Διήγημα: “Η κραυγή της Ίριδας” του Βασιλείου Ξενόπουλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η κραυγή της Ίριδας” του Βασιλείου Ξενόπουλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Το νέφος ήρθε σαν το γκρίζο του χειμωνιάτικου δειλινού και κάλυψε πρώτα τον ουρανό πάνω από την πολυκατοικία μου. Ένας πυκνός καπνός που έφαγε το λιγοστό φως. Υπόκωφες βροντές ακούγονταν και τα τζάμια έτριζαν ελαφρώς. Μέσα στο νέφος, αστραπές φώτιζαν τα σωθικά του και περίεργες μορφές αχνοφαίνονταν. Έβλεπα αυτά τα απόκοσμα σύννεφα από το παράθυρό μου να απλώνονται προς πάσα κατεύθυνση και μέσα σε λίγα λεπτά είχαν σκεπάσει όλον τον ουρανό. Μια παράξενη νύχτα αγκάλιασε τη Θεσσαλονίκη.

Κοίταξα προς το σαλόνι μου, το βιβλίο που είχα ανοιχτό πάνω στο τραπέζι και αυτήν να κάθεται στην άκρη του καναπέ με ένα βλέμμα γεμάτο απόγνωση. Ξανακοίταξα έξω από το παράθυρο. «Υποτίθεται θα είχε μεταφερθεί στον άλλο κόσμο», είπα στον εαυτό μου. Άσχημοι συνειρμοί άρχισαν να σχηματίζονται στο μυαλό μου. «Τι έκανα;» μονολόγησα, περισσότερο με απορία, παρά με βεβαιότητα για το λάθος μου. Ακόμη δεν ήξερα τι είχα προκαλέσει.

Οι ενοχές όμως ήταν εκεί, μέσα μου. Άρχισαν να φυτρώνουν από τη μέρα που αποφάσισα να βρω έναν τρόπο να τη φέρω πίσω στη ζωή και από τότε γέμιζαν την ψυχή μου και τις ώρες της μοναξιάς μου. Πριν από λίγες μέρες όμως είχα αρχίσει να νιώθω κάτι τελείως διαφορετικό. Ένα κενό. Ένα σκοτάδι πρωτόγνωρο, αλλά παλιό. Πιο παλιό από τον πολιτισμό μας. Περιφερόμουν στην πόλη και τα πάντα γύρω μου έμοιαζαν σαθρά, μάταια. Έβλεπα τα κτίρια να καταρρέουν, τη θάλασσα να τρώει την παραλιακή οδό και το λιμάνι και την πόλη να νεκρώνει. Πυκνή στάχτη έπεφτε σαν χιόνι και έπνιγε τον αέρα. Ήταν όραμα; Δεν ξέρω. Ανοιγόκλεινα τα μάτια μου και όλα επανέρχονταν. Αλλά αυτή η αρχέγονη άβυσσος ήταν εκεί, μέσα μου, να ρουφάει ότι είχε απομείνει από την ανθρωπιά μου.

Δικαιολογούσα τον εαυτό μου. Έλεγα πως από τη στιγμή που αποφάσισα να περπατήσω αυτόν τον δρόμο, έπρεπε να τον ολοκληρώσω, να βρω το φως πέρα από το σκοτάδι και αν είμαι και τυχερός, αυτή θα είναι αναπαυμένη. Μαζί με τους νεκρούς. Αλλά έκανα λάθη. Τόσα πολλά λάθη.

Το μισώ το παρελθόν. Και τώρα στέκομαι εδώ, περιμένοντας το παρελθόν να ξεχυθεί στο παρόν. Αλλά ποιο παρελθόν; Και από ποιον κόσμο; Αν γνώριζα πού θα με οδηγούσε αυτό το βιβλίο και το αλλόκοσμο περιεχόμενο του δεν θα τολμούσα ποτέ να εφαρμόσω τις οδηγίες του. Θα είχα κάψει κάθε φωτογραφία της, κάθε αναμνηστικό μας, κάθε ρούχο, βιβλίο, κόσμημα και οτιδήποτε ήταν συνδεδεμένο μαζί της με κάποιο τρόπο.

Τώρα την έχω να κάθεται στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαρας τα βράδια, να με κοιτάει να κοιμάμαι με αυτό το βλέμμα που έχει μέσα του την πίκρα της απόγνωσης και αγάπη πληγωμένη. Μία χαμένη ψυχή παγιδευμένη σε αυτόν τον κόσμο, εξαιτίας μου. Να με ακολουθεί στις δουλειές μου, στους φίλους, στο μνήμα της. Δίπλα μου σε κάθε ανάσα μου και σε κάθε στιγμή που προσπαθούσα κουρασμένα να σκεφτώ το μέλλον.

Ποτέ δεν της μίλησα. Ήμουν σίγουρος πως αν το έκανα θα άνοιγε το στόμα της και δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να βγει από εκεί. Το παρελθόν με είχε αγκαλιάσει με ένα πέπλο ποτισμένο με το άρωμά της, την ομορφιά των ματιών της και του χαμόγελού της, τα μαύρα της μαλλιά και αυτό το δέρμα το χλωμό. Ήμουν σίγουρος ότι ήθελε να μου μιλήσει. Ο τρόπος που με κοιτούσε και κάποιες κινήσεις της μου έδιναν αυτήν την εντύπωση. Αλλά δεν ήθελα να την ακούσω.

Έριξα κατάρα πάνω μας. Μια αγάπη που μετατράπηκε σε σκοτάδι. Η απόγνωση με οδήγησε σε αυτό το βιβλίο και στις πρακτικές του. Δεν έπρεπε να προκαλέσω δυνάμεις που με ξεπερνούν. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν πίστευα σε αυτά τα πράγματα. Ήμουν άνθρωπος της λογικής και των επιστημών. Τώρα; Τώρα δεν ξέρω τι είμαι ή σε τι πιστεύω, αλλά βλέπω απέναντι μου τη νεκρή γυναίκα μου να είναι ζωντανή, αλλά όχι ακριβώς.

Έπρεπε να πάρω μίαν απόφαση. Να διαλέξω ένα δρόμο. Μπροστά μου είχα δύο επιλογές. Η μία ήταν να την συνήθιζα και να συνέχιζα τη ζωή μου μεταξύ του φωτός και του σκοταδιού, κρατώντας την φυλακισμένη μαζί μου. Δεν μπορούσα όμως να της κάνω κάτι τέτοιο. Γιατί να την καταδικάσω; Της άξιζε να κοιμηθεί οριστικά. Ακόμη και αν εγώ δεν ξανακοιμόμουν ποτέ.

Η άλλη επιλογή ήταν αυτός της αντιστροφής. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο, μία μέθοδο, για να επιστρέψω τα πράγματα όπως ήταν τότε, πριν τη φέρω πίσω στον κόσμο των ζωντανών. Είχα ξεφυλλίσει το βιβλίο ψάχνοντας να βρω ένα εδάφιο που να περιέγραφε αυτό που έψαχνα. Το μόνο που βρήκα ήταν μία άσκηση όπου θα έφερνε τον άλλο κόσμο δίπλα στον δικό μας και θα μπορούσα να την περάσω απέναντι στα σημεία που, όπως εξηγούσε μέσα στο βιβλίο, οι ζωντανοί με τους νεκρούς συναντιούνται.

«Νεκροταφεία», σκέφτηκα αμέσως. «Περιοχές όπου έχουν γίνει μάχες», η δεύτερή μου σκέψη. Μου φάνηκε εύκολο. Παρακάτω όμως έλεγε πως αυτές οι ευαίσθητες περιοχές δεν είναι σημεία όπου εμείς επισκεπτόμαστε, αλλά περιοχές όπου οι νεκροί είναι ελεύθεροι να κινηθούν από τα δεσμά των πολιτισμών των ζωντανών. Τα ερείπια χαμένων πολιτισμών, εγκαταλελειμμένων σπιτιών, ναυάγια και άλλα παρόμοια. Αυτά τα μέρη είναι που η άγρια πλευρά της ύπαρξης, αυτή που δεν υπακούει στους νόμους των πολιτισμένων, εκφράζεται μέσα από τα λείψανα των πεθαμένων νόμων και του λογικού των ανθρώπων.

Τώρα έβλεπα αυτό το πυκνό νέφος απλωμένο πάνω από την πόλη και το κέντρο του, που φαινόταν χαρακτηριστικά από μία σκοτεινή οπή, σαν μάτι δίχως ίριδα, ήταν ακριβώς πάνω από την ρωμαϊκή αγορά. Άρπαξα το βιβλίο και κατέβηκα γοργά στον δρόμο, με κατεύθυνση το κέντρο του Ματιού. Ήμουν σίγουρος πως αυτό ήταν το κλειδί για το πρόβλημα μου.

Μέχρι να βγω όμως στον δρόμο τα πράγματα είχαν αλλάξει. Φανταστείτε να στέκεστε στην πλατεία και να βλέπετε ανθρώπους μαζί με φαντάσματα, δαίμονες, τέρατα και πολλά άλλα όντα που ξεπήδησαν από τους μύθους των προηγούμενων πολιτισμών. «Έτσι θα ζούσαν κάποτε οι άνθρωποι. Μαζί με τα πνεύματα», σκέφτηκα, αλλά ήξερα ότι κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο και πως σύντομα, άσχημα πράγματα θα εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια μου.

Θεωρούσα τον εαυτό μου ευσυνείδητο άνθρωπο, αλλά αυτό που έβλεπα μπροστά μου άρχισε να μου δείχνει, δειλά, σαν τις αχτίδες του πρωινού που περνάνε από τα στόρια σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, πως η αφύπνισή μου σε αυτόν τον κόσμο έφερνε μαζί του και μία νέα μορφή ευσυνειδητότητας και ευθύνης. Μεγαλύτερης και βαθύτερης.

Ακριβώς σε εκείνες τις αμυδρές στιγμές, όπου το ασυνείδητο αρχίζει να μιλάει στο συνειδητό, όπως το σκότος αρχίζει να καταπίνει το φως, ένιωσα την γνώριμη, αρχέγονη άβυσσο μέσα μου. Με έπιασε ναυτία και έπεσα στα γόνατά μου, πετώντας το βιβλίο στην άκρη και αγκαλιάζοντας την κοιλιά μου. Πυκνές νιφάδες στάχτης είχαν αρχίσει να πέφτουν στο πλακόστρωτο πάρκο.

«Στην αρχή θα έλεγα πως είσαι ανήθικος, ή και επικίνδυνος. Αλλά με πρόλαβε το σώμα σου. Τώρα μπορώ να πω ότι είσαι απλά ανόητος. Ένας χαρισματικός ανόητος», άκουσα μία φωνή να μου μιλάει. «Δεν ξέρεις πού έμπλεξες», είπε. «Μπορώ να σου πω όμως το εξής. Δεν υπάρχει επιστροφή. Υπάρχει μόνο μέλλον. Ένα καινούριο μέλλον». Η φωνή του ακουγόταν γεμάτη ικανοποίηση.

Σήκωσα το κεφάλι μου για να δω το πρόσωπο του. Ήταν βρώμικος και τυλιγμένος με παλιά, φθαρμένα ρούχα. Ένας άστεγος. Το βλέμμα του έδειχνε βαθύ και απόμακρο.

«Ήθελα να τη στείλω στον άλλο κόσμο», είπα απολογητικά. Τα μάτια μου ήταν βουρκωμένα. Το στομάχι μου δεμένο κόμπος.

«Και είσαι κοντά στο να καταστρέψεις τον κόσμο».

«Δεν αντέχω άλλο αυτό το μαρτύριο», επέμεινα. Παρόλο που άρχισα να αναγνωρίζω το μέγεθος του σφάλματός μου, ταυτόχρονα ήξερα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Η απόγνωση μπορεί να οδηγήσει κάποιον στα άκρα. Έχετε γευτεί την απόγνωση; Εγώ τη ξέρω τη γεύση της. Και ήταν συνέχεια εκεί, στο πίσω μέρος της γλώσσας μου, να σκοτεινιάζει τις μέρες μου, να βουβαίνει τη φωνή μου.

«Μπορώ να διορθώσω την κατάσταση;» ρώτησα, επιστρατεύοντας το λογικό μου. «Θα υπάρχει κάποια λύση. Κάποια διέξοδος».

Ο άστεγος άρχισε να γελάει. «Είσαι διπλά ανόητος τελικά. Τόσο που πιστεύω πως είσαι αθώος», είπε. Με έπιασε από τον ώμο και με βοήθησε να σηκωθώ στα πόδια μου. «Υπήρχε μια εποχή όπου οι δύο κόσμοι συνυπήρχαν. Άνθρωποι και πνεύματα ζούσαμε μαζί. Αυτά πριν τον κοσμικό πόλεμο. Μετά χωρίσαμε. Το μυστικό είναι ότι δεν έφυγαν πραγματικά. Έμαθαν να κρύβονται καλύτερα, στις σκοτεινές πτυχές της πραγματικότητας μας». Έκανε μια μικρή παύση και κοίταξε την γυναίκα μου, που στεκόταν βουβή, καλυμμένη από νιφάδες στάχτης και μας κοιτούσε. «Όμως στη δική σου περίπτωση, τα πέπλα σηκώθηκαν», είπε. «Αυτό που σου φαίνεται σαν κατάρα, είναι χάρισμα».

«Χάρισμα; Δεν είναι χάρισμα. Από τότε που πέθανε έχει καταστραφεί η ζωή μου», είπα. «Δεν είναι χάρισμα», επανέλαβα χαμηλόφωνα. Από δίπλα μου πέρασε μια τεράστια, καφετιά μορφή. Ήταν ολόκληρη καλυμμένη με υφάσματα που κρέμονταν μέχρι το έδαφος. Το κεφάλι της ήταν ένας κώνος που έμοιαζε πλαδαρός. Τρία μάτια που σχημάτιζαν τρίγωνο ξεχώριζαν και το στόμα του ήταν κυκλικό, με σειρές δοντιών που εξαφανίζονταν μέσα στο φάρυγγα του. Οι τρίχες μου σηκώθηκαν.

«Ένας Πρόπολος», είπε ο άστεγος. «Μην ανησυχείς. Η μορφή τους είναι τρομακτική, αλλά δεν μπορούν να κάνουν κακό. Ο Ευρύνομος όμως θα είναι κάπου εδώ κοντά», είπε και κοίταξε γύρω του, ψάχνοντάς τον.

«Ποιος;» ρώτησα ενώ κοιτούσα τον Πρόπολο να απομακρύνεται. Αιωρούνταν λίγο πάνω από το έδαφος και η κίνηση του ήταν ομαλή. Σαν να έπλεε στον αέρα. Καμιά φορά έβγαζε υπόκωφους ήχους από εκείνο το φρικτό λαρύγγι που είχε για στόμα. Ήχους που έμοιαζαν με κραυγές ανθρώπων που πνίγονται.

«Δαίμονας του Άδη. Τρώει τις σάρκες των νεκρών», είπε και ένιωσα το δέρμα μου να μυρμηγκιάζει. «Έχει πολύ τρομακτική μορφή. Είναι ψηλός και πολύ λεπτός. Το δέρμα του μελανό και το πρόσωπο του ρουφηγμένο. Είναι ντυμένος με δέρματα από γύπες που σκότωσε ο Απόλλωνας στο όρος του Ταΰγετου».

Στριγκές κραυγές ακούστηκαν από τον ουρανό και μας τράβηξαν την προσοχή. Ένα σμήνος από πουλιά με περίεργες μορφές βγήκαν από το Μάτι, πετώντας επιθετικά προς τα κάτω. Για μια στιγμή τα έχασα από το πεδίο μου και άρχισα να ακούω φοβισμένες φωνές, γεμάτες απελπισία και ποδοβολητά. Έπειτα είδα τα πουλιά να πετούν πάλι προς τα πάνω και παρατήρησα πως τα κεφάλια τους ήταν γυναικεία και στα νύχια τους κρατούσαν ανθρώπινες μορφές, που έμοιαζαν ημιδιάφανες με ένα περίεργο μουντό φως να βγαίνει από μέσα τους.

«Αρπύιες;» ρώτησα μονολογώντας, αρνούμενος να δεχτώ αυτό που έβλεπα.

«Άρχισες να θυμάσαι», είπε ο άστεγος με ένα χαμόγελο ικανοποίησης. «Βλέπεις πόσο συνδεδεμένος είσαι με το παρελθόν τώρα;» με ρώτησε. Δεν περίμενε κάποια απάντηση. Ξετύλιξε τα υφάσματα γύρω από το σώμα του και τα άφησε να πέσουν κάτω, αποκαλύπτοντας ένα σκελετωμένο και ψηλό σώμα που ήταν καλυμμένο με δέρματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαστε το παρελθόν σας», η φωνή του ήταν διαφορετική. Ακουγόταν νεανική και γεμάτη ενέργεια. «Αλλά και το μέλλον σας». Κοίταξε προς το μέρος που οι Αρπύιες είχαν βουτήξει προ ολίγου. «Πεινάω», είπε και έφυγε βιαστικά.

Το δέρμα μου είχε παγώσει. Γύρω μου άνθρωποι έτρεχαν φοβισμένοι και από πίσω τους κάποιος, ή κάτι, τους κυνηγούσε. Είδα γνωστές φυσιογνωμίες πεσμένες στο έδαφος και τα σώματα τους αγκυλωμένα, με εκφράσεις τρόμου. Το δέρμα τους γκρίζο, σαν αυτό της στάχτης. Μαζί με το δέρμα μου είχε παγώσει και η ψυχή μου. Δεν ένιωθα τίποτα. Καμία ενοχή ή ντροπή. Αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο από τις δυνατότητες μου. «Θα συνέβαινε», είπα στον εαυτό μου. «Κάποια στιγμή θα συνέβαινε».

Ένας θόρυβος βαθύς, σαν βουητό ανέμου που τώρα πήρε να σηκώνεται, άρχισε να έρχεται από το Μάτι που μας κοιτούσε από εκεί που κάποτε βρισκόταν ο ουρανός της Θεσσαλονίκης. Μια λευκή ακτίνα φωτός βγήκε και φώτισε όλη την αγορά, φανερώνοντας λεπτομέρειες που θα προτιμούσα να μην είχα δει ποτέ. Όσα από τα όντα ήταν μέσα στην ακτίνα, ακόμη και αυτό το αλλόκοσμο βιβλίο που μου είχε πέσει, έπιασαν φωτιά αυτόματα και σε λίγα δευτερόλεπτα είχε μείνει μόνο στάχτη. Αλλά όχι η γυναίκα μου.

Το πρόσωπό της έλαμπε και τα μάτια της ήταν γεμάτα ζωντάνια. Το φως την έλουζε με έναν πνευματικό μανδύα. Το χρώμα του δέρματός της ζωήρεψε και τα μαλλιά της ξάνθυναν και φούντωσαν. Είχε αρχίσει να υψώνεται προς τα επάνω. Άνοιξε το στόμα της και έβγαλε μία διαπεραστική κραυγή που είμαι σίγουρος ότι έφτασε μέχρι τα όρια της πόλης. Όλα ακινητοποιήθηκαν για λίγες στιγμές. Η μόνη κίνηση ήταν η δική της και αυτή των φύλλων των δέντρων από έναν άνεμο που δυνάμωνε όλο και περισσότερο.

Η κραυγή της συγχωνεύθηκε με τον θόρυβο του ανέμου και έκαναν ένα περίεργο μουσικό μίγμα, όπως αυτό που ακούμε όταν οι Ναϊάδες Νύμφες τραγουδούν στους ποταμούς κοντά στους καταρράκτες. Όλα τα περίεργα και τρομακτικά όντα που γλίτωσαν από το Μάτι έδειχναν να υποφέρουν από τη φωνή της. Κρύφτηκαν όπου έβρισκαν ίσκιους, επιστρέφοντας στα σπίτια τους. Αν και ήμουν σίγουρος πως δεν έφυγαν όπως παλιότερα. Μόλις έβρισκαν ευκαιρία θα ξανάβγαιναν και θα συνέχιζαν το παιχνίδι τους με τους ζωντανούς. Να στοιχειώνουν τις μέρες μας, να πλουτίζουν τις ιστορίες μας με τρομακτικές εμπειρίες.

Ο άνεμος λυσσομανούσε πλέον και τα δέντρα στο πάρκο είχαν πλαγιάσει. Είμαι σίγουρος ότι άκουσα αυτοκίνητα να σηκώνονται και να εκσφενδονίζονται. Το πυκνό νέφος από πάνω μας άρχισε να διαλύεται και ένα ουράνιο τόξο έκανε δειλά την εμφάνιση του μέσα από τα σύννεφα. Είδα τη γυναίκα μου, ελεύθερη πλέον και μεταμορφωμένη να πετάει μέσα στη λευκή, φωτεινή ακτίνα.

Οι Αρπύιες έκαναν την εμφάνισή τους πάλι, μεταμορφωμένες και αυτές σε πανέμορφες γυναίκες με φτερά και άρχισαν να πετούν γύρω της. Το Μάτι γέμισε με χρώματα και από το μαύρο της αβύσσου ήρθε το μπλε του ουρανού και της θάλασσας, που μαγεύει την Ελλάδα τα καλοκαίρια, και στο κέντρο του εμφανίστηκε ένα λευκό περιστέρι τυλιγμένο σε φλόγες.

«Άνοιξε τα μάτια σου», μου είπε, σαν να ήταν δίπλα μου, λίγο πριν περάσει στην άλλη πλευρά. «Άνοιξε τα μάτια σου στον νέο κόσμο».

Βιογραφικό

Ο Ξενόπουλος Βασίλειος γεννήθηκε το 1983 στη Θεσσαλονίκη. Την πόλη όπου μεγάλωσε, φοίτησε και πλέον δουλεύει. Παράλληλα, μιας και η ψυχή του είναι άγρια και δεν αρέσκεται σε αστικά τοπία, φεύγει έξω από την πόλη και την πραγματικότητα της, είτε στον φυσικό κόσμο, είτε στον άλλο κόσμο, αυτό των ιστοριών και των ποιημάτων. Οι μεταφυσικές ιστορίες βγαίνουν από μόνες τους, λες και είναι προδιαγεγραμμένο. Άλλωστε, η σύγχρονη πραγματικότητα είναι βαρετή.
Πρόσφατα δημοσίευσε ένα παραμύθι του, το ‘Έρως’, στο The Weird Side Daily και ένα ποίημα του στο Itravelpoetry. Παλαιότερα δημοσίευσε το «Η Κατερίνα των Νεκρών» με το ψευδώνυμο Xenowsky από τις ψηφιακές εκδόσεις Σαΐτα και το «Το Όνειρο Ενός Αστέγου» από της ψηφιακές εκδόσεις 24 γράμματα.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά