Διήγημα: “Μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς” της Ισαβέλλας Πρίτσα

by Nyctophilia

Το διήγημα “Μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς” της Ισαβέλλας Πρίτσα συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Μια μέρα ξύπνησα κι είχα όλες αυτές τις χάρτινες λέξεις στο μυαλό μου. Σκέψεις και συναισθήματα, ιδέες και όνειρα. Λες και ξαφνικά άρχισα να αναπνέω, μετά από ένα μακροβούτι, ο αέρας γέμιζε το σώμα και το νου μου. Κι όλα φάνταζαν πιο φωτεινά και ξεκάθαρα. Λες κι είχα όλα αυτά τα πράγματα που ήθελα να πω, χωρίς να το ξέρω ακόμα, βλέποντάς τα όμως τα αναγνώριζα, ήταν οι ιδέες των ονείρων μου.

Λένε πως είχα ένα ατύχημα, με τη μηχανή μου, πριν δυο μήνες. Κανείς δε μου λέει τις λεπτομέρειες, οπότε υποθέτω πως έφταιγα εγώ.Oι άνθρωποι το κάνουν αυτό συνήθως, ξαφνικά “ξεχνάνε” κάτι που τους ενοχλεί, ή τους ταράζει. Υποκριτές. Έτσι λέει ο καινούργιος, καλλιτεχνικός εαυτός μου.

Βέβαια κι εγώ είμαι λίγο υποκριτικός. Μετά το ατύχημα έπεσα σε κώμα. Έσπασα μερικά κόκαλα και ξύπνησα κενός… και καλλιτεχνικός. Κενός από αναμνήσεις, μολαταύτα οπισθοδρομική αμνησία (ή κάτι τέτοιο).Οπότε παρά την καλλιτεχνική μου αφύπνιση δεν ξέρω τι άτομο ήμουν πριν το ατύχημα. Μερικές φορές ανατριχιάζω στη σκέψη… πως μπορεί να ήμουν κάποιος που μισούσα.

Αυτό θα το αλλάξω. Δεν ξέρω ποιος ήμουν αλλά αυτό το άτομο πέθανε, κι ίσως τώρα να ήρθε ο καιρός για μια νέα αρχή. Αστείο και μίζερο συνάμα…Να είμαι δεκαεφτά και να αμφισβητώ το παρελθόν, να ονειρεύομαι ένα ουτοπικό μέλλον. Επαναστάτης χωρίς αιτία, επαναστατώ απέναντι σ’ εμένα.

Μετά από λίγες ημέρες γυρίζω στο σχολείο, όπου όλοι είναι πολύ φιλικοί. Υπερβολικά φιλικοί. Σαν να με θεωρούν λίγο χαζό και λίγο εύθραυστο, κάτι λιγότερο από αυτό που βλέπουν, κάτι που αφήνουν να υπάρχει χωρίς να το πολυενοχλούν. Μειδιώ στη σκέψη κι αναρωτιέμαι αν ήμουν πάντοτε τόσο κυνικός.

Την πρώτη μέρα με αφήνουν να καθίσω όπου θέλω. Χωρίς υποδείξεις για να μην ταράξουν τη διαδικασία “επανένταξης” της μνήμης και του σώματός μου. Ουσιαστικά κανείς δεν θέλει να μπλεχτεί με το “άρρωστο” παιδί. Το κατανοώ, κι επωφελούμαι φυσικά. Διαλέγω το τελευταίο θρανίο στο παράθυρο. Το πιο ζωγραφισμένο. Για μια νέα αρχή… απομόνωσης και περισυλλογής.

Ο καθηγητής δεν χαίρεται ιδιαίτερα, αλλά τι να κάνουμε; Κάθομαι κι ανοίγω το ελαφρώς σκισμένο. Έχει μια αστεία ζωγραφιά δίπλα στο βιβλίο μου. Γελάω ασυναίσθητα κι αρχίζω να παρατηρώ το θρανίο μου. Στίχοι από τραγούδια που δεν ξέρω, φράσεις, αστείες ιδέες. Νομίζω πως όποιος καθόταν πριν από εμένα εδώ ήταν εντελώς τρελός, και ιδιοφυής, και κάποιος που θα άξιζε να γνωρίσω. Γελάω και μουτζουρώνω το βιβλίο μου.

Δεν δίνω σημασία στην αρχή. Απλώς παρατηρώ κάτι στο θρανίο για λίγο και έπειτα γυρίζω στις σκέψεις μου. Κι οι μέρες περνούν και επικεντρώνομαι περισσότερο σ ‘αυτά που βλέπω γραμμένα. Πρώτα ψάχνω τα τραγούδια πίσω από τους στίχους. Τα ακούω. Κι ανατριχιάζω. Υπάρχουν στ’ αλήθεια τέτοια τραγούδια, τόσο συναισθηματικά, που να σε κάνουν να κλαις, να ερωτεύεσαι τη μουσική;

Κι ύστερα βλέπω τις ταινίες που αναφέρει. Κι ένα πρωί το νοιώθω… Τον αέρα στο πρόσωπό μου και να με κάνει να ανατριχιάζω, τον ήλιο που λάμπει ανάμεσα στα βλέφαρά μου, τον κόσμο που αλλάζει, την καρδιά μου που χτυπάει δυνατά. Γιατί αισθάνομαι και σκέφτομαι κι αναρωτιέμαι. Ξαφνικά όλες αυτές οι ιδέες χρωματίζουν το νου μου κι η ζωή φαίνεται βγαλμένη από το κόκκινο φίλτρο μιας γαλλικής ταινίας, ακόμα κι αν δε συμβεί τίποτα. Ακόμα κι αν είναι άλλη μια μέρα που θα πάω στο σχολείο.

Κι όσο αυτή η αίσθηση πληρότητας μεγαλώνει τόσο περισσότερο θέλω να γνωρίσω το άτομο που καθόταν στο θρανίο μου πριν έρθω εγώ. Να μοιραστώ αυτή την αίσθηση, λες και μόλις ξύπνησα απ’ το πιο όμορφο όνειρο κι όλη μου η ευτυχία είναι μια ανάσα μακριά. Πρέπει να γνωρίσω αυτό τον φανταστικό άνθρωπο. Κι έχω ένα σχέδιο!

Στη σύντομη μαθητική μου εμπειρία -που θυμάμαι- ξέρω πως μάλλον ήμουν δημοφιλής. Όλα τα κορίτσια με κοιτάνε όταν νομίζουν πως δεν προσέχω και τα αγόρια τους δε με έχουν ποτέ απειλήσει. Οπότε υποθέτω πως ήμουν κάποιος. Ο πρόεδρος της τάξης;

Πηγαίνω σ’ ένα διάλειμμα σε μια σχετικά ήσυχη κοπέλα και της μιλάω. Κι όταν χαλαρώνει τη ρωτάω ποιος καθόταν στο θρανίο μου πριν από μένα.

“Η Λίζα…”, λέει ελαφρώς ενοχλημένη. Μάλλον το σχέδιό μου δεν έπιασε και τόσο.

“Α… και τώρα τι παίζει μ’ αυτή; Είναι στην τάξη μας;”

“Όχι…”, λέει. “Έφυγε…”και πριν ρωτήσω κάτι άλλο φεύγει κι αυτή.

Περνάω τις επόμενες ημέρες χωρίς να το σκέφτομαι. Κι ύστερα η παράνοια χτυπάει. Σκέφτομαι να ψάξω τα στοιχεία της, να πάω να τη βρω ίσως. Δεν την ξέρω, κι ίσως με περάσει για τρελό. Ίσως είμαι τρελός. Αλλά… νομίζω πως την ερωτεύτηκα. Οι σκέψεις της είναι τόσο ονειρικές.

Σκέφτομαι πως αν την δω ίσως μου περάσει. Ίσως να είναι αυτό το φριχτό άτομο που θα μου κάνει μήνυση. Ίσως να μην αρέσει ούτε σε μένα. Κι έτσι την ψάχνω, για να πεισθώ πως πρέπει να σταματήσω να την ψάχνω.

Πάω στη σχολική βιβλιοθήκη και ψάχνω το περσινό λεύκωμα της τάξης μου. Να τη. Με μακριά πυρόξανθα μαλλιά κι ένα γεμάτο χαμόγελο. Το βλέμμα της να ταξιδεύει μίλια μακριά απ’ τη φωτογραφία, πίσω απ’ το σύμπαν. Αυτά τα πράσινα μάτια θαρρείς και ξέρουν τα μυστικά των ονείρων μου και μου γελάνε έτσι, για να μου δείξουν πως θα κρατήσουν το μυστικό μου.

Στο λαιμό της έχει ένα ασημένιο μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς. Γράφει “Λίζα” με καλλιγραφικά γράμματα. Σαχλό, αλλά της ταιριάζει. Γιατί αυτό το κορίτσι είναι αλλιώτικο απ’ όλα τ’ άλλα, κι ό,τι κι αν φορέσει θα διαφέρει.

Δεν το συνειδητοποιώ καν μα η καρδιά μου χτυπάει τόσο δυνατά. Έτοιμη να σπάσει. Νομίζω πως αν δεν τη βρω ίσως στ’ αλήθεια πεθάνω από ραγισμένη καρδιά. Κάτι τραγικό και ανόητο συνάμα. Ξεχνάω σχεδόν να κοιτάξω πώς ήμουν εγώ πέρυσι. Ίσως καλύτερα να μην είχα κοιτάξει. Νοιώθω επαναστατημένος νέος και δεν έχει αλλάξει τίποτα πάνω μου. Τα ίδια κόκκινα μαλλιά, το ίδιο βλέμμα απαξίωσης. Τρέχω απ’ τον εαυτό μου, για να συνειδητοποιήσω πως κάνω κύκλους τελικά. Όμως κάτι έχει αλλάξει, σωστά;

Ακολουθώ την ίδια τακτική και ρωτάω το ίδιο κορίτσι! Υπολογίζω στις ενοχές της και τη ρωτάω αν ξέρει πού έχει πάει η Λίζα.

“Άφησέ με ήσυχη”, λέει και μόνο που δεν τρέχει, οπότε ρωτάω το αμέσως κοντινότερο άτομο, τον Πάτρικ. Τον πιο περίεργο τύπο στην τάξη. Τον ντράμερ εκείνου του περίεργου συγκροτήματος. Είμαι απελπισμένος.

“Νομίζω πως δεν έχεις καταλάβει κάτι, Ιωσήφ”, μου λέει. “ Η Λίζα δεν πήγε κάπου… Πέθανε”, μου λέει και σταματάω ν’ αναπνέω για λίγο. Νομίζω πως πνίγομαι. Δε μπορώ ν’ αναπνεύσω, να καταπιώ. Πονάω. Στιγμιαία όλα σταματάνε κι ύστερα όλα ξαναρχίζουν.

“Ευχαριστώ”, λέω και φεύγω πριν πει κάτι άλλο. Τόσο νέα. Είναι αστείο…Είναι ο έρωτας της ζωής μου και πέθανε πριν καν τη γνωρίσω. Πριν προλάβω ν’ ακούσω τη φωνή της ή έστω μια της φράση. Πέθανε πριν καν ζήσει. Κι αυτό με μουδιάζει τόσο που αλλάζω εντελώς. Κρατάω το λεύκωμα αλλά αρχίζω να διαβάζω, να μελετάω, να γράφω.

Μετά το σχολείο ασχολούμαι με τη μουσική. Γράφω τραγούδια και πηγαίνω στο ωδείο. Έπαιζα κιθάρα παλιά ,κι ακόμα κι αν δεν το θυμάμαι τα χέρια μου το θυμούνται. Παίζω με συγκροτήματα και γράφω τραγούδια για εκείνη…την κοπέλα που δε γνώρισα ποτέ. Τελικά έγινα αυτό που όλοι πίστευαν, τρελός και καταθλιπτικός.

Η ζωή προχωρά κι εγώ αλλάζω. Μεγαλώνω. Μετακομίζω. Καθώς μαζεύω τα πράγματά μου βρίσκω ένα παλιό κουτί στο πατάρι. Απ’ το νοσοκομείο. Ίσως ήρθε ο καιρός να το ανοίξω. Τόσα χρόνια ζούσα χωρίς να σκέφτομαι τη ζωή πριν το ατύχημα, έτρεχα από ‘μένα. Κι ίσως ήρθε ο καιρός να σταματήσω να τρέχω από τον εαυτό μου.

Ανοίγω το κουτί. Το πρώτο που βλέπω είναι ένα ματωμένο τζην. Το αίμα έχει ξεραθεί και το παντελόνι είναι σκισμένο. Το βγάζω από το κουτί. Μάλλον θα το πετάξω. Και μαζί πέφτει και κάτι άλλο. Πριν προλάβω να το συνειδητοποιήσω ήδη δακρύζω. Ήδη σταματάω ν’ αναπνέω, καθώς τα ακροδάχτυλά μου το αγγίζουν.

Ένα ασημένιο μενταγιόν σε σχήμα καρδιάς. Στη μια μεριά γράφει “Λίζα” και στην άλλη “Ιωσήφ”. Το ανοίγω, κι έχει μια φωτογραφία μας, να φιλιόμαστε. Και θυμάμαι για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια. Τη θυμάμαι. Μας θυμάμαι.

Να πηγαίνουμε στο σινεμά και να βλέπουμε περίεργες κουλτουριάρικες ταινίες, ν’ αγκαλιαζόμαστε στην παραλία και να πετάμε πέτρες, να τρώμε σοκολατάκια στο σκοτάδι. Τη θυμάμαι να τραγουδάει τα τραγούδια μου, να κάνει γκριμάτσες σε περαστικούς, να μου λέει πως κάθε μικρή πλεξούδα των μαλλιών της είναι μια ευχή. Τη θυμάμαι και δεν έχω ιδέα πώς μπόρεσα να την ξεχάσω. Πώς μπόρεσα να συνεχίσω να ζω χωρίς εκείνη. Να συνεχίσω να αναπνέω. Να ονειρεύομαι. Πώς-μπόρεσα-Γιατί-Αυτή-Κι όχι-Εγώ;

Φόρεσα το μενταγιόν στον λαιμό μου, με τρεμάμενα χέρια. Κι ό,τι είχα σκεφτεί μέχρι σήμερα μου φάνηκε σαχλό κι ανόητο. Κι όλα ξαφνικά είχαν νόημα, μόνο που δεν μ ‘ένοιαζε το νόημά τους.

Σε κάθε μου στίχο υπήρχε μια θλίψη και μια ελπίδα. Μονάδες συναισθημάτων. Γιατί πίστευα πως δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Κι αυτό ήταν σκληρό. Ακόμα σκληρότερο όμως ήταν που τη γνώρισα. Δεν μπορούσα να την αφήσω να φύγει. Να γλιστρήσει από τις αναμνήσεις μου. Να χαθεί. Δε μπορούσα να δώσω τέλος, κι όμως…Το τέλος είχε ήδη δοθεί πριν καν μπορέσω να το σταματήσω.

Τα δάκρυά μου ήταν βουβά, πικρά, κρύα. Έκλαιγα, μα δε μπορούσα ν’ αλλάξω τίποτα πια. Όσοι θρηνούσαν για κείνη είχαν σταματήσει πια να κλαίνε. Όταν ο πόνος τους στέρεψε ξεκίνησε ο δικός μου.

Τώρα το ήξερα. Πώς τόσα χρόνια μου έλειπε κάτι κι ένοιωθα άδειος. Κι αυτό το κάτι ήταν εκείνη…

“Αν ποτέ χωρίσουμε και με ξεχάσεις, θα σου καταστρέψω τη ζωή”, μου είχε πει για πλάκα ένα βράδυ. Κι είχε δίκιο. Γιατί η καρδιά μου μόλις έσπασε και διαλύθηκε. Στη θέση της έμεινε κάτι ψυχρό και μεταλλικό. Το μενταγιόν ενός κοριτσιού, που μ’ αγάπησε σε μια προηγούμενη ζωή…

Βιογραφικό

Η Ισαβέλλα Πρίτσα είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, με ειδίκευση Ψυχολογίας, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και νυν φοιτήτρια στην κατεύθυνση ζωγραφικής, του Εικαστικού Τμήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Έχει πτυχίο πιάνου και ανώτερων θεωρητικών, ειδικού αρμονίας και αντίστιξης. Επίσης γνωρίζει κιθάρα, ιαπωνικά και ντραμς. Περνάει τον ελεύθερο χρόνο της τραβώντας φωτογραφίες, γράφοντας ιστορίες, παίζοντας D&D και ακούγοντας μουσική. Κατοικεί στην Αθήνα. Έχει εκδοθεί το βιβλίο της «η ανατομία ενός καλλιτέχνη» από τις εκδόσεις Ελκυστής το 2020. Επίσης έχει βραβευτεί στους διαγωνισμούς magic brush illustration contest 2020, διαγωνισμό φωτογραφίας του Ιανού 2020 και στο διαγωνισμό Larry Niven 2021 όπου πέντε διηγήματά της βραβεύτηκαν σε διάφορες κατηγορίες.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά