Διήγημα: “Ο θάνατος δεν είναι επισκέπτης” του Άρη Δεληγιαννίδη

by Nyctophilia

Το διήγημα του Άρη Δεληγιαννίδη “Ο θάνατος δεν είναι επισκέπτης” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

«Καταραμένοι να είναι οι ουρανοί, καταραμένη και η ώρα που γεννήθηκα. Κατάρα και σε εσένα, αιώνια να βασανίζεσαι. Ποτέ η ψυχή σου να μην αναπαυτεί· σκουλήκια και μύκητες να κατατρώνε τα σάπια σου κόκκαλα.

»Στεγνή η πένα και άδειο το χαρτί μου. Όλα εξαιτίας σου. Με πήρες από το χέρι και με οδήγησες κάτω στον ολισθηρό δρόμο προς την άβυσσο. Δεν μου υποσχέθηκες τίποτα, το ξέρω. Μα το λυχνάρι των γραφών σου φώτιζε με μεγαλειώδεις σκιές το εκτυφλωτικό λευκό των ψυχρών χαρτιών. Και τώρα σιωπή. Τα κοράκια δεν ραμφίζουν τα τζάμια του μυαλού μου και οι νεκρές γυναίκες στέκουν ακίνητες, θαμμένες, μακριά από τη ζωή, μακριά και από την έμπνευσή μου. Σε θεωρώ υπαίτιο λοιπόν και ας μην σε νοιάζει.

»Πόσοι μήνες έχουν περάσει, μετράς; Υπάρχει χρόνος εκεί στα μπουντρούμια του θανάτου; Ήταν χιονισμένα όταν πρωτοήρθα στον τάφο σου. Στα πυκνά χιόνια γονάτισα και παρακάλεσα για ένα σημάδι από τον Άλλο Κόσμο. Ένα παγωμένο αεράκι να φυσήξει, να νεκρώσει τη ματαιοδοξία μου και να μου δώσει έμπνευση από την αντίπερα όχθη. Να γράψω για τα σκοτάδια που τόσο ποθώ. Να σχηματίσω στίχους μακάβριας ποιητικότητας.

»Δεκέμβρης ήταν θαρρώ όταν σου εξήγησα πως δεν ποθώ να γίνω εσύ. Δεν μπορώ και δεν το αξίζω. Το άγγιγμά σου θέλησα, να μεταφέρει θερμότητα από το σαθρό μου σώμα στην έμπνευση, στη σκέψη και φαντασία. Άγιες μέρες πλησίαζαν όταν φίλησα το αφιλόξενο μάρμαρο και γύρεψα το ανόσιο. Και εσύ παρέμεινες σιωπηλός. Αύγουστος πια, ο χρόνος γύρισε σελίδα κι εσύ εκεί, να με παρακολουθείς απαξιωτικά να ξεφτιλίζομαι για μία αράδα. Με αηδιάζεις.

»Σ’ αυτό το διάστημα δεν έχασα το χρόνο μου, μονάχα να έρχομαι γονυπετής στο νεκροταφείο του Γουέστμινστερ. Με βλέπεις να γελάω, αλλά είναι με πίκρα. Τον σκότωσα τον γάτο μου, όπως έκανες και εσύ. Τον αγαπούσα, ναι. Δεν άντεξα να του βγάλω το μάτι, αλλά τον σκότωσα. Πόνεσα κι έκλαψα. Άφησα τα δάκρυά μου να υγράνουν το χαρτί, ν’ απλώσει το μελάνι, να κάνει λεκέ. Στα σχήματα του μαύρου έψαξα διεξόδους. Ιστορίες για τις οποίες θα με μνημονεύουν. Όχι για εκατοντάδες χρόνια όπως την αφεντιά σου. Αλίμονο. Να δω το όνομά μου σε μια παλιοφυλλάδα θέλησα, μα του κάκου. Ούτε ένα γράμμα δεν έκατσε να μου κρατήσει παρέα στις κενές γραμμές του τετραδίου.

»Την παράτησα τη γυναίκα μου. Την ξεφτίλισα πρώτα δημόσια, την πλήγωσα, την χτύπησα, έφτυσα πάνω στην αξιοπρέπειά της και την παράτησα. Δεν το άξιζε, αλλά το έκανα για να νιώσω τιποτένιος. Να νιώσω απέχθεια για την ανθρώπινη φύση και να μισήσω το είδωλο στον καθρέφτη. Τα δόντια μου έτριξαν από μίσος και οι γροθιές μου έσφιξαν. Δεν με συμβούλεψες Έντγκαρ. Δεν με δασκάλεψες πως κανείς δεν μπορεί να γράψει με την παλάμη του γροθιά. Δεν ήσουν εκεί. Μία λέξη κατάφερα να περάσω στο χαρτί και ήταν με ορνιθοσκαλίσματα αγράμματου αγρότη. Ξέρεις τι έγραφε; Τίποτα από εκείνα τα εύστοχα που έγραφες εσύ και έκανες τις ψυχές μας να κουνιούνται από τη θέση τους. Μάταια έγραφε».

Κι έτσι θα συνέχιζα το παραλήρημα, αν ξαφνικά δεν συνειδητοποιούσα κάτι που ανέκαθεν ήταν γραμμένο στην ταφόπλακα, μα ποτέ δεν μου είχε φανεί παράταιρο. Να όμως που το αφυδατωμένο μου μάτι σκάλωσε σε δύο ονόματα. Κυρία Μαρία Κλεμμ και Βιρτζίνια Πόε. Πεθερά και γυναίκα κοιμούνταν εκατέρωθεν τον αιώνιο ύπνο. Τίποτα καινούργιο εδώ. Κάπου όμως στα κελάρια του μυαλού μου, από κάποιο βαρέλι όπου ωρίμαζαν οι γνώσεις μου για τον Έντγκαρ Άλαν Πόου, σταγόνες γλυκού κρασιού έσταξαν και έκαναν αντίλαλο στο πετρόχτιστο, αναξιοποίητο υπόγειο. Η πεθερά (η οποία τύγχανε και θεία του) δεν είχε πεθάνει στη Βαλτιμόρη. Δεν ζούσε εκεί και τα χρόνια εκείνα, σπανίως μετέφεραν σωρούς για ταφή σε διαφορετική πολιτεία. Πώς δεν το είχα σκεφτεί νωρίτερα; Τα κόκκαλα του συγγραφέα είχαν μεταφερθεί το 1875 στο ογκώδες μαυσωλείο που ορθώνεται ακόμα στον προαύλιο χώρο. Οι συγγενικοί τάφοι όμως όχι. Οπότε, αν η Μαρία Κλεμμ ήταν θαμμένη σε άλλη πολιτεία, τότε ποιανού το σώμα κειτόταν κάτω από την ομώνυμη ταφόπλακα, στο πίσω μέρος της ερειπωμένης εκκλησίας;

Ο ιδρώτας που κύλησε στο μέτωπο είχε την ψυχρότητα του σοκ και τον καύσο της έξαψης. Ένα μυστήριο, ακόμα μεγαλύτερο από τον θάνατο του συγγραφέα, πλανιόταν γύρω από τον γοτθικό ναό. Εγώ βρισκόμουν εκεί, στο επίκεντρο του Μάελστορμ, με όλες τις στιγμές τις αναζήτησής μου να στροβιλίζονται διαβολικά στον αέρα. Δεν χωρούσε αναβολή. Το ίδιο βράδυ, ξύλινες ακίδες από το παμπάλαιο φτυάρι μού τρυπούσαν τις κακομαθημένες παλάμες, καθώς ξερό, βραχώδες χώμα πεταγόταν γύρω από την ατιμασμένη ταφόπλακα. Έσκαψα με διονυσιακή έπαρση και τιτάνια δύναμη, ανασυρμένη από μία άγνωστη ως τότε ενεργειακή πηγή που έκρυβα στα έγκατα της θέλησης. Και, ω του θαύματος! Η εικασία έγινε διαπίστευση. Κανένας σκελετός, κανένα ανθρώπινο υπόλειμμα δεν αναπαυόταν εκεί. Το χώμα ήταν παρθένο, καθώς δεν είχε μολυνθεί από τις μαύρες, ανομολόγητες αμαρτίες κανενός ανθρώπου, καμιάς πεθεράς και καμιάς θείας. Ένα παραλληλόγραμμο κομμάτι δέρματος ήταν η μοναδική παραφωνία στη σύσταση του εδάφους, το οποίο βλάσφημα είχα αναστατώσει. Το ανέσυρα με τρόμο και λαχτάρα. Σκούπισα χώματα· φύσηξα σκόνες και παράσιτα. Σαν τον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης όταν έδωσε ζωή στον πηλό, έτσι και η δική μου ανάσα ζωντάνεψε το μελάνι που είχε διαποτίσει το δέρμα. Αλί και αν δεν αναγνώριζα τον συγκεκριμένο καλλιγραφικό, γραφικό χαρακτήρα καλύτερα ακόμα και από τον δικό μου. Τα βαρέλια στο κελάρι έσκασαν με κρότο και το κρασί μου πλημμύρισε το σώμα. Η ψυχή μου διάβαζε μεθυσμένη το πρώτο -για πάνω από ενάμιση αιώνα- ακυκλοφόρητο διήγημα του Πόε.

“Ο Θάνατος Δεν Είναι Επισκέπτης”

Προτού ολοκληρώσω την πρώτη περίοδο, το απείθαρχο μυαλό μου είχε ήδη διαπράξει λογοκλοπή. Ο τυπογράφος μέσα μου το αντέγραφε, ο εικονογράφος επιμελούταν του εξωφύλλου, ο εκδότης μύριζε τα δολάρια. Χείριστος όλων ο συγγραφέας. Τα σάπια του εντόσθια ανέδιδαν μπόχα. Η νεκρή του έμπνευση εκταφιάστηκε και πετάχτηκε στον λάκκο της ανυπαρξίας. Η αξιοπρέπειά του ντύθηκε με στολή τσαρλατάνου και ετοιμάστηκε να χορέψει σαλιάρικο, ψωροπερήφανο χορό στις αυλές βασιλέων, εκδοτών, αναγνωστών. Τα γράμματα στο δερματόδετο εξώφυλλο μεγάλα, μαύρα, ανάγλυφα. Τζον Τάλισκερ. Ο νέος μετρ του τρόμου.

Τίναξα το κεφάλι και άφησα τα μελλούμενα να πέσουν, να πεθάνουν στον συλημένο τάφο. Διάβασα αργά και προσεχτικά.

Μα τον τρόμο που ως τότε νόμιζα πως είχα αντικρίσει! Χιλιάδες σκιές με κύκλωσαν, δεκάδες δαίμονες πιρούνιασαν το πλαδαρό κορμί μου. Τα μάτια έκαιγαν και με αναφιλητά μού ζητούσαν να τα κλείσω. Φλέβες έψαχναν ανεύρυσμα να σπάσει, να πλημμυρίσει με αίμα, να με γλιτώσει από του θηρίου τα δόντια. Κανένας αναγνώστης δεν ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει αυτές τις αράδες. Γραμμένες από χέρι νεκρού και δη ποιου; Αυτού που κάποτε ζούσε νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς, αυτού που έτρωγε και ανέπνεε σκοτάδι και τώρα κατέγραφε τον αληθινό τρόμο από την άλλη πλευρά. Το μελάνι δεν υπήρξε ποτέ τόσο μακάβριο. Μέσα του είχε ρουφήξει όλο το χρώμα, καθώς και κάθε ίχνος ανθρώπινου συναισθήματος. Οι λέξεις ουδέποτε υπήρξαν τόσο φονικές. Δεν περιέγραφαν τον θάνατο· ήταν οι ίδιες το δρεπάνι.

Μονοκονδυλιά διέγραψα τους τσαρλατάνους του μυαλού μου. Έσκισα το δέρμα χίλια κομμάτια και το κατάπια, πριν γίνει μολυσμένο σώμα και δηλητηριώδες αίμα, να θρέψει τον αδύναμο ανθρώπινο νου. Όχι τον δικό μου -αυτός παραμένει κατακερματισμένος και νεκρός. Του κάθε αναγνώστη που πεινάει.

Ξάπλωσα στο κενοτάφιο, μέχρι είτε το στομάχι μου να λιώσει το απαγορευμένο δέρμα είτε το χώμα να λιώσει το φρέσκο κορμί. Ίσως έτσι, στην ταφόπλακα, κάτω από το όνομα του μεγάλου συγγραφέα, υποχρεώνονταν να γράψουν και το δικό μου.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά