώρα άκουσα στο δωμάτιό μου ένα βαρύ βήμα, που έμοιαζε με το πάτημα ελέφαντα και σε καμία περίπτωση δεν θύμιζε οτιδήποτε ανθρώπινο. Απομακρυνόταν όμως από εμένα κι αυτό με ανακούφισε. Το άκουσα να πλησιάζει την πόρτα, να βγαίνει έξω, χωρίς να ξεκλειδώνει την κλειδαριά ή να κουνάει τον σύρτη, και να περιπλανιέται μακριά, ανάμεσα στους ζοφερούς διαδρόμους, καταπονώντας τα πατώματα και τις κολόνες που έτριζαν. Όταν έφυγε, η ησυχία βασίλεψε ξανά.

Μόλις η έξαψή μου άρχισε να υποχωρεί, είπα από μέσα μου: «Είναι όνειρο. Απλά ένα φρικτό όνειρο». Ξάπλωσα και σκεφτόμουν διαρκώς αυτά που μόλις είχα πει στον εαυτό μου, μέχρι που κατάφερα να με πείσω πως όλα όσα είδα ήταν όνειρο, κι έτσι ένα παρήγορο γέλιο χαλάρωσε τα χείλη μου και ήμουν ξανά χαρούμενος. Σηκώθηκα και άναψα ένα φως και όταν είδα πως η κλειδαριά αλλά και ο σύρτης ήταν ακριβώς όπως τα είχα αφήσει, ακόμα ένα καθησυχαστικό γέλιο κυμάτισε στα χείλη μου και ανακούφισε την καρδιά μου. Πήρα την πίπα μου, την άναψα και κάθισα πλάι στη φωτιά, όταν ξαφνικά έπεσε από τα άνευρα δάχτυλά μου, καθώς το αίμα εγκατέλειπε τα μαγουλά μου και η ανάσα μου κόπηκε απότομα με μια πνιχτή κραυγή! Στις στάχτες του τζακιού, δίπλα ακριβώς στο αποτύπωμα της γυμνής μου πατημασιάς,  υπήρχε ακόμα μία, τόσο ογκώδης που η δική μου δίπλα της έμοιαζε με αποτύπωμα βρεφικού ποδιού! Μετά, είχα έναν επισκέπτη και οι βηματισμοί που θύμιζαν ελέφαντα εξηγήθηκαν.

Έσβησα το φως και επέστρεψα στο κρεβάτι παραλυμένος από φόβο. Ξάπλωσα για αρκετή ώρα περιεργαζόμενος το σκοτάδι και αφουγκραζόμουν. Έπειτα, πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα έναν ενοχλητικό θόρυβο που έμοιαζε με το αργό σύρσιμο ενός ευμεγέθους σώματος, από τη μια μεριά του πατώματος στην άλλη.  Μετά άκουσα την πτώση του σώματος και τη δόνηση των παραθύρων μου ως απάντηση. Σε μακρινά σημεία του κτιρίου άκουσα βροντήγματα πορτών.  Άκουσα βήματα να κινούνται ύπουλα μέσα, έξω και ανάμεσα στους διαδρόμους, πάνω και κάτω στις σκάλες. Κάποιες φορές οι ήχοι πλησίαζαν την πόρτα μου, δίσταζαν και έφευγαν ξανά. Άκουσα την ανεπαίσθητη και μακρινή κλαγγή αλυσίδων, μέχρι που ο ήχος άρχισε να πλησιάζει. Όσο ανέβαινε βαριεστημένα τις σκάλες, κάθε βήμα συνοδευόταν και μ’ ένα σύρσιμο της αλυσίδας, η οποία έπεφτε μ’ ένα χαρακτηριστικό κροτάλισμα επάνω σε κάθε επιτυχημένο βήμα. Το τελώνιο που την κουβαλούσε προχωρούσε. Άκουσα ψιθυριστές φωνές, μισά ουρλιαχτά που έμοιαζαν να πνίγονται βίαια, το κινούμενο σφύριγμα αόρατων ενδυμάτων και τη φούρια αόρατων φτερών. Συνειδητοποίησα πως κάτι είχε εισβάλει στο δωμάτιό μου. Ένιωσα πως δεν ήμουν μόνος. Άκουσα αναστεναγμούς, ανάσες κοντά στο κρεβάτι μου και μυστηριώδεις ψιθύρους. Τρεις μικρές φωσφορίζουσες φωτεινές σφαίρες εμφανίστηκαν στην οροφή ακριβώς επάνω από το κεφάλι μου, όπου έμειναν ακλόνητες λάμποντας για λίγο και μετά έπεσαν, δύο στο πρόσωπό μου και μία στο μαξιλάρι. Πετάχτηκαν γεμάτες υγρασία με μια ζεστή αίσθηση. Η διαίσθησή μου είπε πως είχαν μετατραπεί σε σταγόνες αίματος όσο έπεφταν και δεν χρειαζόμουν φως για να πειστώ. Στη συνέχεια, είδα ένα ένα κάτωχρο πρόσωπο αμυδρά φωτισμένο και λευκά χέρια να αιωρούνται δίχως σώμα, και μετά να χάνονται. Οι ψίθυροι σταμάτησαν κι έπειτα ακολούθησαν οι φωνές, οι ήχοι και, τέλος, μια επιβλητική σιωπή. Περίμενα και αφουγκραζόμουν. Ένιωθα πως πρέπει να είχα πεθάνει. Ο φόβος με είχε αποδυναμώσει. Επανέφερα αργά τον εαυτό μου σε καθιστή θέση και το πρόσωπό μου συναντήθηκε μ’ ένα ιδρωμένο χέρι! Όλη μου η δύναμη μ’ εγκατέλειψε και έπεσα ανίσχυρος προς τα πίσω. Άκουσα το θρόισμα ενός ενδύματος που φάνηκε να πέρασε από την πόρτα και να βγήκε έξω.

Όταν όλα ησύχασαν ξανά, σύρθηκα μακριά από το κρεβάτι, άρρωστος και αδύναμος, άναψα τη λάμπα με το χέρι μου τρεμάμενο, θαρρείς και είχαν περάσει από πάνω του εκατό χρόνια. Το φως έφερε λίγη χαρά στην ψυχή μου. Κάθισα και έπεσα σε μια ονειροπόλα περισυλλογή εκείνης της ογκώδους πατημασιάς στις στάχτες. Σε λίγο το περίγραμμά της ξεκίνησε να τρεμοπαίζει και να ξεθωριάζει. Έριξα μια φευγαλέα ματιά και η φλόγα της λάμπας σίγα σιγά άρχισε να εξασθενεί. Την ίδια στιγμή άκουσα ξανά εκείνο το ελεφάντινο βάδισμα. Διέκρινα πως πλησίαζε όλο και πιο κοντά κατά μήκος των μουχλιασμένων διαδρόμων και όλο πιο γρήγορα το φως πια εξασθενούσε. Τα βήματα έφτασαν στην πόρτα μου και σταμάτησαν. Το φως λιγόστεψε κι άλλο μέχρι που έγινε μια ανεπαίσθητη, μπλε φλόγα και τα πάντα γύρω μου φωτίζονταν πια μέσα από ένα φασματικό λυκόφως. Η πόρτα δεν άνοιξε αλλά παρ’ όλ’ αυτά ένιωσα μια αμυδρή ριπή αέρα στο μάγουλό μου, και μέσα σε λίγες στιγμές αντιλήφθηκα μπροστά μου μια τεράστια παρουσία πλαισιωμένη από καπνούς. Την κοίταξα με αποσβολωμένα μάτια. Μια χλωμή λάμψη πλαισίωνε εκείνο το Πράγμα και σταδιακά η ασαφής παρουσία του πήρε μορφή. Στην αρχή εμφανίστηκε ένα χέρι, έπειτα τα πόδια, μετά το σώμα και τελικά ένα θλιμμένο πρόσωπο ξεπρόβαλε μέσα από τους καπνούς και, απαλλαγμένος πια από το ημιδιάφανο περίβλημά του, γυμνός, μυώδης και ελκυστικός, ο μεγαλοπρεπής Γίγαντας του Κάρντιφ ορθώθηκε εμπρός μου!

Όλος ο φόβος μου εξαφανίστηκε, μιας και μέχρι και τα παιδιά γνώριζαν πως κανένα κακό δεν μπορεί να προκληθεί από αυτό το ευγενικό ύφος. Η χαρούμενη διάθεσή μου επέστρεψε μονομιάς και μαζί της επέστρεψε και το φως της λάμπας. Ποτέ κανένας μοναχικός, απόκληρος άνθρωπος δεν ήταν τόσο χαρούμενος στη θέα της συντροφιάς όσο εγώ όταν υποδέχτηκα τον φιλικό γίγαντα. Είπα:

«Γιατί δεν είναι ο οποιοσδήποτε άλλος παρά εσύ; Ξέρεις πόσο τρομοκρατήθηκα τις τελευταίες ώρες; Είμαι ειλικρινά χαρούμενος που σε βλέπω. Μακάρι να υπήρχε μια καρέκλα εδώ -όχι, όχι μην προσπαθήσεις να καθίσεις εκεί!»

Ήταν όμως πολύ αργά. Είχε καθίσει ήδη πριν προλάβω να τον σταματήσω. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα δει καρέκλα να τρίζει τόσο πολύ.

«Σταμάτα, σταμάτα, θα καταστρέψεις τα πά-». 

Πάλι ήταν πολύ αργά. Άλλο ένα ατύχημα προκλήθηκε κι άλλη μια καρέκλα έσπασε σε κομμάτια.

«Που να πάρει! Δεν έχεις καμία κρίση; Θέλεις να καταστρέψεις κάθε έπιπλο στο δωμάτιο; Εδώ, εδώ απολιθωμένε βλ-».
Δεν είχε νόημα. Πριν μπορέσω να τον συγκρατήσω, κάθισε στο κρεβάτι δείχνοντας πως ήταν ένα αποκαρδιωμένο ράκος.

«Τι τρόπος είναι αυτός; Πρώτα, έρχεσαι επιβαρύνοντας το μέρος με τα τελώνια που κουβάλησες μαζί σου για να με τρομάξεις μέχρι θανάτου και μετά, όταν παραβλέπω την απρέπεια της εμφάνισής σου, την οποία πουθενά δεν θα ανέχονταν καλλιεργημένοι άνθρωποι –εκτός από κάποιο αξιόλογο θέατρο, όπου κι εκεί δεν θα το ανέχονταν αναλογιζόμενοι το φύλο σου- με ξεπληρώνεις καταστρέφοντας όσα έπιπλα βρίσκεις να καθίσεις. Γιατί; Βλάπτεις τον εαυτό σου όσο κι εμένα. Έσπασες την άκρη της σπονδυλικής σου στήλης και γέμισες το πάτωμα με τα θραύσματα των χεριών σου μέχρι το δωμάτιο να μοιάζει ολοκληρωτικά με νεκροταφείο. Θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Είσαι αρκετά μεγάλος για να φέρεσαι έτσι».

«Δεν θα σπάσω άλλα έπιπλα. Αλλά τι να κάνω; Έχω να καθίσω περίπου εδώ κι έναν αιώνα». Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια του.

«Καημένε διαβολάκο», είπα, «δεν έπρεπε να σου φερθώ τόσο σκληρά. Είσαι κι εσύ ορφανός, δίχως αμφιβολία. Κάθισε εδώ, κάτω στο πάτωμα. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να αντέξει το βάρος σου και, πέρα απ’ αυτό, δεν μπορούμε να συζητήσουμε όταν βρίσκεσαι πάνω από το κεφάλι μου. Θέλω να καθίσεις ώστε να καθίσω κι εγώ σε αυτό το σκαμνί και να μιλήσουμε πρόσωπο με πρόσωπο».

Έτσι, κάθισε στο πάτωμα, άναψε την πίπα που του έδωσα και έριξε στους ώμους του μια κόκκινη κουβέρτα μου. Αναποδογύρισε τη λεκάνη που είχα για νιπτήρα και τη φόρεσε ως περικεφαλαία, μοιάζοντας γραφικός και γελοίος, αλλά άνετος. Σταύρωσε τους αστραγάλους του όσο εγώ ξαναζωντάνευα τη φωτιά στο τζάκι, και αποκάλυψε τα επίπεδα και ανάγλυφα κάτω μέρη των τεράστιων ποδιών του μπροστά στην υπέροχη ζέστη.

«Τι συμβαίνει με τα πόδια σου και φαίνονται φαγωμένα;»

«Διαβολεμένες χιονίστρες. Τις απέκτησα αρχικά στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου όταν έβγαινα έξω, κάτω από τη φάρμα του Νιούγουελ. Αλλά το αγαπώ εκείνο το μέρος όπως κάποιος αγαπάει το παλιό του σπίτι. Πουθενά αλλού δεν νιώθω τέτοια γαλήνη όσο σε εκείνο το μέρος».

Μιλήσαμε για μισή ώρα,  διαπίστωσα γρήγορα πόσο κουρασμένος έδειχνε και φρόντισα να του το επισημάνω.

«Κουρασμένος;», ρώτησε. «Θα πρέπει να το σκεφτώ. Και τώρα, εφόσον μου φέρθηκες τόσο καλά θα σου τα πω όλα. Είμαι το πνεύμα του Απολιθωμένου Άντρα που βρίσκεται στο μουσείο στο τέλος του δρόμου. Είμαι το φάντασμα του Γίγαντα Καρντιφ. Δεν μπορώ ν’ αναπαυτώ, να βρω γαλήνη μέχρι να ξαναθάψουν το καημένο σώμα μου. Τώρα, τι θα ήταν φυσιολογικό να κάνω, ώστε να ικανοποιήσουν οι άνθρωποι την επιθυμία μου;  Να τους τρομοκρατήσω! Να στοιχειώσω το μουσείο. Έφερα μαζί μου κι άλλα πνεύματα να με βοηθήσουν. Δεν υπήρξε όμως αποτέλεσμα, μιας και κανένας δεν ερχόταν στο μουσείο τα μεσάνυχτα. Μετά, πέρασε από το μυαλό μου να έρθω μέχρι εδώ και να στοιχειώσω αυτό το μέρος. Πίστευα πως αν κατάφερνα να τραβήξω την προσοχή που ήθελα, θα το κατάφερνα επειδή είχα την πιο ικανή συντροφιά που θα μπορούσε να μου προσφέρουν οι παραδόσεις. Κάθε νύχτα τριγυρνούσαμε ανάμεσα σε αυτούς τους μουχλιασμένουν τοίχους σέρνοντας αλυσίδες, αναστενάζοντας, ψιθυρίζοντας, ανεβοκατεβαίνοντας με θόρυβο τις σκάλες μέχρι που, για να πω την αλήθεια, άρχισα να φθείρομαι. Όταν είδα φως στο δωμάτιό σου τη νύχτα, αναχαίτισα τις δυνάμεις μου και ήρθα με την παλιά και γνώριμη φρεσκάδα μου. Αλλά είμαι εξαντλημένος και ολοκληρωτικά αποκαμωμένος. Σε εκλιπαρώ, δώσε μου ελπίδα!»

Πετάχτηκα γεμάτος ενθουσιασμό από τη θέση όπου είχα κουρνιάξει και αναφώνησα:

«Αυτό ξεπερνάει τα πάντα! Όλα όσα έχουν συμβεί, όλα όσα εσύ φτωχό και αδέξιο απολίθωμα  προκάλεσες, όλη αυτή η αναστάτωση ήταν για το τίποτα. Στοιχειώνεις ένα γύψινο ομοίωμά σου. Ο αληθινός Γίγαντας Κάρντιφ βρίσκεται στο Άλμπανι! Που να πάρει! Δεν ξέρεις που βρίσκονται τα λείψανά σου;»

Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα αντικρίσει ξανά τέτοιο ντροπιασμένο ύφος αξιολύπητης ταπείνωσης να καλύπτει την έκφραση ενός προσώπου.

Ο Απολιθωμένος Άντρας στάθηκε όρθιος και είπε:

«Ειλικρινά, είναι αλήθεια αυτό;»

«Tόσο αληθινό όσο και το ότι κάθομαι τώρα εδώ».

Έβγαλε την πίπα από το στόμα του και την τοποθέτησε επάνω στο ράφι του τζακιού. Μετά έμεινε διστακτικός για λίγο (ασυναίσθητα από συνήθεια, έσπρωξε τα χέρια του εκεί όπου κάποτε βρίσκονταν οι τσέπες του παντελονιού του και στοχαστικά άφησε το σαγόνι του να πέσει στο στήθος του) λέγοντας εν τέλει:

«Δεν έχω ξανανιώσει τόσο ανόητος. Ο Απολιθωμένος Άντρας έχει ξεπουλήσει τα πάντα και τώρα η μεγαλύτερη απάτη τελείωσε με το ξεπούλημα του ίδιου του του φαντάσματος! Παιδί μου, αν υπάρχει έστω και λίγη συμπόνια  μέσα στην καρδιά σου για ένα φτωχό και μοναχικό πνεύμα σαν εμένα, μην αφήσεις να μαθευτεί όλο αυτό. Σκέψου πώς θα ένιωθες αν είχες εξευτελιστεί έτσι».

Άκουσα το επιβλητικό και βαρύ του περπάτημα ν’ απομακρύνεται κατεβαίνοντας αργά τη σκάλα και να βγαίνει έξω στον έρημο δρόμο νιώθοντας λύπη για την αναχώρηση αυτού του καημένου άντρα. Κι ακόμα μεγαλύτερη λύπη επειδή ακόμα κουβαλούσε επάνω του την κόκκινη κουβέρτα και τη λεκάνη μου.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά