Διήγημα: “Οι αναμνήσεις ξαναγυρίζουνε” του Παναγιώτη Σαχπαζίδη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Οι αναμνήσεις ξαναγυρίζουνε” του Παναγιώτη Σαχπαζίδη συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

«Τελικά μυρίζουν τα Χριστούγεννα!» σκέφτηκε καθώς περπατούσε ανάμεσα στον γεμάτο από ανθρώπους δρόμο, μοιάζοντας ανέμελος. Μα κάθε άλλο παρά αυτό ήταν. Ίσως να μη θυμόταν γιατί περπατούσε εκεί, μα γνώριζε καλά πως είχε μια αρκετά σοβαρή δουλειά να κάνει. Παρόλα αυτά, δεν τον πείραζε να περπατήσει λίγο ακόμη ανάμεσα στο αγχωμένο πλήθος, για να χαζέψει στους πάγκους των πλανόδιων πωλητών ή στις πολύχρωμες βιτρίνες με τα λαμπάκια που αναβόσβηναν ή στους μηχανικούς Άη Βασίληδες, που άλλοι κουνούσαν ρυθμικά τα κουδούνια που βαστούσαν κι άλλοι έσκυβαν να χαιρετήσουν τους περαστικούς. Αυτούς που έτρεχαν με χέρια γεμάτα ψώνια και δώρα της τελευταίας στιγμής.

«Δώρα…; Αυτό είναι! Βγήκα έξω για ν’ αγοράσω δώρα! Μα πόσο άμυαλος είμαι; Τόσο πολύ πια με συνεπήρε η γιορτινή λάμψη;» θυμήθηκε κι είπε φωναχτά, δίχως να τον νοιάξει αν θα τον ακούσουν όσοι τον προσπερνούσαν βιαστικά, με άλλους να τον σκουντάνε κι άλλους να τον παρασέρνουν στο διάβα τους σα χάρτινο βαρκάκι σε ρυάκι. Δε θα σπαταλούσε όμως την παραμικρή σκέψη για να την κάνει αρνητική.

«Φίλε, είναι Χριστούγεννα!» σκέφτηκε κι άρχισε να χαμογελάει, ενώ ταυτόχρονα πήδηξε χτυπώντας τα τακούνια των παπουτσιών του ως ένας παρακμιακός Φρεντ Αστέρ, μιας κι ο χορός δεν ήταν το φόρτε του.

«Λοιπόν… έχουμε και λέμε… Κάτι για τη γυναίκα μου… αλλά τι; Ίσως ένα κόσμημα; Στο κάτω-κάτω τα διαμάντια είναι ο καλύτερος τους φίλος… ή, ένα σέξι σετ εσώρουχων…Χα! Και τι δε θα ‘δινα να ‘βλεπα την έκφρασή της, τώρα, όταν είναι ν’ ανοίξει το πακέτο μπροστά στα παιδιά! Χμ… μάλλον θα της πάρω ένα δακτυλίδι κι ένα σετ εσώρουχων, για το βράδυ της πρωτοχρονιάς», σκέφτηκε και γέλασε ηδονικά. Σχεδόν διεστραμμένα.

«Τώρα κάτι για τη μικρή μου πριγκίπισσα. Μου είχε πει πως ήθελε ένα λάπτοπ. Αν και δεν είμαι σύμφωνος πως είναι το πρέπον δώρο για μια τόσο μικρή ηλικία… δε βαριέσαι; Με το ανάλογο διαγνωστικό ιών κι ένα αυστηρό πρόγραμμα στην ώρα που θα χρησιμοποιεί το διαδίκτυο… γιατί όχι; Τέλος κάτι για τον Βενιαμίν μου, τον μικρούλη της παρέας. Αυτός ευτυχώς δεν έχει τις ανάγκες της δωδεκάχρονης κόρης μας. Είναι μονάχα πέντε. Θα του αγοράσω ένα κατακόκκινο πυροσβεστικό όχημα με μια φωτεινή σειρήνα… ή… όχι! Ακόμη καλύτερα. Θα του αγοράσω κάτι που μου είχε κάνει δώρο ο πατέρας μου όταν ήμουν στην ηλικία του. Ένα τρενάκι σε ράγες. Ναι, αυτό είναι!»

Ήταν χαρούμενος. Ήταν η προσωποποίηση της ευτυχίας. Πλημμυρισμένος από ευχάριστα συναισθήματα, κίνησε για το πολυκατάστημα με σκοπό να αγοράσει όλα εκείνα τα δώρα που θα έδιναν χαρά στην οικογένειά του. Γιατί, τι είναι ένας άνδρας δίχως τη θαλπωρή της οικογένειας του; Τι είναι ένας σύζυγος δίχως την αγάπη της γυναίκας του; Τι είναι ένας πατέρας δίχως τη λαχτάρα των παιδιών του;

Έκανε ένα βήμα μέσα στο πολυκατάστημα και δεν ήταν διαφορετικά από ό,τι περίμενε. Κόσμος περπατούσε βιαστικά πάνω-κάτω. Άλλοι περίμεναν εξαντλημένοι το ασανσέρ, με την υπομονή τους στην ίδια κατάσταση. Άλλοι συνωστίζονταν στις κυλιόμενες σκάλες, έτοιμοι να αρπάξουν ο ένας τον άλλο από τον σβέρκο. Και βοή. Πολλές δυνατές κι ασυνάρτητες φωνές. Κάποια στιγμή μάλιστα, εντελώς φευγαλέα, νόμισε πως άκουσε κραυγές και κλάματα, μα δεν έδωσε σημασία. Αν και θα έπαιρνε όρκο πως ήταν κραυγές τρόμου και κλάματα πόνου. Αλλά είπαμε: «Φίλε είναι Χριστούγεννα!» Υπέθεσε, προσπαθώντας να σβήσει από τον μαυροπίνακα του μυαλού του κάθε κιμωλιογράφημα αρνητικότητας, ψεγάδιασμα αμφιβολίας, πως κάποιοι γονείς με κακομαθημένα παιδιά, ανίκανοι να τιθασεύσουν τις παιδικές επιθυμίες, τα μεταμόρφωσαν από γλυκά αγγελούδια σε ανάγωγα διαβολάκια. «Καμία σχέση με τα δικά μου παιδιά», είπε κι ανέβηκε από το κλιμακοστάσιο δίχως να χάσει χρόνο στο συνωστισμό του ασανσέρ και των κυλιόμενων.

Τα ανέβηκε ζωηρά, δύο-δύο, ενώ ήταν σχεδόν μονάχος. Σχεδόν γιατί, μοναδική παραφωνία στη μοναξιά του, ήταν ένας υπάλληλος της ασφάλειας που τον κοίταξε παράξενα καθώς κατέβαινε, με προορισμό το ισόγειο. Με την άκρη του ματιού του είδε, ενώ ανέβαινε γοργά τα σκαλιά, έχοντας στο μυαλό την οικογένειά του, να γυρίζει το κεφάλι του φύλακα 180 μοίρες και να του φτάνει το πρόσωπό στην πλάτη. Μα όταν σταμάτησε για να κοιτάξει καλύτερα, ο φύλακας είχε εξαφανιστεί στη στροφή της σκάλας.

«Μπα, ιδέα μου θα ήταν. Τι στο καλό… Είπαμε… Φίλε, Χριστούγεννα ενταύθα!» είπε σιγανά και συνέχισε να ανεβαίνει ως τον πρώτο όροφο που βρίσκονταν τα είδη ένδυσης.

Περπάτησε τον όροφο μέχρι που είδε μια υπάλληλο, πίσω από τον πάγκο με τα γυναικεία εσώρουχα, να τσεκάρει νευρικά το ρολόι της.

«Η κακομοίρα περιμένει να σχολάσει για να πάει κι εκείνη στην οικογένειά της» σκέφτηκε κι ένα μικρό κύμα μελαγχολίας τον διαπέρασε. Μα, ω εκ του θαύματος! Δε θα ταλαιπωρούσε ούτε τον εαυτό του μα ούτε και την υπάλληλο. Στα χέρια της κρατούσε το ιδανικό εσώρουχο. Κατακόκκινο. Δεν ήταν πρόστυχο. Ούτε όμως και κάτι που θα φορούσε η γυναίκα του σε μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν ένα σετ επετείου που έκραζε από μακριά: «Θέλω να κάνω φλογερό έρωτα στον άνθρωπο που αγαπάω».

Χαμογέλασε και της το έδειξε με τον δεξιό του δείκτη. Μα πριν καν προλάβει να της πει κουβέντα, η υπάλληλος το είχε ήδη βάλει μέσα σε ένα μικρό κουτί, ενώ, είχε αρχίσει με μηχανικές κινήσεις να το περιτυλίγει σε ένα μαύρο γκλος χαρτί και να το δένει με μια παλ μοβ κορδέλα.

«Μα πού το κατάλαβε;» σκέφτηκε με απορία κι έκανε να ρωτήσει την τιμή. Πριν προφτάσει να ανοίξει το στόμα του, η υπάλληλος με την παγερή φωνή της, του είπε πως στοίχιζε εξήντα έξι ευρώ κι εξήντα λεπτά. Έκανε να βγάλει το πορτοφόλι του για να της δώσει την πιστωτική κάρτα, μα η κοπέλα τον έκοψε, δίνοντάς του μια απόδειξη.

«Στο ταμείο, στο ισόγειο, κύριε. Εκεί θα πληρώσετε», του είπε κι έδειξε με το λεπτό της χέρι προς τα κάτω.

Παίρνοντας το μικρό πακέτο στα χέρια του, παρατήρησε πως τα νύχια της κοπέλας ήταν αφύσικα μυτερά και μεγάλα. Γύρισε να την κοιτάξει και με τρόμο είδε πως το πρόσωπό της είχε αλλάξει. Είχε γίνει άσπρο σαν το πανί. Τα μαλλιά της, που είχαν γίνει ασημί, είχαν τραβηχτεί πίσω, μεγαλώνοντας το κούτελό της στο διπλάσιο. Τα μάτια της είχαν γίνει σκοτεινά, σαν καμένα κάστανα. Δεν ξεχώριζες την κόρη από την ίριδα. Το ασπράδι είχε εξαφανιστεί. Από το ορθάνοιχτο στόμα της, ξεπετάγονταν λεπτά μυτερά δόντια, σαν του καρχαρία, ενώ μια λεπτή διχαλωτή γλώσσα έγλυψε το πηγούνι της, που είχε μακρύνει κι αυτό.

Ενστικτωδώς έκανε ένα βήμα πίσω φέρνοντας το μπράτσο στο πρόσωπό του. Ο τρόμος έγινε μεγαλύτερος όταν ένοιωσε το χέρι του όντος που είχε απέναντί του, να του κατεβάζει απότομα τον αγκώνα. Μα ό,τι αντίκρυσε δεν είχε καμία σχέση με πριν. Μπροστά του υπήρχε η υπάλληλος που τον κοιτούσε κατάματα με απορία.

«Κύριε, είστε καλά;»

«Ναι… ναι… Τα παιχνίδια σε ποιον όροφο είναι;» ρώτησε ασθμαίνοντας.

«Στον τρίτο, κύριε. Μαζί με τα είδη τεχνολογίας», είπε η κοπέλα ενώ συνέχιζε να τον καρφώνει με το απορημένο βλέμμα της.

«Ευχαριστώ πολύ. Τα κοσμήματα;»

«Στον επόμενο όροφο, κύριε, δίπλα στ’ αρώματα».

«Σας ευχαριστώ πολύ», είπε κι έφυγε για τον δεύτερο όροφο με βήμα γοργό, λες και τον κυνηγούσε ο ίδιος ο Τρόμος.

Ξαναπήρε τις σκάλες και του έφτιαξε πάλι η διάθεση. Το παιχνίδι του μυαλού, γιατί εκεί κατέληξε πως ήταν όλα, έμοιαζε με μια μακρινή ανάμνηση. Μια μοχθηρή εικόνα με χρόνο ημιζωής ένα νανοδευτερόλεπτο.

Φτάνοντας στον δεύτερο όροφο, έψαξε να βρει τα κοσμήματα. Είδε πολλά πίσω από τις γυάλινες βιτρίνες μα ένα του έκανε τρομερή εντύπωση. Ένα μενταγιόν. Μια μικρή ρουμπινένια καρδιά, δεμένη με ασήμι, που ήταν περασμένη σε ένα λεπτό δερμάτινο κορδόνι.

«Αυτό είναι!» σκέφτηκε κι έφερε τη σχηματισμένη του γροθιά, μπροστά από το στήθος, εις ένδειξη επιτυχίας. Πήγε στην υπάλληλο· που τον παρακολουθούσε σαν όρνιο πάνω σε ξεραμένο δέντρο από την ώρα που πέρασε την πύλη του ορόφου· και την ρώτησε για την τιμή. Εκείνη, μια κοντούλα και παχουλή, μέσης ηλικίας κυρία, τον κοίταξε μέσα από τους χοντρούς φακούς των γυαλιών της και του είπε πως κόστιζε εξήντα ευρώ κι εξήντα έξι λεπτά μαζί με το ειδικό κουτί του.

Την κοίταξε με απορία κι εκείνη του έδειξε, δίπλα από τη βιτρίνα, ένα μικρό παραλληλεπίπεδο, καφέ κουτάκι. Σαν το κοίταξε καλύτερα παρατήρησε πως το μικρό κουτάκι ήταν ένα φέρετρο σε μικρογραφία. Κανονικό! Αφού όταν το άνοιξε, είδε πως ήταν περικαλυμμένο από ένα μαξιλαρένιο υλικό, ραμμένο πίσω από λευκό σατέν ύφασμα! Χαμογέλασε. Αναπόλησε τη γνωριμία με τη γυναίκα του, σε ένα γκοθ κλαμπ στα Εξάρχεια. Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά και δίχως να χάσει το χαμόγελο από το χείλη του, έδωσε το μικρό κουτί στην υπάλληλο, που εκείνη με τη σειρά της, του έδωσε το χαρτί της απόδειξης.

«Στο ταμείο… του… ισογεί…ου… κύ…ρι…ε…», του είπε με τη φωνή της να μοιάζει με ξεκουρδισμένης κούκλας.

Πήρε στα χέρια του το κόσμημα και την απόδειξη μα η υπάλληλος έμεινε εκεί. Άγαλμα. Να τον κοιτά με μάτια γουρλωμένα. Με το χέρι της σε διάταση, ακόμη απλωμένο. Με την παλάμη της να τείνει προς τα πάνω. Με τα δάκτυλά της να είναι τεντωμένα τόσο πολύ που έδειχναν το πάτωμα. Μα δεν έφτανε μονάχα αυτό. Εκεί που στον αέρα αναδίδονταν μια ελαφριά μυρωδιά από τριαντάφυλλο και κανέλα, ξαφνικά άρχισε να μυρίζει άσχημα. Μια δυσωδία σήψης και μετάλλου πλανιόταν στον αέρα που του έφερνε στο στόμα τη γεύση αίματος.

Έφυγε συνοφρυωμένος, σκεφτικός. Μα σαν έφτασε στις σκάλες, όλες οι αρνητικές σκέψεις εξανεμίστηκαν. Σειρά τώρα είχαν τα δώρα των παιδιών.

Στον τρίτο όροφο γινόταν χαμός. Ήχοι από παιδικά παιχνίδια. Τηλεοράσεις όλων των ειδών και διαστάσεων να παίζουν πολύχρωμα κλιπ για να δείξουν την ανάλυσή τους. Ηχοσυστήματα και μικροϋπολογιστές σε πλήρη ένταση. Παιδάκια να φωνάζουν. Γονείς να προσπαθούν να τα συνεφέρουν. Ζευγαράκια να γελάνε με την όλη κατάσταση. Όλοι είχαν κάτι να αγοράσουν. Έτσι κι αυτός.

Αν κι ο όροφος ήταν γεμάτος κόσμο, εκείνος κατάφερε με ακροβατικές κινήσεις να φτάσει σε έναν πάγκο με λάπτοπ. Διάλεξε ένα μοντέλο που επαρκούσε στα θέλω της κόρης του. Φθηνό. Υπερπλήρη σε λειτουργικό και βοηθητικά προγράμματα. Ρώτησε την τιμή κι ο υπάλληλος, ένας ψηλός και λεπτός, στα όρια του καχεκτικού, άνδρας, του απάντησε με βαριά φωνή: «Εξακόσια ευρώ. Εξήντα έξι ακόμη, αν το πάρετε μαζί με τη θήκη μεταφοράς, τα καλώδια σύνδεσης με την τηλεόραση και το ποντίκι»

Συμφώνησε και πήρε από το χέρι του υπάλληλου την απόδειξη. Εκείνος χαμογελαστά του είπε πως κάτω στο ισόγειο θα εξοφλήσει, μα καθώς έκλεινε το στόμα του, ένα πράσινο γλοιώδες υγρό κύλησε μέσα από αυτό, τρέχοντας από το κάτω χείλος του, στο πηγούνι, από εκεί στο στήθος, με κατάληξη το πάτωμα, σχηματίζοντας μια μικρή λιμνούλα.

Ο άνδρας, με το λάπτοπ στο χέρι, έφυγε κοιτάζοντας ξοπίσω του. Έντρομος είδε τον ξερακιανό υπάλληλο να έχει ψηλώσει ακόμη περισσότερο, με το κεφάλι του να έχει μακρύνει, τα χέρια του να έχουν ακουμπήσει στην άλλη μεριά της αίθουσας ενώ το κολλώδες υγρό έτρεχε ασταμάτητα από το στόμα του.

Γούρλωσε τα μάτια του κι έκανε να τρέξει μακριά από εκεί, πέφτοντας πάνω σε ένα ανδρόγυνο που κρατιόταν χέρι-χέρι, έχοντας ανάμεσά τους ένα μικρό κοριτσάκι με ροζ φόρεμα και μακριά καφέ μαλλιά, που τα είχε περασμένα σε δύο κοτσίδες, πιασμένες πάνω από τα βρεγματικά της.

Γύρισε με αγωνία να τους ζητήσει συγνώμη για την αγένειά του μα αυτό που αντίκρισε ήταν πέρα από κάθε νοσηρή φαντασία. Η τριμελής οικογένεια άρχισε να λιώνει αργά μπροστά στα μάτια του, σα να ήταν φτιαγμένη από πάγο και δέρμα. Στην αρχή, τα μάγουλα έφταναν ως το λαιμό, οι ώμοι έπεφταν ως τους γοφούς και τα πόδια έλιωναν σε ένα καφέ βρομερό έλος, πλασμένο από σαπισμένη σάρκα και μαύρο αίμα.

Έκανε να φωνάξει, μα κανένας ήχος δε βγήκε από το στόμα του. Κανένας αέρας δε ξεπετάχτηκε από τα πνευμόνια του. Ήταν ανήμπορος να κουνηθεί. Ανίκανος να μιλήσει. Απλά έστεκε εκεί. Παγωμένος. Σε αντίθεση με όλα όσα έλιωναν δίπλα του.

Η πρώτη σκέψη που έκανε, σαν καλός Χριστιανός, ήταν να πει μια προσευχή.

«Ναι. Η Κυριακή Προσευχή. Αυτό είναι…» μα δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Το μυαλό του είχε γίνει κι αυτό σαν το σώμα του. Ένα κομμάτι άλαλου πάγου.

Αίφνης, φλόγες άρχισαν να ξεπηδούν μέσα από τις λιμνούλες που είχαν σχηματιστεί,. Εκεί που πριν από λίγες στιγμές υπήρχαν ζωντανοί άνθρωποι.

Εν ριπή οφθαλμού βρέθηκε δεμένος με δερμάτινα λουριά πάνω σε ένα σιδερένιο κρεβάτι, σαν εκείνα που υπάρχουν στα νεκροτομεία. Γύρω του, οι φλόγες είχαν θεριέψει. Παχύς δυσώδης καπνός. Μια ανίερη αιθάλη που πλημύρισε τον χώρο. Μέσα από εκεί, δύο σκοτεινά μάτια ξεπετάχτηκαν, μαζί με ένα στόμα περιστοιχισμένο από ολόλευκα χοντρά δόντια. Στο τέλος, έκανε την εμφάνισή του μια δαιμονική μορφή που όμοιά του δεν είχε φανταστεί ποτέ. Όσα θρησκευτικά βιβλία και να είχε διαβάσει στη ζωή του, δεν τον είχαν προετοιμάσει για αυτό το θέαμα.

«Γειά σου…» του είπε με τσιριχτή φωνή, «…θυμάσαι;»

Ο άνδρας ανήμπορος να κουνηθεί και να μιλήσει, απλά κείτονταν εκεί.

«Δε θυμάσαι;… Θέλεις να θυμηθείς;…»

Ο άνδρας έμεινε να κοιτά με γουρλωμένα μάτια κι ορθάνοιχτο στόμα. Χωρίς ανάσα.

«Ξέρεις, ο Θεός σε τιμωρεί ακόμα κι όταν κάνει πως δε σε ακούει…» είπε το βδέλυγμα, περνώντας τα λεπτά του δάχτυλά ανάμεσα από τα μαλλιά του άνδρα. Με μια βίαιη κίνηση, του τα έμπηξε μέσα στο κρανίο και του προσέφερε τη μεγαλύτερη τιμωρία που θα μπορούσε να αποδώσει κάποιος δαίμονας σε έναν κοινό θνητό. Τη Μνήμη. Το ξύπνημα από τη λήθη που σου προκαλούν τα ανομήματα και που δυστυχώς μαζί της, έρχονται κι οι Ερινύες.

Κι ο άνδρας θυμήθηκε.

Θυμήθηκε πως πήγε να αγοράσει Χριστουγεννιάτικα δώρα για την οικογένειά του. Θυμήθηκε πως τα έκρυψε μέσα στη ντουλάπα για να τους τα δώσει «ο Άγιος Βασίλης» την πρωτοχρονιά. Θυμήθηκε πως πήγαν όλοι μαζί, τη ρεβεγιόν της παραμονής του νέου έτους, στο πάρτι που είχε διοργανώσει ο αδερφός του. Θυμήθηκε πως είχε πιει τόσο που δε μπορούσε να ξεχωρίσει το αριστερό του χέρι από το δεξί. Θυμήθηκε πως τους έβαλε όλους με τη βία στο αυτοκίνητο, παρά τις εκκλήσεις της γυναίκας του να μείνουν στον κουνιάδο της. Θυμήθηκε πως εκείνη για χάρη του,για να μην τους βρει μαλωμένους η αυγή του νέου έτους, δέχθηκε απρόθυμα να μπουν στο αμάξι. Θυμήθηκε πως δε σταμάτησε στη διάβαση του τρένου, παρά την εντολή του σηματοδότη. Θυμήθηκε πως το τρένο, από τη μεριά του συνοδηγού, παρέσυρε το αυτοκίνητο είκοσι μέτρα μακριά. Θυμήθηκε πως ο μόνος που επέζησε από το δυστύχημα ήταν εκείνος κι αυτό το έμαθε αφότου συνήλθε από το κώμα, είκοσι ημέρες αργότερα. Θυμήθηκε πως παρακαλούσε μάταια τον Θεό να του πάρει τη ζωή, μιας και δε μπορούσε να ζήσει γνωρίζοντας πως έγινε ο δήμιος της λατρεμένης του οικογένειας. Τέλος, θυμήθηκε πως τράβηξε το υπηρεσιακό όπλο του αστυνομικού που τον φυλούσε έξω από τον θάλαμο· μέχρι να γίνει εντελώς καλά ώστε να του απαγγελθούν κατηγορίες από το δικαστήριο· απλώνοντας τα μυαλά του στον λευκό τοίχο του δωματίου, αντιδρώντας έτσι σε οποιοδήποτε Χριστιανικό ήθος, βάζοντας τέλος στον ψυχικό του πόνο.

«Θυμήθηκες τώρα; Ωραία! Πάμε άλλη μια φορά από την αρχή;» τσίριξε ξανά, χασκογελώντας, το πλάσμα του σκότους. Ο αιώνιος δυνάστης του.

Γιατί, τι είναι ένας άνδρας δίχως τη θαλπωρή της οικογένειας του; Τι είναι ένας σύζυγος δίχως την αγάπη της γυναίκας του; Τι είναι ένας πατέρας δίχως τη λαχτάρα των παιδιών του;

Ό,τι είναι και η Κόλαση.

Γιατί, τι είναι η Κόλαση πέρα από την απόγνωση που σου δημιουργεί ένα -δίχως διαφυγή- αέναο, επαναλαμβανόμενο, βουβό, μαρτύριο;

Βιογραφικό

Γεννήθηκα το 1971 κι έχω σπουδάσει βοηθός ακτινολόγου. Από μικρό παιδί, είχα ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική. Έτσι υπήρξα κιθαρίστας σε διάφορες ημιεπαγγελματικές μπάντες όπως οι δικοί μου punk rockers: Θ-Wave, οι ελληνόφωνοι hard rockers: Guernica του Αλέξη Σέρκου, οι gothers: The Hidden Heroes 66 του Θάνου Κυριαζή αλλά και μπασίστας, στους πιο γνωστούς, post-punk: Fliptop Box.

Γράφω ιστορίες με έφεση στο μεταφυσικό, στα όρια του τρόμου. Η συγγραφή είναι ένας τρόπος να φτιάχνω δικούς μου κόσμους και να ζω μέσα από αυτούς. Εξ’ άλλου τι καλύτερο από το να μπορείς, τη μια στιγμή να είσαι ένας ήρωας που ξεφεύγει από δύσκολες καταστάσεις και την άλλη να είσαι εκείνος που σε κυνηγά; Είσαι εν δυνάμει ένας Θεός! Παρανοϊκός μεν, αλλά Θεός.

Ένα διήγημά μου με τίτλο: «Ο τοίχος της φήμης» έχει εκδοθεί στη συλλογή «Ονειρικές αφηγήσεις» του εκδοτικού οίκου Παράξενος Ελκυστής, μετά από διάκριση στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα «Τα όνειρα». Αρκετές flash fiction ιστορίες μου έχουν εκδοθεί διαδικτυακά σε συλλογές της σελίδας 121words.com υπό το ψευδώνυμο «Σάχπας». Ένα flash fiction διήγημα μου με τίτλο: «Σίσυφος» έχει πάρει τρίτο έπαινο στον Πρώτο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Πεζογραφίας του περιοδικού Κέφαλος κι εκδόθηκε στην ανάλογη συλλογή μικρο-διηγημάτων. Ένα διήγημα μου με τίτλο: «Ένα κορίτσι που το έλεγαν Άνοιξη» έχει εκδοθεί στο Λογοτεχνικό Ημερολόγιο 2020 του περιοδικού: «Κέφαλος – Το λογοτεχνικό περιοδικό της Κεφαλονιάς». Ένα διήγημα splatter-τρόμου με τίτλο: «Η Αλίκη στη χώρα των θυμάτων» εκδόθηκε, μετά από τον πανελλήνιο διαγωνισμό της σελίδας tellurstory.gr, στο e-book: «Πρόσεχε τι εύχεσαι- Wish upon a star». Μια νουβέλα μεταφυσικού τρόμου με τίτλο: «Maison de santé» απέσπασε τον δεύτερο έπαινο στον Δεύτερο Πανελλήνιο Διαγωνισμό του περιοδικού Κέφαλος καθώς κι ένα θεατρικό μονόπρακτο με τίτλο: «Σπιράλ θανάτου σε κλειστό κύκλο» έλαβε τιμητική διάκριση στον ίδιο διαγωνισμό.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά