Διήγημα: ”Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου” της Μαρίας Κοσμανίδου

by Nyctophilia

Το διήγημα της Μαρίας Κοσμανίδου “Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Δεν ξέρω καν πώς βρέθηκα εδώ! Με θυμάμαι στην Καραϊβική, ξαπλωμένη στην παραλία, να διαβάζω και να πίνω Dark n’ Stormy. Τώρα βρίσκομαι ξαπλωμένη επάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, δεμένη με δερμάτινους ιμάντες, να επεξεργάζομαι την οροφή. Είναι γεμάτη σκοροφαγωμένα δοκάρια που στηρίζουν μια αχυρένια σκεπή. Οι αράχνες έχουν υφάνει πολύ πυκνούς ιστούς που μοιάζουν με δαντελένια σεντόνια. Ωπ! Να και δυο ποντικάκια που ισορροπούν στο τριμμένο ξύλο και με περιεργάζονται! Ίσως…

Μα τι λέω, είμαι στα καλά μου; Πώς βρέθηκα εδώ, γιατί είμαι δεμένη; Κι αυτή η απαίσια μυρωδιά, σαν κουτσουλιές και αλκοόλ, μου φέρνει αναγούλα. Δεν μπορώ να επεξεργαστώ τον χώρο γιατί, εκτός από το γεγονός πως έχει μισοσκόταδο, είναι και το κεφάλι μου δεμένο. Ποιος με έχει ακινητοποιήσει έτσι και γιατί; Μα τι είναι αυτό που ακούγεται; Σαν σκεβρωμένοι μεντεσέδες που έχουν χρόνια να λαδωθούν. Δεν μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου και αυτό με τρελαίνει. Ω, διάολε, τι είναι αυτό το μαύρο πράμα που έχει καθίσει επάνω στο στήθος μου; Δεν μπορώ να διακρίνω καλά γιατί το σκοτάδι έχει πυκνώσει και τα δάκρυα θολώνουν την όρασή μου.

Νιώθω μια σκοτεινή παρουσία να με πλησιάζει. Αυτό είναι, έχω πέσει θύμα απαγωγής και τώρα θα με βασανίσουν Καλύτερα να βάλω τις φωνές. “Βοήθεια, κάποιος να με σώσει, με σκοτώνουν!” Το βρωμοπούλι που καθόταν στο στήθος μου τρόμαξε κι έφυγε. Ναι, κοράκι ήταν. Ας συνεχίσω τις φωνές, μήπως φύγει κι αυτός που έρχεται κατά πάνω μου! “Βοήθεια!”.

Με αυτόν δεν πιάνει γιατί μου είπε να σωπάσω, δεν με ακούει κανείς. Μου έλυσε το κεφάλι και μπορώ να τον δω. Μοιάζει σοβαρός, καλοντυμένος θα έλεγα, με ρούχα σαν αυτά της εποχής του 1800. Έχει μαύρα καλοχτενισμένα μαλλιά και μουστάκι, το βλέμμα του είναι λίγο θλιμμένο και κάποιον μου θυμίζει… Αλλά ποιον;

Τι είναι αυτά που μου λέει, να μην τρομάζω γιατί αυτό που μου συμβαίνει δεν είναι αληθινό; Πως είμαι “ένα όνειρο μέσα σε όνειρο”; Τι εννοεί; Και τι είναι αυτό που κρατάει στα χέρια του, μελανοδοχείο; Μα, γιατί κυνηγάει το πουλί; Τελικά το στρίμωξε σε μια γωνιά και το ξεπουπουλιάζει! Όχι, του έβγαλε μόνο ένα φτερό και με πλησιάζει και πάλι.

Όταν έφυγε, λέει, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την τελευταία του εξομολόγηση στον φυσικό κόσμο και θα πρέπει να τον βοηθήσω να το κάνει. Μα δεν μπορώ να καταλάβω τι μου λέει, έτσι όπως έχει σταθεί από πάνω μου, μια τρομακτική φιγούρα… Έχει παραλύσει το μυαλό μου. Μα τι κάνει, βουτάει το φτερό μέσα στο μελάνι; Δεν είμαστε με τα καλά μας, γράφει επάνω στο σώμα μου, λες και είμαι λευκή κόλλα. Τα μάτια του έχουν γίνει διάφανα, λαμπυρίζουν ένα αχνό γαλάζιο φως.

Ευτυχώς νιώθω μόνο ένα μικρό τσίμπημα, γιατί αυτόν εδώ τον έχει πιάσει οίστρος και δεν σταματά να γράφει. Το βρωμοπούλι δεν έχει σταματήσει να κράζει, κι αν μπορούσα να το πιάσω στα χέρια μου…

Τι κι αν φωνάζω, δεν ακούει τίποτα, είναι εντελώς στον κόσμο του. Τώρα σταμάτησε και με κοιτάει. Τα μάτια του έγιναν και πάλι φυσιολογικά. Να γυρίσω πίσω, μου λέει, και να τελειώσω αυτό που εκείνος άρχισε Και ποιο είναι αυτό, τον ρωτάω, μα εκείνος δεν απαντάει, γυρίζει το κεφάλι και φεύγει. Το πουλί τον ακολουθεί και τα πάντα πίσω του μοιάζουν να εξαϋλώνονται. Σαν μαύρος κομήτης που κινείται απελπιστικά αργά και το σκοτεινό δωμάτιο, με ό,τι αυτό περιέχει, να τον ακολουθεί σαν ουρά. Εγώ ουρλιάζω και χτυπιέμαι! “Μη φεύγεις, λύσε με, τι είναι αυτό που θέλεις να κάνω;” Ζαλίστηκα από τις φωνές, το κεφάλι μου πονάει φρικτά και νομίζω πως θα λιποθυμήσω…

Ανοίγω τα μάτια μου σιγά σιγά. Το δυνατό φως με τυφλώνει και προσπαθώ να προστατευτώ με τα χέρια. Πρέπει να με πήρε ο ύπνος, δεν εξηγείτε αλλιώς, ο δυνατός ήλιος και το ρούμι με χτύπησαν στο κεφάλι! Ήδη άρχισα να νιώθω καλύτερα με το που άρχισα να περπατώ. Ευτυχώς το ξενοδοχείο είναι κοντά και δεν θα χρειαστεί να περπατήσω μέσα στον ήλιο.

Βγάζω τα ρούχα μου και μόλις αντικρίζω το κορμί μου, μου έρχεται σκοτοδίνη! Όλο μου το σώμα είναι γεμάτο μαύρο μελάνι. Κοιτάζω με τρόμο στον καθρέφτη και βλέπω γραμμένο στο μέτωπό μου πέντε ονόματα. Προσπαθώ με λύσσα να σκουπίσω τις μαυρίλες με μια τραχιά πετσέτα, μα το μόνο που καταφέρνω είναι να γδάρω το δέρμα μου.

Κοντεύει να μου σαλέψει. Δεν ήταν εφιάλτης τελικά; Ή μήπως συνεχίζεται ακόμα; Ντύνομαι βιαστικά, μαζεύω τα πράγματά μου και κατεβαίνω στη ρεσεψιόν. Πρέπει να γυρίσω σπίτι και ν’ αρχίσω ξανά τη θεραπεία με την ψυχολόγο. Περπατώ με το κεφάλι χαμηλωμένο, μα κανείς δεν μου δίνει σημασία. Μήπως δεν βλέπει κανείς άλλος αυτό που βλέπω εγώ; Βγάζω τη ζακέτα και τα χέρια μου, με την όψη χειρόγραφου, δεν μοιάζει να ενδιαφέρουν κανένα.

Φτάνω στο σπίτι κατάκοπη και κλείνω ραντεβού με τη γιατρό. Πηγαίνω στο μπάνιο και βρίσκω γραμμένο στον καθρέφτη ‘”Ξεκίνα τώρα'” με μαύρα γράμματα. Δε μπορώ να περιμένω το ραντεβού, θα πάω τώρα στη γιατρό. Τα πόδια μου όμως δεν με βαστούν και σωριάζομαι στο πάτωμα. Το δωμάτιο ξαφνικά παγώνει και σκοτεινιάζει. Ένα κοράκι εμφανίζεται από το πουθενά, κρατώντας στο ράμφος του ένα μικρό σημειωματάριο. Το ρίχνει πάνω μου και εξαφανίζεται μαζί με το σκοτάδι και την παγωνιά. Ανοίγω με απορία το σημειωματάριο και βρίσκω γραμμένα, με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα που είναι γραμμένο όλο μου το κορμί, τα πέντε ονόματα. Κάτω από το κάθε ένα ξεχωριστά οδηγίες για το πού θα τον βρω.

Το πρώτο όνομα το γνωρίζω, είναι ο δήμαρχος της πόλης που πέθανε πριν δυο μήνες. Οι οδηγίες μού λένε να πάω στο νεκροταφείο και να πάρω μέσα από τον τάφο του ένα μεταλλικό βαλιτσάκι. Το κάνω, είναι βράδυ, την ώρα που εκεί δεν κυκλοφορεί κανείς. Σκάβω και το βρίσκω στην αγκαλιά του νεκρού. Όλη αυτή την ώρα μέσα μου έχω πάθει υστερία, μα το σώμα μου δουλεύει μηχανικά. Γυρίζω σπίτι και πέφτω λιπόθυμη.

Έχω συγκεντρώσει και τα τέσσερα βαλιτσάκια, από τέσσερις ξεχωριστούς τάφους, ένα κάθε βράδυ, και οι οδηγίες λένε ν’ αντιγράψω αυτά που είναι γραμμένα στο κορμί μου. Μόλις ξεκινώ ανακαλύπτω πως ότι γράφω στο χαρτί, αυτομάτως σβήνεται από πάνω μου. Τελειώνω σχεδόν και νιώθω εξουθενωμένη, μα έχει απομείνει κάτι ακόμα να γίνει. Ανοίγω τα βαλιτσάκια και βρίσκω μέσα, όμοια με το δικό μου, χειρόγραφα. Τα τοποθετώ σ’ ένα φάκελο και γράφω επάνω το τελευταίο όνομα της λίστας. Συνειδητοποιώ πως είναι το όνομα της ψυχολόγου μου. Προσπαθώ να κοιμηθώ, μα δεν τα καταφέρνω.

Ξημέρωσε και πηγαίνω στο ραντεβού με τη γιατρό, με τον φάκελο μέσα στην τσάντα μου. Μόλις της τον παραδίδω, τον αρπάζει δίχως ερωτήσεις. Ξαφνικά το ιατρείο παγώνει και τα μάτια της γιατρού γίνονται κατάμαυρα. Κάτι με ωθεί… Της αρπάζω τον φάκελο από τα χέρια και τη σπρώχνω έξω από το ανοιχτό παράθυρο. Πέφτει από τον πέμπτο όροφο επάνω σ’ ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο και ο συναγερμός αρχίζει να χτυπά σαν τρελός. Δεν προσπαθώ να τρέξω, ούτε να ξεφύγω, απλά κοιτάζω αποσβολωμένη στην άκρη του δωματίου τον καλοντυμένο κύριο με το μουστάκι να μου λέει:

-Ήταν η τελευταία απόγονος του  Ρούφους Ουίλμοτ Γκριζγουόλντ.

Βρίσκομαι στο εντευκτήριο όπου συναθροίζονται οι τρόφιμοι της ψυχιατρικής κλινικής. Η τηλεόραση δείχνει τις ειδήσεις και ο παρουσιαστής αναφέρει σοκαρισμένος το νέο:

-Διάσημη ψυχολόγος δολοφονείται από ασθενή της, ενώ στην κατοχή της βρέθηκε το τελευταίο χειρόγραφο έργο του Έντγκαρ Άλλαν Πόου, χαμένο για πάνω από 170 χρόνια. Μετά από έρευνα, επιβεβαιώθηκε πως το χειρόγραφο είναι αυθεντικό, αλλά παραμένει το ερώτημα: Πώς βρέθηκε στα χέρια της δολοφόνου; Η ίδια ισχυρίζεται πως δεν γνωρίζει. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, η ψυχοπαθής γυναίκα συνεχώς μονολογεί “Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου”.


προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά