Διήγημα: “Η σβούρα” του Γιώργου Χαμέτη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Η σβούρα” του Γιώργου Χαμέτη συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ήταν πάλι μέσα στο αυτοκίνητο. Αυτή τη φορά ήταν οι δυο τους. Ξαφνικά ο Ορέστης άνοιξε την πόρτα και άρχισε να τρέχει.

«Περίμενε», του φώναξε εκείνη απελπισμένα. Εκείνος όμως συνέχιζε και όσο και να προσπαθούσε η Σοφία δεν μπορούσε να τον φτάσει.

«Μαμά, τη σβούρα», φώναξε και μετά εξαφανίστηκε…

Η Σοφία πετάχτηκε από το κρεβάτι αλαφιασμένη. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το δέρμα της, ενώ ένοιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά. Της πήρε κάποια δευτερόλεπτα μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι αυτό που βίωσε ήταν ένα ακόμα κακό όνειρο. Μόνο που αυτή την φορά ήταν διαφορετικά. Της φάνηκε πιο αληθινό από τις προηγούμενες φορές. Κοίταξε γύρω της. Ήταν ακόμα νύχτα. Ο Πέτρος κοιμόταν δίπλα της.

«Μαμά, τη σβούρα».

Αυτή η φράση στριφογύριζε στο μυαλό της. Αποφάσισε να πάει στο δωμάτιο του. Κάθε φορά που πήγαινε εκεί, ένας κόμπος έδενε το στομάχι της. Μπήκε μέσα. Το δωμάτιο ήταν άδειο και τα πάντα ήταν τοποθετημένα σε κούτες. Έπρεπε να βρει την κούτα που ήταν κρυμμένη η σβούρα. Ασυναίσθητα το χέρι της άγγιξε μία συγκεκριμένη κούτα. Σαν κάποιος ή κάτι να την βοηθούσε στην αναζήτηση της.

Άνοιξε βιαστικά την κούτα και προς μεγάλη της έκπληξη η σβούρα βρισκόταν εκεί…

Ο Πέτρος τέντωσε το πόδι του στο κρεβάτι προς την μεριά της Σοφίας, προσπαθώντας ν αγγίξει το πόδι της. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι εκείνη δεν βρισκόταν εκεί. Έβαλε το χέρι του στην μεριά της και ήταν παγωμένη. Πρέπει να έλειπε ώρα. Έτριψε τα μάτια του και σηκώθηκε με αργές κινήσεις. Είχε ξημερώσει. Κινήθηκε νωχελικά προς το σαλόνι, αλλά είδε φως στο παιδικό δωμάτιο και άλλαξε κατεύθυνση. Όταν έφτασε έξω από το παιδικό δωμάτιο άκουσε φωνές από μέσα. Κοντοστάθηκε σαστισμένος. Άνοιξε απότομα την πόρτα και είδε την Σοφία να κάθεται ξυπόλητη στο πάτωμα κρατώντας στα χέρια της την σβούρα.

«Σοφία, τι κάνεις εδώ; Με ποιον μιλούσες;»

Εκείνη σήκωσε το βλέμμα με μάτια κατακόκκινα από το κλάμα.

«Με τον γιο μας».

Ο Πέτρος ξεροκατάπιε.

«Αγάπη μου, ο γιος μας…έχει πεθάνει…»

Είχαν περάσει σχεδόν 3 χρόνια από εκείνο το καταραμένο βράδυ. Για να γιορτάσουν την προαγωγή του, είχαν αποφασίσει να πάνε για φαγητό σ’ ένα ακριβό εστιατόριο. Εκείνος, η Σοφία και ο πεντάχρονος γιος τους, ο Ορέστης. Στην επιστροφή για το σπίτι σταμάτησαν για παγωτό έξω από μία υπαίθρια καντίνα. Ο Πέτρος κατέβηκε από το αυτοκίνητο για να πάρει τα παγωτά. Ο Ορέστης έβγαλε τη ζώνη του για να παίξει με την αγαπημένη του σβούρα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ένα αυτοκίνητο με ιλιγγιώδη ταχύτητα χτύπαγε το αυτοκίνητο τους. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και ο μικρός πέθανε ακαριαία. Η Σοφία έχασε τις αισθήσεις της από τη σύγκρουση. Ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου κατέληξε στο δρόμο για το νοσοκομείο. Οδηγούσε βιαστικά για να προλάβει την γέννηση της κόρης του. Μία νύχτα, δύο θάνατοι και μία γέννα…

Το πρώτο διάστημα ήταν πολύ δύσκολο. Θλίψη και πόνος για την τεράστια απώλεια. Ο Πέτρος επισκέφτηκε ψυχολόγο, ενώ έπεσε και με τα μούτρα στη δουλειά για να ξεχάσει. Σχετικά σύντομα, το είχε αφήσει πίσω του. Η Σοφία αρνήθηκε κάθε βοήθεια και κλείστηκε στον εαυτό της. Δεν έβγαινε καθόλου από το σπίτι και έδειχνε σημεία παραίτησης. Ο Πέτρος γύριζε στο σπίτι αργά το βράδυ και η Σοφία έμοιαζε σαν ζωντανή νεκρή. Προσπάθησε να τη συνεφέρει. Δοκίμασε όλους τους τρόπους. Της πρότεινε να πάνε ένα ταξίδι, να επισκεφτούν μαζί ψυχολόγο, να κάνουν παιδί. Εκείνη ζητούσε χρόνο. Τρία χρόνια μετά και τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η Σοφία είχε βουτηχτεί σε μία βαθιά μελαγχολία και δεν φαινόταν πρόθυμη να βγει από αυτή. Το τελευταίο διάστημα τα πράγματα είχαν γίνει χειρότερα. Ο Πέτρος πια είχε σταματήσει ν’ ασχολείται μαζί της. Ένοιωθε πλέον έτοιμος για ένα νέο ξεκίνημα και η γοητευτική γραμματέας του φαινόταν μία πολύ καλή αφετηρία…

Η Σοφία άκουσε το ξυπνητήρι να χτυπάει, αλλά παρέμεινε ξαπλωμένη. Περίμενε να ετοιμαστεί ο Πέτρος για την δουλειά και όταν άκουσε την εξώπορτα να κλείνει, τότε μόνο σηκώθηκε από το κρεβάτι. Έριξε μια φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη στο μπάνιο. Το θέαμα ήταν αποκαρδιωτικό. Μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια της, μαλλιά ατημέλητα και σώμα παρατημένο. Αυτά όμως δεν είχαν σημασία πια για την Σοφία. Το μόνο που την ένοιαζε ήταν ο γιος της. Τις τελευταίες μέρες τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά. Άνοιξε την πόρτα του παιδικού δωματίου. Το μάτι της πήγε στο αγαπημένο παιχνίδι του γιου της, τη σβούρα. Του την είχε πάρει δώρο στα τρίτα του γενέθλια. Την έπαιρνε πάντα μαζί του όταν έβγαιναν από το σπίτι. Κάθισε στο πάτωμα και την κοίταξε προσεκτικά. Ήταν μία πολύχρωμη μεγάλη σβούρα με ζωάκια του αγρού ζωγραφισμένα στα τοιχώματά της. Όταν την έστριψε έγινε αυτό που τόσο λαχταρούσε. Ο Ορέστης εμφανίστηκε μπροστά της! Ήταν ο γιος της, ίδιος όπως τον θυμόταν, αλλά ταυτόχρονα ήταν και κάπως διαφορετικός. Αγέλαστος, σοβαρός, δύσκαμπτος. Η Σοφία τον αγκάλιασε σφιχτά κλαίγοντας με αναφιλητά, ενώ ζεστά δάκρυα κατρακυλούσαν από τα μάτια της.

«Αγοράκι μου γλυκό. Πόσο μου λείπεις…»

«Δεν έχω πολύ χρόνο. Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις».

«Μην μου το ζητάς αυτό. Σε παρακαλώ. Δεν μπορώ να…»

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος».

Η σβούρα σταμάτησε την κίνησή της και ο Ορέστης όσο ξαφνικά εμφανίστηκε, το ίδιο ξαφνικά εξαφανίστηκε. Η Σοφία έμεινε ασάλευτη να κοιτάζει το κενό.

Ο Πέτρος καθόταν σκεφτικός στο γραφείο του. Είχε πάρει την απόφαση του, αλλά δεν ήξερε τα κατάλληλα λόγια που έπρεπε να βγάλει από το στόμα του για να την ανακοινώσει στη Σοφία. Βλέπεις, η ψυχική κατάσταση της γυναίκας του τον ανησυχούσε και δεν ήθελε να της κάνει μεγαλύτερο κακό. Όμως ο Πέτρος ήθελε να είναι ειλικρινής μαζί της, όπως ήταν πάντα και να μην υποκρίνεται. Δεν άντεχε πλέον αυτή την κατάσταση, με τη Σοφία σε στιγμές παραφροσύνης να του λέει παλαβομάρες ότι μιλούσε μέσω μίας σβούρας με τον νεκρό γιο τους! Αγαπούσε τη γυναίκα του, είχε πονέσει για την απώλεια του γιου του, αλλά είχε έρθει ο καιρός να προχωρήσουν. Και αφού η γυναίκα του δεν ήθελε ή δεν μπορούσε, θα το έκανε χωρίς αυτήν. Ο Πέτρος ήταν σε μία παραγωγική ηλικία, όντας πολύ γοητευτικός, με ωραίο σώμα και πέραση στις γυναίκες και δεν είχε σκοπό να βυθιστεί στο έρεβος σκότος της γυναίκας του. Αν συνέχιζε σε αυτό τον γάμο, το πιθανότερο σενάριο θα ήταν να απατούσε τη Σοφία και αυτό δεν ήθελε με τίποτα να της το κάνει. Σηκώθηκε αποφασιστικά. Θα της το έλεγε απόψε.

Όταν έφτασε στο σπίτι ο Πέτρος, η αποφασιστικότητα του είχε πάει περίπατο.

«Μην δειλιάσεις», μουρμούρισε και άνοιξε την πόρτα.

«Ήρθες, αγάπη μου;» ακούστηκε η γλυκιά φωνή της Σοφίας.

«Αγάπη μου…» Είχε τόσο καιρό να ακούσει τη Σοφία να τον προσφωνεί έτσι.

«Ήρθα, μωρό μου», της απάντησε μ’ ένα τρόπο τόσο μηχανικό που ξαφνιάστηκε ακόμα και ο ίδιος.

«Είμαι στην κουζίνα. Έλα».

Κινήθηκε με βαριά βήματα προς την κουζίνα και τότε την είδε. Φορούσε ένα στενό κόκκινο φόρεμα που της είχε πάρει εκείνος στα γενέθλια της, είχε τα μαλλιά της λυμένα με τις ξανθές μπούκλες της λαμπερές να ξεχωρίζουν, ενώ είχε κάνει ένα βάψιμο που έκρυβε τους μαύρους κύκλους και τόνιζε το γαλανό χρώμα των ματιών της. Ήταν πανέμορφη, όπως παλιά! Ο Πέτρος είχε μείνει έκθαμβος να την κοιτάζει. Κόντευε να ξεχάσει πόσο όμορφη γυναίκα ήταν. Ήταν εκείνο το κορίτσι που είχε ερωτευτεί παράφορα και είχε εγκαταλείψει τα όνειρα για καριέρα στο εξωτερικό για χάρη της. Στεκόταν εκεί και του χαμογελούσε.

«Δεν θα πεις κάτι;» τον ρώτησε.

«Σοφία μου, είσαι πανέμορφη».

Τότε παρατήρησε το τραπέζι που είχε φτιάξει η Σοφία. Κεράκια, κρασί, επίσημα σερβίτσια και το αγαπημένο του φαγητό να μοσχομυρίζει.

«Γιορτάζουμε κάτι;» τη ρώτησε ξαφνιασμένος.

«Είναι έκπληξη. Θα το μάθεις στο τέλος της βραδιάς», του απάντησε κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι της.

Η βραδιά κύλησε υπέροχα. Η Σοφία μετά από καιρό φαινόταν πάλι καλοδιάθετη και φυσιολογική και ο Πέτρος χαιρόταν πολύ για αυτό. Δεν είχε σκοπό να της πει απόψε την απόφασή του και να χαλάσει τις όμορφες στιγμές που περνούσε μαζί της. Έλπιζε μόνο να μην ήταν κάτι παροδικό και να μην χρειαζόταν ποτέ να κάνουν αυτή τη δυσάρεστη κουβέντα. Μετά το φαγητό, πήραν τα ποτήρια τους και κάθισαν δίπλα στο τζάκι. Ο Πέτρος έβαλε ένα δίσκο της Aretha Franklin στο πικάπ και ζήτησε από την Σοφία να χορέψουν. Ήταν και οι δύο ζαλισμένοι από το ποτό και μπέρδευαν τα βήματα τους, γελώντας και τραγουδώντας παράταιρα. Στο τρίτο τραγούδι είχαν σταματήσει το χορό και είχαν αγκαλιαστεί. Στο “Baby I love you” ένωσαν τα χείλη τους. Όταν ξεκίνησε το «Do right woman – Do right man”, ο Πέτρος σήκωσε στα χέρια του την Σοφία και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Έκαναν έρωτα με πάθος, όπως παλιά. Όταν τελείωσαν, η Σοφία πήγε στην κουζίνα και επέστρεψε με 2 ποτήρια κρασί στο χέρι. Ο Πέτρος άναψε ένα τσιγάρο, ήπιε μία γουλιά από το κρασί και είπε στην Σοφία χαμογελώντας:

«Και να σκεφτείς ότι ήρθα σήμερα στο σπίτι για να σου πω ότι θέλω να χωρίσουμε».

Η Σοφία τον κοίταξε ξαφνιασμένη, ανταποδίδοντας ένα αμήχανο χαμόγελο.

«Με συγχωρείς. Δεν έπρεπε να στο πω αυτό. Εγώ…»

«Δεν πειράζει. Είπες αυτό που ένιωθες», τον διέκοψε.

«Δεν μου έχεις πει ακόμα τι γιορτάζουμε», τη ρώτησε προσπαθώντας ν’ αλλάξει θέμα, ενώ γευόταν μία ακόμα γερή γουλιά από το κρασί.

«Βρήκα ένα τρόπο να είμαστε ξανά μαζί… Οι τρεις μας», ψιθύρισε.

«Τι εννοείς, Σοφία; Νομίζω ότι τα έχουμε πει αυτά. Πρέπει να προχωρήσουμε».

«Σςςς», του ψιθύρισε ξανά.

Ο Πέτρος πήγε να της πει κάτι ακόμα, αλλά ένιωσε τα βλέφαρα του να κλείνουν. Η τελευταία εικόνα που είχε ήταν από την Σοφία να τον κοιτάζει. Σε λίγα δευτερόλεπτα είχε πέσει σε βαθύ ύπνο…

Όταν ξύπνησε ο Πέτρος είχε πια μεσημεριάσει. Είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο και μία δυσάρεστη γεύση στο στόμα. Ανοιγόκλεισε με δυσκολία τα μάτια του. Το βλέμμα του κινήθηκε στον χώρο και τότε εντόπισε την Σοφία. Καθόταν στην πολυθρόνα δίπλα στην πόρτα και τον κοιτούσε. Στα χέρια της κρατούσε τη σβούρα του Ορέστη. Ο Πέτρος δοκίμασε να σηκωθεί και διαπίστωσε ότι κάτι τον κρατούσε στο κρεβάτι. Ήταν δεμένος χειροπόδαρα!

«Σοφία! Τι σημαίνει αυτό;» τη ρώτησε έκπληκτος.

Η Σοφία σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα, κάθισε δίπλα στον αποσβολωμένο Πέτρο και γύρισε τη σβούρα πάνω στο κομοδίνο. Ξαφνικά εμφανίστηκε στην πόρτα ο Ορέστης.

«Τον βλέπεις;» ρώτησε με έξαψη η Σοφία.

«Ποιον;» απόρησε ο Πέτρος.

«Τον γιο μας. Δεν τον βλέπεις;»

«Αγάπη μου, δεν υπάρχει κανείς!»

«Μην το λες αυτό», του ούρλιαξε.

Ο Πέτρος δοκίμασε να ελευθερώσει τα χέρια του, αλλά ήταν αδύνατο. Η Σοφία είχε κάνει επαγγελματική δουλειά.

«Δεν θέλει να με δει», μίλησε με σιγανή φωνή ο Ορέστης. «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις».

«Μην το λες αυτό, σε παρακαλώ», είπε με σπασμένη φωνή η Σοφία.

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος και το ξέρεις».

Ο Πέτρος έβλεπε τη Σοφία σε παράκρουση να μιλάει μόνη της και άρχισε να χάνει την υπομονή του.

«Λύσε με, που να σε πάρει!» φώναξε.

«Θέλει να μας αφήσει και να φύγει. Θα μας ξεχάσει», τσίριξε ο Ορέστης.

«Λύσε με!»

«Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις…»

Η Σοφία ανέβηκε πάνω στον Πέτρο και έφερε τα χέρια της στον λαιμό του.

«Μην το κάνεις αυτό, αγάπη μου», της είπε, αλλά η Σοφία πλέον δεν τον άκουγε.

Έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να τον σφίγγει μέχρι που το σώμα του Πέτρου σταμάτησε να πάλλεται. Σηκώθηκε από πάνω του και αγκάλιασε τον Ορέστη.

«Ξέρεις τι άλλο πρέπει να κάνεις», της ψιθύρισε ο γιος της.

Η Σοφία ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Πήρε τη σβούρα στα χέρια της και κατευθύνθηκε προς το μπαλκόνι. Πριν πηδήξει κοίταξε πίσω της και είδε τον Ορέστη να της χαμογελάει. Τώρα πια θα ήταν για πάντα μαζί.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Γεννήθηκα πριν από 45 χρόνια σε ένα μαιευτήριο του Πειραιά. Μεγάλωσα στη Νίκαια σαν βέρος Πειραιώτης, γαύρος και μάγκας, αλλά ευτυχώς δεν κατέληξα στα κεντρικά της Αλεξάνδρας. Γιος ναυτικού αποφάσισα από μικρός να μην γίνω ναυτικός για να μην λείπω στα παιδιά μου. Αν και προέρχομαι από θρησκευόμενη οικογένεια, μεγαλώνοντας απέκτησα μία απέχθεια για τις θρησκείες γιατί ήθελα να είμαι ελεύθερος. Καλός μαθητής, στα όρια του φυτού, πέρασα από λάθος στο μηχανογραφικό, στο ΤΕΙ της Πάτρας στο τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων και σαν καλός «τουρίστας» έμαθα όλα τα σφηνάκια στο εργαστήριο Μπαρ – Ποτά που κάναμε στη σχολή στις 9 το πρωί. Παρόλες τις καταχρήσεις και τις πολιτικές επαναστάσεις που νόμιζα ότι έκανα, ολοκλήρωσα σε ικανοποιητικό χρόνο τις σπουδές μου, χωρίς την βοήθεια των ανώνυμων αλκοολικών και αφέθηκα στην αγκαλιά του ελληνικού στρατού. Εκεί έμαθα πολύ καλά ότι όπου τελειώνει η λογική ξεκινάει ο στρατός και είμαι πολύ ευχαριστημένος που απολύθηκα χωρίς ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα. Στο παρελθόν έχω κάνει κάποιες απίθανες δουλειές, όπως ασφαλιστής σε αυτοκίνητα, διανομέας φυλλαδίων, φύλακας σε εργοστάσιο, σερβιτόρος σε καφενείο και κομπάρσος. Τα τελευταία χρόνια βιοπορίζομαι στη βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό, με ελαφρύ όμως μισθό. Δούλεψα σε ξενοδοχεία στην Σάμο, στην Σαντορίνη, στην Μύκονο, στην Αθήνα και πλέον εργάζομαι σε ξενοδοχείο στον Πειραιά. Η ενασχόληση μου με τον τουρισμό μου άνοιξε τους ορίζοντες και γνώρισα κόσμο από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Παντρεμένος με μία ηρωίδα, με 2 αγοράκια και με στεγαστικό δάνειο προσπαθώ να επιβιώσω και ονειρεύομαι το Τζόκερ και την σύνταξη. Μέχρι να γίνει αυτό διαβάζω βιβλία μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας, βλέπω ταινίες τρόμου και ακούω black metal για να πάρω έμπνευση. Γράφω στιχάκια και μικρές ιστοριούλες και ονειρεύομαι ένα ουτοπικό κόσμο χωρίς πατρίδες και θρησκείες, όπου όλοι θα είναι ίσοι και ελεύθεροι.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά