Διήγημα: “Ο ήχος του απείρου” της Αναστασίας Γάρδα

by Nyctophilia

Το διήγημα “Ο ήχος του απείρου” της Αναστασίας Γάρδα συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ελσίνκι 93 (Φινλανδία)

Η νεαρή γυναίκα έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα και μπήκε δειλά στο μικρό παλαιοπωλείο. Κοίταξε γύρω· δεν υπήρχε κανείς, όμως άκουσε μια βρύση να τρέχει, κάπου στο βάθος. Περπάτησε προσεκτικά ανάμεσα στα εντυπωσιακά έπιπλα και αντικείμενα, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή του ήχου. Έφτασε μπροστά σε έναν πάγκο που διέτρεχε όλο το πλάτος του χώρου.

Πάνω του φάκελοι και χαρτιά, φωτογραφίες και σχέδια από αντίκες, ταμπελάκια τιμών και πληροφοριών, μια ξεχειλισμένη μολυβοθήκη και ένα φουσκωμένο τετράδιο, ένα μεγάλο φλυτζάνι ζεστού καφέ και κορνίζες από οικογενειακά στιγμιότυπα, ένα μικρό τάμπλετ παλιάς τεχνολογίας και ακριβώς μπροστά από αυτό… Γούρλωσε έκπληκτη τα μάτια της και πάτησε το έμβολο του ασυνήθιστου κουδουνιού υποδοχής.

Ο υψηλότονος, διαπεραστικός ήχος αντήχησε σε όλο το κατάστημα.

Ένας κάβουρας με ολοστρόγγυλο καβούκι! σκέφτηκε ενθουσιασμένη, σκύβοντας για να παρατηρήσει καλύτερα το ασημένιο καπέλο – χαραγμένο με τυχαίες, χαοτικές γραμμές – και τα χάλκινα πόδια και δαγκάνες που ξεπρόβαλλαν από κάτω.

“Έτοιμος ν’ αρχίσει να τρέχει, έτσι δεν φαίνεται;” άκουσε μια εύθυμη φωνή και σηκώθηκε τρομαγμένη.

Ο ηλικιωμένος άντρας πλησίασε τον πάγκο από την άλλη πλευρά σκουπίζοντας τα χέρια του. Ο ήχος της βρύσης είχε πάψει.

“Συγγνώμη, δεν μπόρεσα να αντισταθώ”, απολογήθηκε εκείνη.

“Μα γιατί να αντισταθείτε, αυτή είναι η δουλειά του”, την καθυσήχασε. “Περνώ τόσες ώρες εκεί πίσω”, έδειξε μια μισάνοιχτη πόρτα πίσω του που προφανώς οδηγούσε σε άλλον χώρο. “Στηρίζομαι απόλυτα στον πιστό μου βοηθό από ‘δω, για να μη χάνω πελάτες. Τουλάχιστον μέχρι να αποφασίσει στ’ αλήθεια να τρέξει προς τη θάλασσα”, αστειεύτηκε. “Είμαι ο Αλπέρτι Λέτινεν”.

“Χάρηκα, είμαι η Ίλια Κόσκελα. Μα είναι εκπληκτικό, τα πόδια φαίνονται τόσο αληθινά”. Έσκυψε πάλι, λίγο πιο επιφυλακτικά. “Οι αρθρώσεις, τα μικροσκοπικά δόντια στις δαγκάνες… Αλλά και το ασήμι, τόσα πολλά και περίπλοκα σχέδια σε τόσο μικρή και δύσκολη επιφάνεια. Τι τέχνη! Θα πρέπει να στοιχίζει μια περιουσία”.

“Ίσως, μα δεν γνωρίζω με ακρίβεια. Μου το χάρισαν πριν μερικές μέρες και δεν έχει έρθει ακόμα ο εκτιμητής”.

“Σας χάρισαν τέτοιο κομψοτέχνημα; Πώς είναι δυνατόν;”

“Θεωρούσαν πως είναι στοιχειωμένο και ήθελαν να το ξεφορτωθούν πάση θυσία”.

“Στοιχειωμένο; Αν είναι δυνατόν!”

Ο άνδρας ένευσε καταφατικά. “Δεν πρόλαβα καν να τους δώσω τουλάχιστον όσα είχα στην ταμειακή, για να μη φύγουν με τελείως άδεια χέρια”.

“Πόσο κρίμα να θέλει κάποιος να ξεφορτωθεί κάτι τόσο όμορφο εξαιτίας μιας προκατάληψης”.

“Ίσως να το μετανιώσουν, ποιος ξέρει. Δεν πρόκειται να το πουλήσω άλλωστε, μου αρέσει πολύ· εκτός, βέβαια, κι αν πρόκειται για προϊόν κλοπής”.

“Σαφώς”, συμφώνησε η γυναίκα. “Και αυτό στην κορφή του καπέλου; η κυκλική λωρίδα από…ελεφαντόδοντο είναι αυτό;” χάιδεψε με το ακροδάχτυλό της το σημείο.

“Α, ναι! Εντυπωσιακή λεπτομέρεια, πράγματι. Και, με μεγεθυντικό φακό, φαίνονται επιπλέον χαράξεις πάνω στο ελεφαντόδοντο. Γράμματα· μια φράση σε, όχι και πολύ καλά, λατινικά. Ο δημιουργός, πιθανότατα, ήθελε απλά να κάνει εντύπωση”.

“Τι λέει η φράση;”

Ο άνδρας καθάρισε το λαιμό του, απόλυτα προετοιμασμένος για την ερώτηση.

“Σε ελεύθερη μετάφραση: Αν ένα μαγικό ταξίδι στο χρόνο μας πάει εμπρός και πίσω, μπορεί ένα μαγικό ταξίδι στο χώρο να μας πάει αριστερά και δεξιά;

Η νεαρή γυναίκα τον κοίταξε σαν υπνωτισμένη για λίγο.

“Τι σημαίνει;” ψιθύρισε.

“Προφανώς ένα παιχνίδι λέξεων σχετικά με τις υποτιθέμενες παράλληλες διαστάσεις. Μαζί με το ταξίδι στο χρόνο ήταν πολύ της μόδας στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, οπότε και, μάλλον δημιουργήθηκε ο δεκάποδος φίλος μας. Και βέβαια, είναι μια πολύ έξυπνη σύνδεση και με το θέμα του κουδουνιού” έδειξε το αντικείμενο με περηφάνια. “Αριστερά και δεξιά, η κίνηση του κάβουρα”.

“Πολύ έξυπνο!” η γυναίκα ανασηκώθηκε και το βλέμμα της έλαμψε.

“Πολύ, ομολογουμένως. Τα φτωχά λατινικά δεν ήταν απαραίτητα, αλλά το ταλέντο και η φιλοσοφική έμπνευση του δημιουργού επικαλύπτουν τις ατέλειες”.

“Έχετε οπωσδήποτε ένα σπανιότατο έργο τέχνης στα χέρια σας, κύριε Λέτινεν”.

“Δεν είμαι και τόσο αισιόδοξος. Στη βάση του…” ο ηλικιωμένος σήκωσε το βαρύ αντικείμενο και το αναποδογύρισε “…εδώ, βλέπετε; Κάτω από το μέρος και το έτος κατασκευής, ο σειριακός αριθμός. Λίγο περίεργος, αλλά δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο”.

“Εδώ λέει Νο.93/∞. Δηλαδή, είναι το ενενηκοστό τρίτο της σειράς;”

“Σωστά”.

“Ποιο άγνωστο ταλέντο έφτιαξε όχι μόνο παραπάνω από ένα, αλλά και περισσότερα από ενενήντα τρία; μονολόγησε η γυναίκα.

“Αλλά… δίπλα δεν έπρεπε να αναγράφει πόσα κομμάτια έχει η σειρά; Εδώ βλέπω μόνο το σύμβολο του απείρου”.

“Α, υποθέτω πως είναι κάποιο λάθος στη χάραξη. Ο εκτιμητής θα έχει μια πιο εμπεριστατωμένη άποψη”, ο Αλπέρτι άφησε πάλι το κουδούνι στη θέση του. “Και τώρα πείτε μου…”, τράβηξε ένα ψηλό σκαμπό και έγειρε πάνω του, “…πώς μπορώ να σας βοηθήσω, κυρία Κόσκελα;”

Αφού εξυπηρέτησε τη γυναίκα, επέστρεψε πάλι στο πίσω δωμάτιο και συνέχισε να πλένει τα νέα αντικείμενα που θα έμπαιναν στη βιτρίνα την επόμενη εβδομάδα.

Είχε μόλις βυθίσει τα γαντοφορεμένα χέρια του στον μαρμάρινο νιπτήρα με το ειδικό διάλυμα, όταν άκουσε πάλι τον κρυστάλλινο τόνο του κουδουνιού. Κούνησε παραιτημένα το κεφάλι του.

Δεύτερη φορά το κουδούνι.

Έβγαλε τα γάντια, πλύθηκε με ζεστό νερό και σαπούνι, πήρε τη μεγάλη πετσέτα και βγήκε βιαστικά στην υποδοχή.

Δεν ήταν κανείς.

Δεν είχαν μισό λεπτό να με περιμένουν; Θα μπορούσαν να με φωνάξουν, αν βιάζονταν τόσο πολύ, σκέφτηκε ενοχλημένος.

Μα πριν προλάβει να επιστρέψει στο πίσω δωμάτιο, το κουδούνι ακούστηκε ξανά.

Και ο Αλπέρτι πάγωσε στη θέση του, κοιτώντας έντρομος το προφανώς άδειο μαγαζί.

Ελσίνκι 34 (Φινλανδία)

Ο Χάνες πάτησε εκνευρισμένος, για τρίτη φορά, το έμβολο της παλιαντζούρας που είχε για κουδούνι υποδοχής ο αδελφός του στο ξενοδοχείο. Πάλι δεν ακούστηκε τίποτα.

Τα χάλκινα πόδια κάβουρα που ξεπρόβαλλαν κάτω από το ασημένιο καπέλο, τον έκαναν να ανατριχιάζει. Σαν να ήταν έτοιμο το ρημάδι να ζωντανέψει και να πηδήξει πάνω του.

“Τι την έχεις τη βλακεία, άμα δε δουλεύει;” μουρμούρισε και άρχισε να χτυπάει με δύναμη τον πάγκο.

Ο αδελφός του βγήκε τρέχοντας από το πίσω δωμάτιο.

“Είσαι ηλίθιος, αγόρι μου;” τον ρώτησε έκπληκτος.

“Η πανάκριβη αντίκα σου, Χέντβικ”, απάντησε ο Χάνες κοροϊδευτικά, φτύνοντας άθελά του λίγο σάλιο “χάλασε κιόλας”.

“Τι της έκανες;”

“Και στο ‘πα, δώσε τα λεφτά σε μένα να γίνουμε και οι δυο πλούσιοι· αλλά πού μυαλό”.

Ο Χέντβικ σήκωσε το βαρύ αντικείμενο από τον πάγκο και το αναποδογύρισε, κοιτώντας το ερευνητικά. “Και γιατί, ρε ηλίθιε, χτύπαγες τον πάγκο και δε με φώναζες;”

“Εσύ δεν είπες όταν έρχομαι εδώ να μη φωνάζω, γιατί το ξενοδοχείο σου έχει πελάτες επιπέδου; Έτσι δε λες τους αξιωματικούς των αλητών που μας κρατούν σκλαβωμένους εδώ και έξι μήνες;” ειρωνεύτηκε πάλι ο Χάνες.

“Τα παράπονά σου στην κυβέρνησή μας που συνθηκολόγησε”, τον κοίταξε με λύπηση ο αδελφός του. “Είσαι τελείως μεθυσμένος”.

“Καθόλου”.

“Φτιαγμένος;”

“Όχι περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Παρατηρείς πως δεν έχω χάσει ούτε συλλαβή από τα λόγια μου;” ρώτησε με περηφάνια.

Ο Χέντβικ άφησε πάλι τον κάβουρα στον πάγκο και πάτησε το έμβολο. Τίποτα.

“Αλήθεια, θα σε σκοτώσω”, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. “Δεν με νοιάζει γιατί ήρθες, φύγε και έλα πάλι αύριο που θα έχω ηρεμήσει”.

“Μα…”

“Ούτε λέξη”.

Ο Χάνες ξίνισε τα μούτρα του. Προσποιήθηκε πως έφευγε, αλλά αμέσως πετάχτηκε προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι του και πάτησε ξανά το έμβολο. Ο κρυστάλλινος ήχος του κουδουνιού ακούστηκε και πάλι.

“Είδες; Απλά είχε μπλοκάρ-”

“Έξω! Τώρα!”

“Εσύ γιατί επιτρέπεται να φωνάζεις;” ρώτησε δήθεν αθώα ο Χάνες, αλλά το βλέμμα του αδελφού του τον έκανε να φύγει τρέχοντας.

Ο Χέντβικ αναστέναξε και κοίταξε τον κάβουρα. Πάτησε πάλι το έμβολο. Τίποτα.

Όχι, όχι, αφού δούλεψες”, ψιθύρισε.

Άλλη μια φορά. Σιωπή. Και ύστερα από λίγο μια τρίτη, πιο μαλακά. Τί-πο-τα.

“Αλήθεια Χάνες, θα σε σκοτώσω…” μονολόγησε και ακούμπησε παραιτημένος το κεφάλι του στον πάγκο.

Ελσίνκι 163 (Νέα Φινλανδία)

Η Γιάννικα σκούντηξε έντρομη την Καρίν, που κοιμόταν δίπλα της.

“Πάλι εφιάλτης;” ρώτησε εκείνη αμέσως, μισοκοιμισμένη.

“Ο κάβουρας”.

“Ποιος;”

“Ξύπνα, ο κάβουρας. Το κουδούνι, στη βιβλιοθήκη”.

“Την αντίκα λες;”

“Ναι μωρέ, ξύπνα σου λέω. Το άκουσα”.

“Ποιο;”

“Το κουδούνι, ρε παιδί μου”, πήγε να φωνάξει συγχυσμένη η Γιάννικα, αλλά αμέσως κατέβασε τη φωνή της σε ψίθυρο. “Χτύπησε μόνο του. Δύο φορές”.

“Ε, θα μπλόκαρε, θα το κοιτάξουμε αύριο”.

“Ίσως να μπλόκαρε τη δεύτερη φορά, αλλά μόνο αν κάποιος το είχε πατήσει την πρώτη. Και η πρώτη φορά από πού ήρθε;”

“Λυπήσου με, δεν καταλαβαίνω τι μου λες και δουλεύω νωρίς αύριο”, κουκουλώθηκε η Καρίν.

“Μα σου λέω…”

“Γιάννικα”, ξεσκεπάστηκε και την κοίταξε αυστηρά. “Αγάπη μου. Φως της ζωής μου. Αύριο έχουμε τη σημαντικότερη εκτόξευση του χρόνου και οι ζωές δεκαεπτά αστροναυτών εξαρτώνται από τη δική μου διαύγεια. Σε παρακαλώ, άσε με”.

Ξαφνικά, το κουδούνι αντήχησε σε όλο το σπίτι.

Τρίτη φορά, έδειξε με τα δάχτυλά της η Γιάννικα.

Λίγα λεπτά μετά, στήθηκαν και οι δύο πίσω από την κλειστή πόρτα του υπνοδωματίου. Η μία κρατούσε ένα μπαστούνι του χόκεϊ και η άλλη ένα βιβλίο.

“Καλή επιλογή”, ψιθύρισε η Γιάννικα. “Η Οδύσσεια του Τζόις είναι τρομακτικό ανάγνωσμα, θα τους διώξει αμέσως”.

“Ποιος κλέφτης μπαίνει σε σπίτι και βαράει κουδούνια-αντίκες, βρε ζώον; Πιο πιθανή εξήγηση το φάντασμα, οπότε και το μπαστούνι σου είναι πλήρως άχρηστο”.

“Έστειλες σήμα στην αστυνομία;”

“Με ξαναρώτησες”.

“Πόσο χρόνο σου έδωσαν;”

“Πέντε με δέκα λεπτά”.

“Έχει και τα καλά του, το να είσαι η διευθύντρια της Διαστημικής Υπηρεσίας”.

“Να δεις πόσα καλά θα έχει, αν δεν είναι τίποτα και δε μπορέσω να ξανακοιμηθώ μετά, για να είμαι ξεκούραστη αύριο”.

“Έλα, δε μπορώ τις υπερβολές· πάντα είσαι τσίτα κάθε βράδυ πριν από εκτόξευση”.

“Τώρα, θα σου έλεγα τίποτα βαρύ, αλλά έχε χάρη”.

“Βαρύ σαν το βιβλίο σου;” ειρωνεύτηκε η Γιάννικα και της ξέφυγε ένα γελάκι, την ώρα που άκουσαν τη σειρήνα του περιπολικού να πλησιάζει.

“Καμία ένδειξη διάρρηξης”, είπε ο αστυνομικός, κοιτώντας ύποπτα το καθιστικό γύρω του. “Άλλωστε, θα είχε χτυπήσει και ο συναγερμός σας”.

“Φοβηθήκαμε μήπως τον είχαν απενεργοποιήσει”, είπε η Καρίν, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εκνευρισμό προς τη σύντροφό της. Ρεζίλι γίναμε, την κάρφωσε με το βλέμμα.

Η Γιάννικα, μπροστά στη βιβλιοθήκη, ανασήκωσε αθώα τους ώμους της και ύστερα γύρισε διακριτικά και πίεσε το έμβολο του κουδουνιού. Τίποτα. Ζάρωσε τα φρύδια της και το πίεσε άλλη μια φορά. Το ίδιο. Το πήρε με ευκολία στα γυμνασμένα χέρια της και το περιεργάστηκε. Το άφησε πάλι στη θέση του, το κοίταξε πεισμωμένη για λίγο και μετά το πάτησε συνεχόμενα, σαν παιδάκι, για μερικά δευτερόλεπτα. Το ίδιο αποτέλεσμα. Αναστέναξε, απολύτως μπερδεμένη.

Σχεδόν μια ώρα μετά και αφού οι αστυνομικοί έλεγξαν όλο το σπίτι και το γκαράζ, έμειναν πάλι οι δυο τους.

“Δεν θέλω να συζητήσω τίποτα”. Η Καρίν ξεκίνησε να περπατά προς το δωμάτιο. “Θέλω απλά να κοιμηθώ”.

“Το άκουσες κι εσύ”, τη σταμάτησε η Γιάννικα. “Το ξέρεις ότι το άκουσες. Έχουμε αυτό το κακόγουστο πράγμα εδώ μέσα, κοντά δώδεκα χρόνια. Και δεν δούλεψε ούτε στιγμή όλον αυτόν τον καιρό. Αλλά απόψε, το άκουσαμε και οι δυο”.

Η Καρίν στάθηκε ακίνητη για λίγο. “Πάμε να το βάλουμε στο χρηματοκιβώτιο στο γκαράζ. Και μετά, θέλω απλά να κοιμηθώ”.

Νέο Ελσίνκι 498 (Ηνωμένες Νορδικές Χώρες)

Η Λούμι έμεινε απολύτως ακίνητη μέσα στο σκοτάδι του υπογείου. Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει σαν τύμπανο σε όλο της το σώμα.

“Τι ήταν αυτό;” ψιθύρισε η φωνή στο ακουστικό της. “Τι ήταν αυτό το κουδούνισμα;”

“Ο κάβουρας”, ψιθύρισε κι εκείνη, συγκρατώντας έναν λυγμό.

“Πώς κουδούνισε ο κάβουρας; Αυτό το πράμα δε δούλευε από τότε που γεννηθήκαμε”.

“Δεν ξέρω”.

Ένα δεύτερο κουδούνισμα αντήχησε στο χώρο και την έκανε να τιναχτεί.

“Παράτα τον και φύγε”, διέταξε η φωνή.

“Δεν μπορώ, είναι το μοναδικό πράγμα που απέμεινε από τη μαμ-” της ξέφυγε ο λυγμός.

“Λούμι, η μαμά δεν θα ήθελε να πεθάνεις για μια βλακεία που φτιάχτηκε πριν 150 χρόνια! Μπες στο τούνελ γρήγορα, σε περιμένω στην άλλη πλευρά!”

“120 χρόνια”.

“Τι;”

“Λέω, φτιάχτηκε πριν 120 χρόνια”.

“Πες μου ότι δε χάνεις χρόνο εκεί μέσα όσο οι στρατιώτες διαλύουν το σπίτι μας από πάνω σου, για να με διορθώσεις!”

“Δεν ξέρω τι κάνω, δεν μπορώ να κουνηθώ…”

“Λούμι, γλυκιά μου”, ηρέμησε η φωνή, “άσε τον κάβουρα κάτω· κάνε τρία βήματα αριστερά· σκύψε και μπες στο τούνελ. Ούτως ή άλλως δε θα μπορούσες να τον κουβαλήσεις για πολλή ώρα και πρέπει να κινηθείς γρήγορα”.

“Δεν ξέρω…” ξεκίνησε να λέει πάλι, αλλά άκουσε την πόρτα του υπογείου ν’ανοίγει.

“Λούμι, φύγε-”

Έκλεισε το ακουστικό της, έσφιξε τον κάβουρα στα χέρια της και έκανε ένα βήμα αριστερά, όσο κάποιος κατέβαινε τη σκάλα.

Δεύτερο βήμα στ’αριστερά, τη στιγμή που ο κάποιος απασφάλισε το όπλο του.

“Νίκλας, τι κάνεις εκεί κάτω;” ρώτησε μια γυναίκα από το ισόγειο, που κρατούσε μια λάμπα πετρελαίου και φώτισε κάποια σημεία του υπογείου.

“Σσσσσς!” διέταξε μόνο εκείνος και έμεινε να κοιτά τα σκοτεινά μέρη, με το δάχτυλό του στη σκανδάλη.

Η Λούμι είχε ήδη προλάβει να κάνει το τρίτο βήμα και να σκύψει μπροστά στην είσοδο του τούνελ.

Δεν με έχει δει. Δε με βλέπει.

Έκλεισε τα μάτια της ανακουφισμένη και ετοιμάστηκε να χωθεί ολόκληρη στη στενή τρύπα με την επόμενη ευκαιρία, όταν ξαφνικά…

Ο κάβουρας στα χέρια της άρχισε να κουδουνίζει μανιασμένα. Και ο Νίκλας ξεκίνησε να πυροβολεί.

Ελσίνκι 991 (Νέα Φιλανδία)

Ο Πάαβο υπέγραψε περιχαρής τη δήλωση ιδιοκτησίας της αντίκας που μόλις είχε κερδίσει στον πλειστηριασμό. Κοίταξε πάλι με περηφάνια δίπλα του, το ασημένιο κουδούνι υποδοχής, με τα χάλκινα πόδια και δαγκάνες κάβουρα, βολεμένο μέσα στο διάφανο κουτί με τη βελούδινη βάση.

“Και αυτό πάνω στο καπέλο”, ρώτησε την αντιπρόσωπο του μουσείου “είναι σίγουρα ελεφαντόδοντο;”

“Είναι ο μόνος λόγος που το συγκεκριμένο αντικείμενο έπιασε τέτοια τιμή, κύριε Καουπίλα”, είπε εκείνη ανέκφραστα, περιμένοντάς τον να τελειώσει με τις υπογραφές.

“Ναι, το γνωρίζω. Είναι και ο μόνος λόγος που έδωσα προσφορά σήμερα, απλά… μου φαίνεται εκπληκτικό. Σύντομα θα αγγίξω ένα κομμάτι από ένα υπέροχο ζώο, που έχει εξαφανιστεί εδώ και έναν αιώνα”, μονολόγησε χαμηλόφωνα και ανατρίχιασε.

“Το συγκεκριμένο αντικείμενο είναι ένας από τους λόγους, που το υπέροχο ζώο έχει εξαφανιστεί εδώ και έναν αιώνα”, δεν μπόρεσε να κρύψει την πίκρα της η αντιπρόσωπος.

Και ο κάβουρας μέσα στο κουτί ίσως θέλοντας να μοιραστεί το συναίσθημα, ελευθέρωσε έναν και μοναδικό κρυστάλλινο ήχο που αντήχησε μέσα στην ησυχία του δωματίου κάνοντας και τους δύο να πεταχτούν έντρομοι.

Ελσίνκι 1670 (Βασίλειο της Φινλανδίας)

Ο νεαρός Αρχιδούκας Όσκου πάτησε δειλά, με το γαντοφορεμένο του χέρι, το έμβολο του κουδουνιού με τα πόδια κάβουρα. Σιωπή.

“Δεν κάνει τίποτα, είναι χαλασμένο”. Έσπρωξε με δύναμη το βαρύ αντικείμενο και κοίταξε απογοητευμένος τη μητέρα του.

“Μπορεί να μην το πάτησες καλά”, είπε εκείνη ανήσυχη. “Δοκίμασε πάλι”.

Ελσίνκι 2056 (Φινλανδία)

Η Ρέετα έβγαλε μια κραυγή και κατέβασε με ορμή το σφυρί πάνω στην παλιαντζούρα με τα χάλκινα πόδια κάβουρα που κουδούνιζε όποτε ήθελε μόνη της εδώ και εβδομάδες και είχε αποτρελάνει τον αγαπημένο της πατέρα.

Ελσίνκι 3001 (Φινλανδία)

Ο Σάμι τελείωσε, για πολλοστή φορά, την επανασυναρμολόγηση του κουδουνιού-κάβουρα. Έβγαλε τα γυαλιά πρεσβυωπίας του, πήρε μια βαθιά ανάσα και πάτησε το έμβολο. Τίποτα. Όλα τα ξεχωριστά κομμάτια φαίνονταν να δουλεύουν κανονικά· αλλά μαζί, εδώ και εβδομάδες… τίποτα. Η επίμονη σιωπή τον έκανε να φωνάξει απηυδησμένους.

Ελσίνκι 5694 (Ηνωμένες Νορδικές Χώρες)

Η Τάικα κοίταξε έκπληκτη την αντίκα με τα τρομακτικά πόδια κάβουρα, και αναρωτήθηκε μήπως είχε φανταστεί το κουδούνισμα που δεν είχε προκαλέσει κανένα ανθρώπινο χέρι.

Ελσίνκι 7322 (Φινλανδία)

Η Ούλα πήρε το κουδούνι-κάβουρα στα χέρια της…

Ελσίνκι 1550938 (Φινλανδία)

Ο Βέετι πάτησε εκνευρισμένος το έμβολο…

Ελσίνκι 4000721 (Νέα Φινλανδία)

Ο κάβουρας κουδούνισε μόνος του και η Άαμου κόντεψε να πάθει καρδιακό…

Ελσίνκι 8276100 (Βασίλειο της Φινλανδίας)

Ελσίνκι 10554921 (Φινλανδία)

Ελσίνκι 45007813 (Νέα Φινλανδία)

Ελσίνκι 18283748493…

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Αναστασία Γάρδα γεννήθηκε το 1981, μένει στον Πειραιά και είναι απόφοιτος Αρχιτεκτονικής. Ασχολείται ερασιτεχνικά (προς το παρόν) με τη συγγραφή και γράφει κυρίως ιστορίες high και dark fantasy, με crossovers σε όποιο υποείδος της γυαλίσει. Δημοσιεύει τακτικά νέο υλικό στο προσωπικό της blog druidandcrow.blogspot.com και ολοκληρώνει το πρώτο της μυθιστόρημα. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε τόμους των ανθολογιών “Θρύλοι του Σύμπαντος” (Εκδόσεις “Συμπαντικές Διαδρομές”) και έχει συμμετάσχει στη συλλογική συγγραφή του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας “Τα Χρονικά της Καταραμένης Γης: Η πτώση της ανθρωπότητας” (Εκδόσεις “Συμπαντικές διαδρομές”).

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά