Διήγημα: “Οι βολβοί” της Ναταλίας Σκίννερ

by Nyctophilia

Το διήγημα “Οι βολβοί” της Ναταλίας Σκίννερ συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

«Όχι, Μιχαέλα! Σε παρακαλώ! Πες μου να κάνω οτιδήποτε άλλο… Εκτός από αυτό!» παρακάλαγε η Μαρίνα με δάκρυα στα μάτια.

Η Μιχαέλα γέλασε για λίγο.

«Όχι, δεν θα το κάνω. Εσύ επέλεξες το Θάρρος, και συμφώνησες στη δοκιμασία που σου έθεσα…»

«Το ξέρω, αλλά…» Έδειξε το πιάτο με την υγρή σκυλοτροφή μπροστά της. «Αυτό το πράγμα έχει απαίσια όψη. Και βρωμάει!»

«Γι’ αυτό και τοποθέτησα τον κουβά δίπλα σου!»

«Έλα, κοτούλα!» την πείραξε ο Ηλίας, γελώντας λίγο. «Δεν είναι τίποτα. Θα φας μία μπουκιά μόνο και μετά θα είσαι… περδίκι!»

Η Μαρίνα δίστασε να το κάνει. Η όψη και η μυρωδιά της τροφής την έκανε να θέλει να κάνει εμετό. Ωστόσο, δεν ήθελε oι φίλοι της να την πειράζουν, και ειδικά ο Ηλίας να την ξαναπεί «Κυρία κοτούλα, με τα χρυσά πούπουλα». Ειδικά κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού τους.

Οπότε πήρε μια βαθιά ανάσα, έκανε μια προσευχή, και έβαλε μια μεγάλη μπουκιά στο στόμα της.

Με το που το έκανε, το λεπτοκαμωμένο σώμα της έκανε τα πάντα για να διώξει αυτό το πράγμα που μάσαγε η κοπέλα. Ήταν μια αηδία σκέτη! Τα καημένα τα σκυλιά! Πώς το τρώνε αυτό;

Μετά από δύο μασήσεις, πήρε τον κουβά και έφτυσε κλαψουρίζοντας.

Η Μιχαέλα, ο Ηλίας και μια άλλη κοπέλα, η Νατάσα, είχανε βάλει τα γέλια βλέποντάς τη να περνάει αυτή τη δοκιμασία-μαρτύριο.

«Μπράβο! Τα κατάφερες! Δεν θα σε λέμε πια «Κυρία κοτούλα», της είπε ο Ηλίας «Θα σε λέμε «Χρυσόμαλλη σκυλίτσα»! Γουφ!»

Συνέχισαν να γελάνε με την πλάκα. Η Νατάσα ύστερα χαμογέλασε και πήρε το πιάτο με την τροφή από τη φίλη της . Της είχε έρθει μια άλλη πλάκα στο νου.

«Ναι, η Μαρίνα θα είναι η «Χρυσόμαλλη σκυλίτσα» και εσύ…» είπε στον Ηλία, φέρνοντας το πιάτο με γρήγορη ταχύτητα στο πρόσωπό του, «…θα είσαι ο “Κανίς ο καλοφαγάς!” Γουφ! Γουφ!»

Ο Ηλίας έβγαλε το πιάτο από το πρόσωπό του. Τον είχε κάνει η άλλη μούσκεμα. Κοίταξε τους φίλους του, που κλαίγανε από τα γέλια. Ακόμα και η Μαρίνα. Μετά άρχισε κι εκείνος να γελά μαζί τους.

Οι τέσσερις φίλοι ήταν αχώριστοι από μικρά παιδιά. Δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχεις έναν από αυτούς χωρίς τους άλλους τρεις. Λογικό, εφόσον έμεναν και οι τέσσερις στην ίδια πολυκατοικία. Έκαναν τα πάντα μαζί, ειδικά γκάφες. Έκαναν έξυπνες αλλά και κακές πλάκες. Δεν πα να τους βάλουν τιμωρία οι γονείς τους; Η παρέα θα συνέχιζε τις γκάφες, ειδικά κατά τη διάρκεια του αγαπημένου τους παιχνιδιού. Το Θάρρος ή Αλήθεια.

«Πολύ αστείο. Πάρα πολύ αστείο, Νατάσα», ειρωνεύτηκε ο Ηλίας, σκουπίζοντας το πρόσωπό του με ένα πακέτο μωρομάντηλα που είχε δίπλα του για κάτι τέτοιες πλάκες.

«Έπρεπε να την πατήσεις κι εσύ, καλοφαγά», τον πείραξε η Μαρίνα, χαρούμενη που η φίλη της πήρε εκδίκηση γι’ αυτήν.

Ο Ηλίας την κοίταξε έκπληκτος.

«Μπα; Et tu, Brutus?»

Η Μαρίνα ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Ύστερα κοίταξε στο κινητό της να δει την ώρα.

«Ωχ! Παιδιά, μπορώ να παίξω εγώ τώρα;» τους ρώτησε ανήσυχη. «Πρέπει αύριο να ξυπνήσω νωρίς με το μπαμπάκα και…»

«Μα, ούτως ή άλλως ήταν η σειρά σου. Εφόσον κατάφερες να τελειώσεις τη δοκιμασία σου, είναι η σειρά σου να ρωτήσεις», της εξήγησε η Μιχαέλα.

«Α ναι, σωστά… Σωστά…» είπε η κοπέλα αμήχανα.

Κοίταξε μία τη Νατάσα και μία τον Ηλία.

«Θάρρος ή Αλήθεια… Ηλία;»

Το παιδί έκατσε και σκέφτηκε για λίγο.

«Λέω να… πω μια αλήθεια».

«Ωραία!» Χάρηκε με την απάντησή του. Ήθελε να τον ρωτήσει κάτι εδώ και ενάμιση μήνα. Αλλά δίσταζε, γιατί ήξερε ότι ή δεν θα έπαιρνε απάντηση ή θα την πειράζανε . Τώρα όμως ήταν η κατάλληλη ευκαιρία.

«Πού δουλεύει ο αδερφός σου;»

Οι φίλοι της γύρισαν και την κοίταξαν, με το ένα τους φρύδι σηκωμένο. Δεν τους έκανε εντύπωση. Από την εφηβεία της γούσταρε τον Στέφανο, και προσπαθούσε να του τραβήξει την προσοχή όπως κάθε ντροπαλή έφηβη μπορούσε καλύτερα. Του Ηλία, βέβαια, δεν του άρεσε η ιδέα η κοτούλα του να είναι σε σχέση με τον αδερφό του. Δεν τους ήθελε μαζί. Τέλος!

Ωστόσο έπρεπε να της απαντήσει.

«Ο αδερφός μου δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο στη μέση του πουθενά. Δίπλα σε άλλα δύο εργοστάσια στη μέση του πουθενά. Σε αυτό που φτιάχνουν αυτά τα ζαχαρωτά που μοιάζουνε σαν βολβούς ματιών».

Η Μιχαέλα χλόμιασε απότομα.

«Σ-σε ποιο εργοστάσιο δουλεύει είπες;»

«Σας είπα. Δεν θα το ξαναπώ!» της είπε εκνευρισμένα ο Ηλίας.

Ξαφνικά ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα του δωματίου όπου βρισκόντουσαν οι φίλοι.

«Αν είστε οι γονείς μου, μπείτε. Αν είσαι ο αδερφός μου…»

«Τι θα μου κάνεις;» ρώτησε ο Στέφανος καθώς έμπαινε μέσα στο δωμάτιο. «Θέλω απλά να πω στα παιδιά ένα γεια».

«Τους το πες. Τώρα φύγε!»

«Γεια σου, Στέφανε», τον χαιρέτησε η Μαρίνα ντροπαλά, καθώς σηκωνόταν από τη θέση της. «Μας πρόλαβες στο τσακ».

«Γιατί; Φεύγετε από τώρα;» τους ρώτησε στενοχωρημένα.

«Όχι! Όχι όλοι… Μόνο εγώ» Τον πλησίασε σιγά, ντροπαλά ακόμα. «Έχω αύριο να ξυπνήσω νωρίς να πάω στον οφθαλμίατρο, να δω αν θα χρειαστεί να βάλω γυαλιά».

«Τι;» τη ρώτησε σοκαρισμένος ο Στέφανος. «Και να σκεπάσεις αυτά τα όμορφα τα μάτια, όμοια με τη θάλασσα;»

Την πλησίασε αυτός, μέχρι να ήταν σχεδόν ακριβώς ο ένας απέναντι από τον άλλον. Σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε τα μαλλιά της Μαρίνας.

«Κρίμα δεν είναι να κρύψεις τη θάλασσα πίσω από αυτές τις γυάλινες κουρτίνες…;»

«Ρε παιδιά!» φώναξε ο Ηλίας εκνευρισμένα. «Αν είναι να φλερτάρετε, κάντε το έξω από δω!»

«Άσε τους ήσυχους, ρε φίλε!» του έκανε παρατήρηση η Νατάσα. «Μιλάνε, δεν κάνουν κάτι κακό!»

Ο Ηλίας κοίταξε κάτω ξεφυσώντας. Τι ήθελε τώρα αυτός εδώ;

Ο Στέφανος τον κοίταξε για λίγο. Ύστερα τα μάτια του πέσανε πάνω στο χλωμό πρόσωπο της Μιχαέλας, η οποία τον κοίταζε κάπως περίεργα. Σχεδόν φοβισμένα.

«Τι έχεις εσύ, καλέ, και με κοιτάς λες και είμαι κάποιο φάντασμα;», τη ρώτησε.

«Εεεεε, να… σε κ-κοιτάω γιατί…» Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον ξανακοίταξε. «Μας είπε ο α-αδερφός σου ο-ότι δουλεύεις σε εργοστάσιο με ζ-ζαχαρωτά από β-β-βολβούς μ-ματιών και…και…»

«Και;», τη ρώτησε. «Τι; Φοβάσαι τα ζαχαρωτά; Ή μήπως φοβάσαι ότι είμαι αυτός ο Κύκλωπας που έχει τρομοκρατήσει την περιοχή;»

Γύρισαν όλοι να τον κοιτάξουν. Έπεσε νεκρική σιωπή και μια περίεργη ψύχρα ξαφνικά μέσα στο δωμάτιο. Μια ψύχρα δημιουργημένη από τον φόβο σχεδόν όλων εκεί μέσα.

«Ο Κύκλωπας;» ρώτησε η Μαρίνα αμήχανα, κοιτώντας όλους μέσα στο δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλάβει ποιος ήταν αυτός ο οποίος, απ’ ότι της φάνηκε, είχε τρομοκρατήσει τους φίλους της.

Ο Στέφανος γύρισε να την κοιτάξει. Είχε εμφανιστεί ένα περίεργο χαμόγελο πάνω στο πανέμορφο και γεμάτο χρώμα πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο χαλασμένο, στραβό, και σκοτεινό. Της χάιδεψε ξανά τα μαλλιά. Άρχισε να της εξηγεί.

«Πριν από ένα μήνα περίπου άρχισαν να εμφανίζονται πτώματα γυναικών στις περιοχές της Αττικής. Γυναίκες κοντά στα είκοσι πέντε, και γύρω στην ηλικία σας. Όλες τους ήταν πολύ όμορφες, όλες τους γλυκές, γεμάτες ζωντάνια! Αλλά όλες έχασαν τις ζωές τους από τα χέρια του Κύκλωπα…»

Ο Στέφανος γύρισε και κοίταξε τη Μιχαέλα, η οποία χλώμιασε ακόμα περισσότερο ακούγοντάς τον να μιλάει γι’ αυτό το τέρας. Άρχισε να την πλησιάζει, συνεχίζοντας την ιστορία του.

«Κανείς δεν τον έχει δει. Κανείς δεν θέλει να τον δει. Ο λόγος; Αφότου μαχαιρώνει άγρια της κοπέλες, μ’ ένα ασημένιο, ζεστό κουτάλι στο χέρι, βγάζει τους βολβούς από τα πρόσωπά τους και τους τρώει. Αφότου τους φάει, χώνει δύο ξύλινους, χοντρούς πασσάλους στα πρόσωπά τους. Ύστερα τις γδύνει, ωστόσο δεν παρενοχλεί τα σώματά τους. Αλλά γράφει με το ίδιο τους το αίμα, πάνω στο παγωμένο πια σώμα τους, το ίδιο όνομα, την ίδια λέξη: Κανένας…»

Η Μιχαέλα ξεροκατάπιε. Ήξερε για τον δολοφόνο, πώς δούλευε, πώς τις σκότωνε. Η ίδια τα είχε ακούσει από τον πατέρα της, που δούλευε πάνω στην υπόθεση. Της είχε πει μάλιστα πώς βγήκε το παρατσούκλι «Κύκλωπας». Κάποιοι στο τμήμα πίστευαν πως ο δολοφόνος ήταν λάτρης της Οδύσσειας, και συγκεκριμένα του διάσημου τέρατος που πίστεψε στον «Κανέναν» και γι’ αυτό τον έβγαλαν έτσι. Είχαν συμφωνήσει και οι δημοσιογράφοι μαζί τους όταν πήραν μερικούς αστυνομικούς για να κάνουν μια συνέντευξη πάνω στα αποτρόπαια αυτά εγκλήματα.

Η Μιχαέλα πάντα πίστευε πως όλοι οι δημοσιογράφοι έβγαζαν ονόματα για αυτούς τους εγκληματίες για τον εξής λόγο: Πέρα από την γέννηση του τρόμου που θα δημιουργούσε στο κοινό, θα τους έβαζε την ίδια στιγμή μια αλλόκοτη ηρεμία, γνωρίζοντας πως ο δολοφόνος έχει κάποια απρόσωπη όψη και ότι κάποια στιγμή θα μπορέσει κάποιος ή κάτι να την καταστρέψει και να επιστρέψει η ζωή πίσω στη φυσιολογική της ροή. Αυτό το καταλάβαινε και αυτή και οι φίλοι της, εκτός από την αφελή Μαρίνα, φυσικά.

Αυτό που δεν καταλάβαινε ήταν γιατί ο Στέφανος διηγούνταν την ιστορία σε όλους με μια σαδιστική ευχαρίστηση στη φωνή και στα μάτια του. Ο Στέφανος γενικά ήταν ένα ήσυχο, γεροδεμένο, και πάνω απ’ όλα ένα πολύ καλό παιδί. Δεν τον είχαν συνηθίσει έτσι, τρομακτικό και με κάποια σκοτεινή όρεξη. Λες και διασκέδαζε να τους τρομοκρατεί ένα πράγμα. Λες και…

Όχι, αποκλείεται! Ντροπή μου που μου πέρασε αυτή η σκέψη για τον αδερφό του κολλητού μου!

Η Μιχαέλα κούνησε το κεφάλι της, προσπαθώντας να διώξει τη σκέψη πως ο Στέφανος ήταν ο Κύκλωπας. Αποκλείεται, δεν κόλλαγε. Οι ώρες που δούλευε κιόλας δεν τον άφηναν να κάνει βόλτα στις πόλεις της Αττικής για να βρει θύματα. Οπότε, πώς θα μπορούσε να το κάνει;

«Μισό», είπε η Μαρίνα, κοιτώντας τον Στέφανο, ο οποίος είχε σταθεί ακριβώς απέναντι από τη Μιχαέλα και την κοίταζε μ’ ένα άψυχο βλέμμα. «Όταν είπες ότι έβγαζε τους βολβούς… εννοούσες τους βολβούς…;»

«Τους έβγαζε τα μάτια», της απάντησε, η φωνή του σχεδόν σαν ψίθυρος.

Ο Στέφανος ξαφνικά έβαλε το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν του. Όλοι τους τον κοίταζαν τώρα. Η ανησυχία είχε μπει για τα καλά μέσα τους, καθώς δεν ήξεραν τι να περιμένουν τώρα από αυτόν.

Έβγαλε το χέρι του από την τσέπη και τους παρουσίασε ένα ξύλινο κουτί. Δεν ήταν ούτε πολύ μεγάλο, ούτε πολύ μικρό. Δεν είχε κάποιο περίεργο σχέδιο πάνω του, βασικά δεν είχε κανένα σχέδιο πάνω του. Ήταν κάτι βαρετό. Παρά την ανιαρότητά του όμως, ήταν ένα παράξενο αντικείμενο που δύσκολα θα μπορούσε να έχει κάποιος μέσα στο μπουφάν του.

«Μπορώ, καλή μου, πριν φύγεις, να παίξω ένα γύρο με τη φίλη σου από δω;» ρώτησε ο Στέφανος την αγαπημένη του.

Η Μαρίνα κοίταξε προς τον Ηλία για συγκατάθεση. Ο Ηλίας, παρόλο ενοχλημένος με τον αδερφό του που τους αναστάτωσε, κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

«Ναι, μπορείς…» του είπε η Μαρίνα.

«Ωραία», είπε ο Στέφανος. Δεν είχε πάρει τα μάτια του μακριά από τη Μιχαέλα ούτε μια φορά.

«Θάρρος… ή Αλήθεια, φίλη μου;» ρώτησε την κοπέλα μπροστά του.

Η Μιχαέλα κοίταξε μία το κουτί και μία τον Στέφανο.

«Θάρρος», απάντησε.

Το χαλασμένο χαμόγελο του Στέφανου ξαναεμφανίστηκε στο πρόσωπό του. Άνοιξε με μια κίνηση το κουτί που κράταγε στα χέρια του. Η Μιχαέλα κοκάλωσε τελείως με το που είδε το περιεχόμενό του.

Μέσα στο κουτί υπήρχε ένα ζαχαρωτό μέσα στο διαφανές περιτύλιγμα του. Ένα ζαχαρωτό σε σχήμα ενός βολβού ματιού. Σαν αυτά που κατασκεύαζαν στο εργοστάσιο όπου δούλευε. Μόνο που το συγκεκριμένο δεν είχε κάποιο τρανταχτό χρώμα στην ίριδα του ματιού, όπως τα υπόλοιπα του είδους. Αυτό έμοιαζε πάρα πολύ με πραγματικό μάτι, με αυτό το καστανό χρώμα στην ίριδά του.

«Η δοκιμασία σου είναι να φας αυτό το ζαχαρωτό που είναι μέσα σ’ αυτό εδώ το κουτί», της είπε ο Στέφανος.

«Τι;», φώναξε η Νατάσα έντρομη. «Περιμένεις να φάει αυτό το απόβλητο, μετά από αυτά που μας διηγήθηκες; Πώς;»

«Θα μπορέσει», της απάντησε, χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του απάνω της. «Πρέπει να ολοκληρώσει τη δοκιμασία της». Το χαμόγελο στα χείλη του έγινε ακόμα πιο μεγάλο, ακόμα πιο χαλασμένο. «Εκτός κι αν φοβάσαι…»

«Ό-Ο-Οχι, δ-δεν…» τραύλισε η Μιχαέλα. Σήμερα βρήκε να τραυλίσει;

«Τότε, τι περιμένεις;» τη ρώτησε, πριν βγάλει το φρικιαστικό ζαχαρωτό από το κουτί, βάζοντάς στο χέρι του κοριτσιού.

«Ώρα για γλυκό».

Η Μιχαέλα κοίταξε το ζαχαρωτό. Έμοιαζε πολύ αληθινό. Σειρά της να της έρθει εμετός. Αλλά έπρεπε να ολοκληρώσει την δοκιμασία που της είχε βάλει. Ήταν η πρώτη φορά που φοβόταν την τιμωρία. Αν δεν την ολοκλήρωνε, δεν ήξερε τι να περιμένει από τον άνδρα μπροστά της, και αυτό την τρόμαζε.

Άνοιξε το περιτύλιγμα γρήγορα χωρίς δεύτερη σκέψη, και το έβαλε στο στόμα της. Το σώμα της προσπάθησε αντισταθεί στην εντολή του μυαλού να το μασήσει και να το καταπιεί. Αλλά τελικά τα κατάφερε.

Οι φίλοι της την κοίταζαν γεμάτοι αγωνία.

«Λοιπόν;» ρώτησαν ταυτόχρονα η Μαρίνα και ο Ηλίας.

«Πώς είναι;» ρώτησε η Νατάσα.

«Απαίσιο!» είπε η Μιχαέλα, παίρνοντας ένα από τα μωρομάντηλα του Ηλία και σκουπίζοντας την γλώσσα της. «Ήταν σα να έτρωγα ένα ζελέ που ήταν γεμάτο από στάχτες και με μια γεύση…»

«Κεράσι», συμπλήρωσε ο Στέφανος. Είχε απομακρυνθεί από τη Μιχαέλα και γύρισε να σταθεί ξανά δίπλα στη Μαρίνα. Το χρώμα και η ζωντάνια είχε ξαναγυρίσει στο πρόσωπό του, σαν να μη συνέβαινε τίποτα. «Είναι μια νέα γεύση που δοκιμάζουμε. Όπως και η όψη του! Φτιάξαμε τα ζαχαρωτά έτσι ώστε να μοιάζουν με αληθινά μάτια, και αυτό που έφαγες φίλη μου, ήταν τα πρώτα καστανά μάτια που κάναμε ζαχαρωτά».

Κοίταξε τη Μαρίνα με το πιο σαγηνευτικό του χαμόγελο. «Θες να σε συνοδέψω μέχρι το σπίτι σου, γοργόνα μου;» τη ρώτησε.

«Μετά χαράς!» απάντησε με χαρά η Μαρίνα.

Αποχαιρέτησε τους φίλους της και πήγε στο διαμέρισμά της με το χέρι του Στέφανου γύρω από τη μέση της. Λίγα λεπτά μετά, αφότου ηρέμησαν τα παιδιά, και αποφασισμένοι να μην αναφέρουν το περιστατικό, μιας και δεν έγινε κάτι απαίσιο, απλά ήταν η σειρά του να τους πειράξει με την ιστορία και με τη δοκιμασία, είπαν ν’ αφήσουν το παιχνίδι για σήμερα και να το ρίξουν σε κάποια ταινία. Δυστυχώς, διάλεξαν μία ρομαντική κομεντί.

Είχαν μόλις τελειώσει την ταινία, όταν άκουσαν ξανά χτυπήματα στην πόρτα του δωματίου. Αυτοί τη φορά όμως ήταν πιο γρήγορα και πιο δυνατά. Ο Ηλίας είχε σηκωθεί όταν ο αδερφός του άνοιξε την πόρτα και τους κοίταξε, το βλέμμα του ήταν γεμάτο από απόλυτο τρόμο.

«Η Μαρίνα…» άρχισε να λέει όταν ξαφνικά άκουσαν μια απόμακρη κραυγή. Ερχόταν από τον κάτω όροφο. Εκεί όπου έμενε η φίλη τους.

Σηκώθηκαν όλοι και έτρεξαν προς τις σκάλες που οδηγούσαν ακριβώς μπροστά από το διαμέρισμα της. Ο Στέφανος τους ακολούθησε.

Όταν έφτασαν στον κάτω όροφο, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό και ταυτόχρονα θλιβερό.

Όρθιος στην ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματος, ήταν ο πατέρας της Μαρίνας. Κραύγαζε από το θρήνο. Στην αγκαλιά του, κράταγε το γυμνό και αιματοβαμμένο πτώμα της κόρης του. Τα μάτια της έλειπαν και στη θέση τους είχαν μπει δύο πάσσαλοι.

Η Νατάσα βύθισε το πρόσωπό της στην αγκαλιά του Ηλία. Έκλαψαν μαζί. Η Μιχαέλα, μη μπορώντας να αντικρίσει το θέαμα, γύρισε και κοίταξε τον Στέφανο. Το χαμόγελό του είχε χαλάσει ξανά. Στο χέρι του κράταγε ξανά το κουτί. Ήταν ανοιχτό και ξανά γεμάτο από βολβούς ματιών. Αυτή τη φορά το χρώμα στην ίριδά τους ήταν μπλε. Στην απόχρωση της θάλασσας.

Όπως τα μάτια της Μαρίνας.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Ναταλία Σκίννερ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 12 Αυγούστου 1996 από Άγγλο πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Έχει σπουδάσει στο Δ.ΙΕΚ Χαϊδαρίου και στο Δ.ΙΕΚ Αμπελοκήπων, στο τμήμα της Υποκριτικής Τέχνης. Έπαιξε στην πρώτη της ταινία μικρού μήκους το 2018, όπου προβλήθηκε το 2019, και μέχρι σήμερα προβάλετε σε φεστιβάλ σ’ όλη την Ευρώπη. Ταυτόχρονα, έχει δημιουργήσει με τον κολλητό της μια μικρή εταιρία παραγωγής ταινιών, που εκεί έγραψαν το σενάριο της πρώτης δικής τους ταινίας μικρού μήκους, το σκηνοθέτησαν μαζί και έπαιξαν μαζί, με άλλους ηθοποιούς. Και παρόλα τα μέτρα λόγω του Covid, συνεχίζουν να γράφουν καινούργια σενάρια, και ήδη μέσα σε λίγους μήνες θα αρχίσουν τα γυρίσματα για τη δεύτερη ταινία μικρού μήκους. Παρόλο που η υποκριτική ήταν το μεγαλύτερό της όνειρο, παράλληλα έγραφε ιστοριούλες από παιδάκι, αν και τις περισσότερες φορές τις πέταγε στα σκουπίδια από έλλειψη αυτοπεποίθησης. Αλλά όση ανασφάλεια και να είχε, οι ιδέες δεν σταματήσανε ποτέ να έρχονται και συνέχισε να τις γράφει, έστω και ανολοκλήρωτες, μέχρι σήμερα. Μένει στη Δάφνη, Αττικής, όπου τις καθημερινές μέρες δουλεύει από το σπίτι για την Teleperformance και τα Σαββατοκύριακα τα περνάει βλέποντας το κοριτσάκι της.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά