Διήγημα: “Η κούνια” της Μαρίας Κατσοπούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η κούνια” της Μαρίας Κατσοπούλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ξύπνησε πάλι ιδρωμένη. Κοίταξε το ρολόι στο κομοδίνο. Αναστέναξε με παράπονο, καθώς ήταν ακόμα πολύ νωρίς και είχε αργήσει να την πάρει ο ύπνος. Κι όταν τελικά τα κατάφερε, την είδε ξανά. Αυτήν τη φορά, ήταν κάτω από μια καρέκλα στη γωνία ενός σκοτεινού δωματίου. Ακαταστασία και σκόνη παντού, κι εκείνη να κρυώνει και να κλαίει χωρίς καμία ανταπόκριση στην ανάγκη της για ζεστασιά. Μια σκισμένη κουρτίνα ανέμιζε στο σπασμένο παράθυρο.

Δεν θυμόταν πόσες φορές την είχε δει στον ύπνο της. Άλλες φορές ήταν μονάχα ένα κλάμα στο σκοτάδι και κάποιες άλλες, μια σκιά που την παρακολουθούσε στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Μια φορά πετάχτηκε ολόκληρη όταν ένιωσε ένα χέρι να την τραβάει κάτω από το κρεβάτι, μα δεν υπήρχε τίποτα εκεί εκτός από τις πεταμένες κάλτσες της και το μπουκάλι με το νερό. Το είχε κάνει συνήθειο το νερό δίπλα της, για να αποφεύγει τη μανούρα μέχρι την κουζίνα μες στη νύχτα, μα σπάνια το χρειάστηκε.

Σηκώθηκε κι έβαλε την καφετιέρα σε λειτουργία μέχρι να πλυθεί. Είχε βρει μια πρακτική μέθοδο στην πρωινή της ρουτίνα, ετοιμάζοντάς την με νερό και καφέ αποβραδίς. Παίρνοντας τη ζεστή κούπα στο χέρι, κατευθύνθηκε στο σαλόνι, όπου είχε εγκαταστήσει το γραφείο της έπειτα από το διαζύγιο. Δεν της ήταν εύκολο να εργάζεται από το σπίτι, μα στην παρούσα φάση ήταν το καλύτερο που μπορούσε να κάνει. Άνοιξε τον υπολογιστή καθώς έφερνε το αχνιστό ρόφημα στα χείλη της. Ανασηκώθηκε ελαφρά από το τσούξιμο. Από τότε που είχαν ξεκινήσει οι εφιάλτες, αδυνατούσε να διαχειριστεί τα επίπεδα στρες που είχαν αυξηθεί κατακόρυφα και που ενισχύονταν από την κακή ποιότητα ύπνου. Άρχισε να δαγκώνεται ασυναίσθητα και συχνά μάτωνε τα μάγουλα και τα χείλη της, τα οποία ήταν μονίμως σκασμένα.

Το πρώτο μήνυμα που εμφανιζόταν στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο προερχόταν από τον δικηγόρο της. Αποφάσισε να μην το ανοίξει πριν τη δεύτερη κούπα καφέ. Ακόμη δεν είχε συνέλθει από το ζοφερό αστρικό ταξίδι της και, επιπλέον, με δυσκολία κρατούσε τα μάτια της ανοιχτά. Άνοιξε τον αγαπημένο της ραδιοφωνικό σταθμό πάνω στην ώρα που άρχιζε την εκπομπή του ο αδελφός της. Ένιωθε πολύ περήφανη για εκείνον που είχε καταφέρει -από καθαρή τύχη- όχι μόνο να βρει τη δουλειά των ονείρων του, μα και στον σταθμό που πάντα άκουγαν μαζί και αφιέρωναν κρυφά τραγούδια στους γονείς τους, για να τους κάνουν να τα ξαναφτιάξουν.

Το ραδιόφωνο δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ στο σπίτι τους και όταν καμιά φορά οι γονείς τους καυγάδιζαν και άλλαζε ο ένας από τους δυο δωμάτιο, τότε εκείνη με τον αδελφό της έκαναν μια μικρή σύσκεψη για το ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο και αποφάσιζαν αναλόγως ποιος θα αφιέρωνε τραγούδι στον άλλον. Όταν δυσκολεύονταν να ρίξουν το φταίξιμο σε έναν από τους δυο γονείς, τότε έστριβαν κέρμα. Τις περισσότερες φορές έπιανε, κυρίως επειδή από ένα σημείο κι έπειτα το ζευγάρι μάλλον κατάλαβε το κόλπο των μικρών κατεργάρηδων και τους έκανε το χατίρι να «συμφιλιώνεται». Με τα χρόνια έμαθαν να το κάνουν από μόνοι τους. Ήταν πάντοτε διακριτικοί και ακόμα και στις πιο σοβαρές τους διαφωνίες έκαναν ό,τι μπορούσαν ώστε τα παιδιά τους να μην επηρεάζονται αρνητικά από αυτές. Είχε μια γλυκόπικρη γεύση αυτό το συναισθηματικό δέσιμο, σαν τον εθισμό στα ζαχαρωτά γλυκόριζας.

Γέμισε τη δεύτερη δόση καφέ και επέστρεψε στο γραφείο. Ο δικηγόρος είχε συγκεντρώσει όλα τα έγγραφα του διαζυγίου σ’ έναν συμπυκνωμένο φάκελο για το αρχείο της, και της ευχόταν μια καλή, νέα αρχή. Αναστέναξε. Ήπιε μια γερή γουλιά καφέ και σηκώθηκε να κλείσει το ραδιόφωνο. Είχε ανάγκη την ησυχία. Ένα δάκρυ στο αριστερό της μάτι δίσταζε να κυλήσει. Τελικά αποφάσισε να πέσει στο πάτωμα, δίχως να χαϊδέψει το μάγουλό της. Κάθισε αποφασισμένη να τελειώσει τη δουλειά που είχε για καιρό παραμελήσει και που έπρεπε να παραδώσει μέσα στην εβδομάδα. Ήταν σίγουρη ότι θα προλάβαινε την προθεσμία, καθώς από νεαρή ηλικία είχε εκπαιδευτεί στο να λειτουργεί υπό πίεση.

Ο κέρσορας στην οθόνη αναβόσβηνε στο τέλος της λέξης «καφέ». Θυμήθηκε την κούπα μπροστά της. Καθώς κατάπινε, ένα τσιριχτό σύρσιμο έφτασε στ’ αυτιά της. Ανακάθισε ξαφνιασμένη και κοίταξε πίσω της. Αναρωτήθηκε πότε θα τελείωνε η ανακαίνιση δίπλα. Οι γείτονές της ήταν πολύ ευγενικοί και γλυκομίλητοι και, ασφαλώς, ήταν ενήμερη για τις τεχνικές εργασίες που θα λάμβαναν χώρα στο διαμέρισμα ένα μήνα νωρίτερα. Σέβονταν το γεγονός ότι εκείνη εκτιμούσε και είχε ανάγκη την ησυχία, όχι μόνο λόγω της απασχόλησής της, αλλά κι επειδή υπέφερε συχνά από ημικρανίες.

Περίπου τότε ξεκίνησαν και οι εφιάλτες της. Πίστευε πως η φασαρία σε συνδυασμό με το άγχος της για το διαζύγιο τής είχαν προκαλέσει αυτές τις διαταραχές στον ύπνο, κι έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να καταφέρει να συμπληρώσει το απαραίτητο οκτάωρο ανάπαυσης. Δοκίμασε όλα τα βότανα χαλάρωσης, από λεβάντα μέχρι βαλεριάνα, μα χωρίς αποτέλεσμα. Ούτε τα χάπια για τον ύπνο δεν κατάφεραν να τη βοηθήσουν. Το μόνο που έκαναν ήταν να τη ζαβλακώνουν και να δυσκολεύεται ακόμα περισσότερο να αποδώσει στη δουλειά της.

Παρά την ενόχληση, δεν έκανε ούτε μια φορά παράπονα στους γείτονες ή στους εργάτες. Δεν είχε το δικαίωμα, άλλωστε. Επιπλέον, πρώτη φορά είχε τόσο ευγενικούς περίοικους και δεν ήθελε για κανένα λόγο να διακινδυνεύσει την καλή τους σχέση. Δεν είχε περάσει ούτε χρόνος καλά-καλά από τότε που εγκαταστάθηκαν δίπλα. Ήταν ένα νέο, πολύ αγαπημένο ζευγάρι που πάντοτε φρόντιζε να είναι διακριτικό και πολύ φιλικό μαζί της. Όσο γνωρίζονταν καλύτερα, καλλιεργήθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης μεταξύ τους, ειδικά από τότε που τα κρούσματα της πανδημίας αυξήθηκαν και, κατά συνέπεια, η ψυχική υγεία όλων είχε αρχίσει να δοκιμάζεται.

Έφερε δίπλα της δυο κομμάτια από τη χθεσινοβραδινή πίτσα που είχε παραγγείλει. Δεν υπήρχε χρόνος για μαγείρεμα, τουλάχιστον μέχρι να παραδώσει το βιβλίο στην εκδότρια. Έβαλε τ’ ακουστικά στ’ αυτιά της, ενώ η ειδική μουσική για διάβασμα και συγκέντρωση φρόντιζε να την απομονώσει από το θορυβώδες εξωτερικό περιβάλλον. Άρχισε να γράφει.

Θα πρέπει να είχε αφοσιωθεί πλήρως στο γραπτό της, όταν ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα της. Όρθωσε το βλέμμα και κατέβασε το ένα ακουστικό, σηκώνοντας ελαφρά το φρύδι, προσπαθώντας να δώσει προσοχή σε ό,τι συνέβαινε έξω από το διαμέρισμά της. Όλα έμοιαζαν ήσυχα. Τοποθέτησε το ακουστικό ξανά στο δεξί αυτί της και επανέφερε το βλέμμα της στον κέρσορα. Πόσο ευχαριστημένη ένιωθε για τούτη την εφεύρεση, ειδικά αυτό το διάστημα που τόσο τη δυσκόλευε. Ποιος ξέρει από πόσους άλλους θορύβους την είχαν γλιτώσει μέσα σε όλον αυτόν τον μήνα.

Ο κέρσορας μπροστά της είχε μείνει ν’ αναβοσβήνει στη λέξη «κούνια». Εκεί κόλλησε για αρκετά λεπτά. Εκνευριζόταν όταν έφτανε σε κάποιο τέτοιο σημείο, όπου δεν μπορούσε να βρει μια ιδέα για το πώς θα συνέχιζε την ιστορία της. Ο θόρυβος που ακούστηκε -ή τουλάχιστον, που της φάνηκε ότι ακούστηκε- νωρίτερα, την είχε αποσυντονίσει πλήρως. Αποφάσισε να διαβάσει ξανά το κεφάλαιο από την αρχή. Ήπιε λίγο νερό από το δεύτερο μπουκάλι που κρατούσε στο γραφείο και η σκέψη της επανήλθε στη θέση της. Ήξερε ακριβώς τι θα έγραφε μετά. Μόλις πεντακόσιες λέξεις την χώριζαν από το τέλος. Μα δεν πρόλαβε να τοποθετήσει τις παλάμες της στο πληκτρολόγιο.

Το βουητό που επιτέθηκε στα αυτιά της ήταν πολύ δυνατό. Στη θέση της ευχάριστης, χαλαρωτικής μουσικής, τώρα ακουγόταν μόνο μια κακόηχη μπαλάντα τριγμών που, εκτός από ενοχλητική, ήταν και επώδυνη. Έβγαλε με μια απότομη κίνηση τα ακουστικά κι έψαξε στον υπολογιστή την καρτέλα με τη μουσική. Η όρασή της ξαφνικά δεν τη βοηθούσε. Για κάποιον άγνωστο λόγο τα πάντα έμοιαζαν θολά. Άρχισε να ζαλίζεται.

Όταν ξύπνησε, ήταν πεσμένη στο πάτωμα. Το κεφάλι της πονούσε μαρτυρικά. Αυθόρμητα, πήγε να προφέρει ένα επιφώνημα πόνου. Τρομοκρατήθηκε όταν δεν άκουσε τη φωνή της. Επιχείρησε να φωνάξει πιο δυνατά. Δεν ακούστηκε τίποτα. Φοβήθηκε ότι κάτι κακό συνέβη στ’ αυτιά της από εκείνα τα παράσιτα. Έκανε να σηκωθεί, μα μάταια. Το σώμα της ήταν βαρύ σαν μολύβι. Σύρθηκε μέχρι την καρέκλα και στηρίχτηκε πάνω της για να σηκωθεί. Κοίταξε γύρω της, όλα φαίνονταν ίδια με πριν. Ασθμαίνοντας και σχεδόν σέρνοντας το κορμί της τοίχο-τοίχο, έφτασε στο μπάνιο, θέλοντας να ρίξει νερό στο πρόσωπό της.

Κοίταξε στον καθρέφτη κι έβγαλε μια βουβή κραυγή. Την έπιασε ταχυπαλμία. Δεν αναγνώριζε το είδωλό της. Τα άλλοτε μακριά μαλλιά της, ήταν άκομψα κομμένα στο μισό τους ύψος. Με μεγάλη προσπάθεια έφτασε πίσω στο γραφείο και με χέρια τρεμάμενα έστειλε ένα μήνυμα στον αδελφό της, γράφοντας τη λέξη που χρησιμοποιούσαν ως κώδικα στις επείγουσες περιπτώσεις. Δεν είχε ιδέα τι έπρεπε να κάνει. Το τηλέφωνο χτύπησε, μα η φωνή της δεν έφτανε την άλλη άκρη της γραμμής. Η φωνή του αδελφού της ακουγόταν σπαστά, ανάμεσα σε διακοπές και βουητά.

Με βήματα αργά και βαριά κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Τι άλλο της έμενε, παρά να χτυπήσει την πόρτα των διπλανών. Ήλπιζε μονάχα να μπορέσουν να την ακούσουν μέσα σε όλον αυτόν το σαματά των εργασιών. Έκανε να βροντοχτυπήσει την πόρτα τους, μα εκείνη άνοιξε ανεμπόδιστα, τόσο που σχεδόν παράπεσε προς τα εμπρός από τη φόρα που είχε πάρει. Μπήκε στο χολ της εισόδου χτυπώντας ό,τι έβρισκε, καθώς η φωνή της ακόμα εμποδιζόταν μυστηριωδώς.

Δεν υπήρχε πια τίποτα να την βοηθήσει. Το διαμέρισμα ήταν απολύτως άδειο. Ούτε άνθρωποι, ούτε έπιπλα, ούτε τίποτα. Άρχισε πάλι να ζαλίζεται. Την κατέλαβε ένα παγωμένο αίσθημα τρόμου. Ένας τριγμός μέσα στα αυτιά της την έκανε να κλείσει τα μάτια σφιχτά. Τουλάχιστον είχε καταφέρει να σταθεί όρθια και να περπατήσει μέχρι εκεί. Προχώρησε στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Η κουζίνα ήταν τώρα απλά ένα λευκό δωμάτιο χωρίς έπιπλα ή λευκές συσκευές. Όπως και όλο το υπόλοιπο σπίτι. Έκανε να μπει στην κρεβατοκάμαρα και τότε την αντίκρισε. Πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου, βρισκόταν εκεί, μόνη και ασάλευτη. Ναι. Η κούνια.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Μαρία Κατσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και κάτοχος Διδακτορικού πτυχίου Μεσαιωνικής Μεταφυσικής του Πανεπιστημίου του Μισκατόνικ. Ως Αρχιέρεια της Πρώτης Εκκλησίας του Κθούλου της έχει δοθεί το χάρισμα να διατηρεί το σάνιτύ της ακέραιο σε όλα τα παιχνίδια στα οποία αναλαμβάνει κάποιον ρόλο, ενώ παράλληλα ως Ιέρεια της Εκκλησίας του Ιπτάμενου Μακαρονοτέρατος έχει το προνόμιο να καταναλώνει άφοβα ζυμαρικά χωρίς τις αρνητικές επιπτώσεις των υδατανθράκων στον οργανισμό της. Όταν δεν είναι απασχολημένη στο τσίρκο της, αρέσκεται στο να γράφει ποιήματα και πεζά, ενώ παράλληλα μεταφράζει και επιμελείται βιβλία συναδέλφων της. Ζει στην κοσμάρα της, στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά