Διήγημα: “Μοναχικά Άστρα” του Γιώργου Κλάγκου

by Nyctophilia

Το διήγημα του Γιώργου Κλάγκου “Μοναχικά Άστρα” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

19 Ιανουαρίου 1939

Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Υπάρχουν στιγμές που όλα βυθίζονται σε βελούδινο σκοτάδι, τόσο βαθύ που το φως της ημέρας μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Τόσο στιλπνό και απαλό που θέλεις να βουλιάξεις μέσα του και να χαθείς.

Το τέλος σε βρήκε γυμνό και με χέρια άδεια, σαν όλα αυτά που είχες ζήσει να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Σαν να τα είχες δανειστεί από μια κοσμική μήτρα όπου αιωρούνταν μέσα της άγραφα χαρτιά, μουλιασμένα σε αμνιακό υγρό και όνειρα. Η λήθη της ανυπαρξίας αχνοφαινόταν πίσω από τα ξόμπλια του υφαντού, ανάμεσα από τα αδιόρατα νήματα που είχαν γνέσει οι Μοίρες για να σε εξαπατήσουν. Τα είχαν ξηλώσει για να τα κλώσουν και πάλι απ’ την αρχή, όσο εσύ περιπλανιόσουν μέσα στον λαβύρινθο, μπλεγμένος σε κολλώδεις ιστούς που δεν οδηγούσαν στο φως αλλά σε σκοτεινές γωνιές. Σε μέρη ομιχλώδη κι απάτητα όπου καραδοκούσαν τέρατα κι εφιάλτες.

Το τέλος σε βρήκε με σκισμένο πανωφόρι και τρύπες στην ψυχή. Έναν παρία ξεχασμένο σε ένα κρεβάτι, μοναχικό γίγαντα με γυάλινα πόδια και κρυστάλλινη καρδιά. Όταν τα γόνατά σου έσπασαν κανένας δεν βρέθηκε να σε σηκώσει. Οι Μοίρες το μετάνιωσαν κι έκλαψαν, το κοινό της ρωμαϊκής αρένας όμως βρυχήθηκε από χαρά. Η κρυστάλλινη καρδιά θρυμματίστηκε σε χιλιάδες μικρά κομμάτια που έλαμψαν στο σκοτάδι. Τρεμοσβήνουν ακόμα τις νύχτες όπως τα πεθαμένα άστρα, πάνω από έναν κόσμο αδιάφορο, σκληρό.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand —
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep — while I weep!
O God! Can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?

Οι άμμοι του χρόνου γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά μας, για να χαθούν στην άβυσσο. Οι αλχημιστές πάσχιζαν να βρουν τη φιλοσοφική λίθο που θα μετέτρεπε τα κοινά μέταλλα σε ευγενή, να ανακαλύψουν το ελιξίριο μιας ζωής που δεν είναι παρά ένα όνειρο μέσα σε όνειρο. Η αναζήτηση της πανάκειας έκρυβε έπαρση και ματαιότητα, όμως εσύ το ήξερες από την αρχή. Το τίμημα μιας κρυστάλλινης καρδιάς είναι τα γυάλινα πόδια που δεν μπορούν να αντέξουν το ασύλληπτο βάρος του ονείρου. Το κόστος του ονείρου είναι η ανυπαρξία. Μόνο οι ευάλωτοι γίγαντες μπορούν να μεταλλάξουν τον χαμένο χρόνο σε θρυμματισμένα κρύσταλλα γιατί το πραγματικό μεγαλείο κρύβεται στην αδυναμία. Πόσο τρωτός ήσουν… Ο πιο αδύναμος κρίκος μιας αλυσίδας που δεν έσπασε ποτέ.

Στον καθρέφτη βλέπω εσένα, στις φλέβες μου κυλάει άμμος και το αίμα του παρία. Η καρδιά μου χτυπάει άχρονα, δεν ξέρω αν θα σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Υπόσχομαι όμως πως όσο ζω θα επισκέπτομαι κάθε χρόνο τον τάφο σου. Θα σου αφήνω μια μπουκάλα παλιό κονιάκ και τρία τριαντάφυλλα για εκείνες που αγαπούσες. Τη μητέρα, τη σύζυγο και την κόρη σου. Έστω κι αν την τελευταία δεν πρόλαβες να τη γνωρίσεις ποτέ, τη δική μου μητέρα. Θα στραγγίζω το ποτήρι μου στα λίθινα κουφάρια και θα σε θυμάμαι.

Κανένας δεν έμαθε την αλήθεια. Ξέρουν μόνο πως βρέθηκες να περιφέρεσαι μισότρελος στους δρόμους της Βαλτιμόρης, φορώντας ρούχα που δεν ήταν δικά σου. Παραληρούσες για μέρες στο νοσοκομείο μουρμουρίζοντας ασταμάτητα το όνομα “Ρέυνολντς” ανάμεσα στα αναφιλητά σου, πριν σωπάσεις για πάντα. Μίλησαν για επιληψία, ναρκωτικά και ποτό. Μπορεί να ήταν αλήθεια σε κάποιο βαθμό.

Είχες αρραβωνιαστεί την παιδική σου αγάπη πασχίζοντας να καλύψεις το δυσβάσταχτο κενό που είχε δημιουργήσει ο θάνατος της Βιρτζίνια. Ήταν όμως αργά για να ξορκίσεις την ανίατη μοναξιά με χίμαιρες και φαντάσματα του παρελθόντος. Η Σάρα προσπάθησε να κάνει την επανάστασή της. Στην εφηβική ηλικία εμπόδιο είχε σταθεί ο πατέρας της, στην ωριμότητα δύο παιδιά κι ο ίδιος της ο εαυτός. Ήταν γυναίκα με εξέχουσα κοινωνική θέση και μεγάλο εισόδημα. Είχε κληρονομήσει τον εκλιπόντα σύζυγό της με έναν και μοναδικό όρο· να μην ξαναπαντρευτεί ποτέ. Στην περίπτωση που το έκανε θα έχανε τo μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας της. Εσύ από την άλλη δεν είχες να χάσεις απολύτως τίποτα όμως στην δική σου ζυγαριά τα μέτρα και τα σταθμά διέφεραν από των υπολοίπων. Παρέμενες ένα εγκαταλελειμμένο, μοναχικό αγόρι, ορφανό από γονείς, συντρόφους και συγγενείς. Για εκείνη δεν ήσουν παρά ένα απωθημένο που κατέληξε διαφορετικά από το αναμενόμενο. Όταν σου αποκάλυψε ότι ήταν έγκυος είχες πέσει στα γόνατα, εκείνη και μόνο θα μπορούσε να κρατήσει μακριά τους δαίμονες που είχες πολεμήσει με πένα, χαρτί, λάβδανο κι αψέντι. Ήταν διστακτική, δεν μπορούσε να ζήσει στην φτώχια. Πατούσε και με τα δύο της πόδια στη γη, δεν ονειροβατούσε όπως εσύ που στα μάτια του κόσμου δεν ήσουν παρά ένας παράφρων, ανεπάγγελτος, αθεράπευτα αιθεροβάμων πληβείος που φορούσε μονοφόρι την μοναδική του καλή φορεσιά. Ο Δρ. Ρέυνολντς -παλιός οικογενειακός φίλος- θα την βοηθούσε να απαλλαγεί από το μικρό της πρόβλημα.

Κανένας δεν γνώριζε τίποτα για το μυθιστόρημα, το magnum opus που δούλευες χρόνια.

Το μοναδικό σου χειρόγραφο το είχες εμπιστευτεί σε έναν εκδότη από την Βαλτιμόρη. Της είχες δείξει την ενθουσιώδη επιστολή του. Είχες παραχωρήσει παλιότερα το “Κοράκι” για εννέα δολάρια, αυτά τα υποκείμενα εκμεταλλεύονταν κι απαξίωναν τους συγγραφείς. Αυτήν τη φορά όμως είχες σκοπό να πουλήσεις ακριβά το τομάρι σου, δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Αν έπαιρνες αρκετά χρήματα ίσως να την έπειθες να κρατήσει το παιδί. Έφυγες από το Ρίτσμοντ για να συναντήσεις τον εκδότη, μόνο που δεν επέστρεψες ποτέ ξανά.

Ήταν μια καταστροφή. Δεν υπήρχαν αυστηροί νόμοι για τα πνευματικά δικαιώματα και στις ΗΠΑ προτιμούσαν να εκδίδουν παράνομα και δίχως εξουσιοδότηση τα έργα Βρετανών συγγραφέων. Παρά την αναμφισβήτητη αξία του βιβλίου, το ποσό που σου προσφέρθηκε ήταν αστείο, πενιχρό. Είχες σκοπό να ζητήσεις προκαταβολή, τα χρήματά σου δεν αρκούσαν ούτε για τα εισιτήρια της επιστροφής. Προτίμησες τελικά να πάρεις πίσω το χειρόγραφο και να χαθείς στους δρόμους της Βαλτιμόρης. Μπήκες σε ένα παλαιοπωλείο και πούλησες το καλό σου κουστούμι, ένα ρολόι και μια πίπα από γιούσουρι. Σε αντάλλαγμα πήρες λίγα παλιόρουχα και χρήματα που αρκούσαν για να πιείς αψέντι και να ξεχάσεις. Η πράσινη νεράιδα είχε χοροπηδήσει στον ώμο σου για να σου ψιθυρίσει ότι δεν μπορούσε να σε βοηθήσει, χρειαζόσουν κάτι δυνατότερο. Έτσι είχες καταλήξει σε ένα άθλιο οπιοποτείο. Σε πέταξαν έξω όταν έβαλες φωτιά στο χειρόγραφο για να το κάψεις. Ό,τι είχε απομείνει από αυτό το έσκισες, το σκόρπισες στο χιόνι.

Η Σάρα είχε ερευνήσει την υπόθεση κι έτσι είχε μάθει ολόκληρη την ιστορία. Αποφάσισε να γεννήσει κρυφά το παιδί σου και να το δώσει για υιοθεσία. Στην κόρη σου άφησες κληρονομιά μόνο την ορφάνια και τη μοναξιά που είχε σημαδέψει εσένα. Έλαβε ένα γράμμα που περιείχε τις πληροφορίες αυτές, από έναν συμβολαιογράφο μετά το θάνατο της Σάρα το 1888.

Το ανακάλυψα στα πράγματα της μητέρας μου, αφότου είχε φύγει κι εκείνη από τη ζωή.

Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Υπάρχουν στιγμές που όλα βυθίζονται σε βελούδινο σκοτάδι, τόσο βαθύ που το φως της ημέρας μοιάζει με μακρινή ανάμνηση. Στον καθρέφτη βλέπω εσένα, στις φλέβες μου κυλάει άμμος και το αίμα του παρία. Καθάρισα την ταφόπλακα από το χιόνι και ένιωσα σαν να πήρα από επάνω σου την θλίψη όλου του κόσμου. Άδειασα το κρυστάλλινο ποτήρι μου και το πέταξα με δύναμη στα μάρμαρα. Θρυμματίστηκε σε χιλιάδες μικρά κομμάτια που λάμπουν όπως οι ψυχρές χιονονιφάδες και τα παγωμένα άστρα. Τα μοναχικά άστρα.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά