Διήγημα: “Ο κύριος και η κυρία Εκείνου” της Όλγας Γραμματικοπούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα της Όλγας Γραμματικοπούλου “Ο κύριος και η κυρία Εκείνου” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Τη νύχτα εκείνη το φεγγάρι έσταζε αίμα και Εκείνος είχε μόλις επιστρέψει από το καπηλειό, σκορπίζοντας απλόχερα μυρωδιά φθηνού κρασιού και γροθιές σε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Κάθισε στο σκαμνί μπροστά από το τζάκι και εγώ έτρεξα να φέρω λεκάνη με ζεστό νερό για να τον καθαρίσω. Καθώς γέμιζα τη λεκάνη και ανακάτευα το σαπούνι, θυμήθηκα το νυφικό μου. Ολόλευκο, μεταξωτό, με δαντέλα να τυλίγεται σφιχτά γύρω από το λαιμό μου και μια ατελείωτη, βαριά ουρά να σέρνεται ξοπίσω μου στα χώματα της εκκλησίας. Εκείνος να στέκεται στιβαρός και αμετακίνητος στην είσοδο του ιερού και με κάθε βλέμμα που ξεπρόβαλε από τα βλέφαρά του εγώ ένιωθα μέσα μου κι ένα κόκαλο να σπάει.

Καθώς χανόμουν μες στις σκέψεις μου, λύγισα μπροστά στα γόνατά του, μα πριν προλάβω να του βγάλω τα παπούτσια, ένιωσα την παλάμη του να μου ξεριζώνει τα μαλλιά από την κεφαλή και την ανάσα του πάνω στο πρόσωπο μου. Έκλεισα τα μάτια και τον παρακάλεσα να με αφήσει ήσυχη, μα κάθε έκκληση ακολουθούσε ένα τράβηγμα των ρούχων, μέχρι που δεν υπήρχε ύφασμα επάνω μου. Με έντυσε μονάχα μελανιές, «για να μη μείνει μονάχο το κορμί σου και να θυμάται πάντα που ανήκει», έτσι έλεγε και μ’ έπνιγε με το ένα του το χέρι, για να μένω ακίνητη και να μην τον εμποδίζω.

Ξαφνικά, μέσα από τις σκιές που έκανε η φλόγα, βρήκα παρηγοριά μέσα στον πόνο μου. Πίσω από την ιδρωμένη πλάτη του ξεπρόβαλε μακρύς και αιχμηρός ο λοστός που είχε για να με φρονιμεύει. Σου λέω αλήθεια όταν ισχυρίζομαι πως το μίσος μου έγινε ένα με τις φλόγες που πετάγονταν από το τζάκι. Ο θυμός μου πύρωσε τον φυλαγμένο στη γωνιά λοστό και έκαψε Εκείνον που με βασάνιζε για χρόνια. Για αρχή του τρύπησα τα σωθικά, όπως Εκείνος τρυπούσε κατ’ επανάληψη, με βία το κορμί μου. Στη συνέχεια τον κάρφωσα στο πρόσωπο και τράβηξα με τον λοστό τα μάτια του, χύνοντας τα στο πάτωμα. Ομολογώ πως στην αρχή δεν ένιωσα ιδιαίτερη ικανοποίηση. Έτσι, συνέχισα να τον καρφώνω στην κοιλιά και να γεμίζω με μανία χαρακιές το άψυχο του σώμα – για να τον συντροφεύουν άλλωστε στο μακρινό τούτο ταξίδι.

Το αίμα του έλουζε τον τοίχο και έσταζε από τα μαλλιά μου. Πάγωσαν οι σκέψεις μέσα μου και μανία κυρίευσε το νου μου. Τι θα έκανα; Πού και πώς θα έκρυβα το πτώμα; Το αστέρι στο πέτο της στολής, που κρέμονταν στη σκάλα, μου θύμιζε πως το πρωί θα κατέφθαναν ανήσυχοι οι χωριανοί να ψάξουν για Εκείνον. Τράβηξα κοντά μου τη λεκάνη και άρχισα να ξεπλένω κάθε του σταγόνα από επάνω μου. Έπειτα, καθάρισα σχολαστικά το πάτωμα και γυάλισα το σπίτι, όταν ξαφνικά παρατήρησα τα ξεριζωμένα μάτια του να με παρακολουθούν επίμονα από το πάτωμα. Χωρίς αναστολή, τα σήκωσα και τα έριξα στο τζάκι. Τούτη ήταν η στιγμή που σκέφτηκα πως ίσως μπορούσα να τον κάψω όλο. Θα έκοβα αρχικά τα πόδια και τα δάχτυλα του ένα – ένα, καθώς θα υπολόγιζα τον τρόπο για να σπάσω τον κορμό του. Το μόνο συνετό, λογίστηκα, είναι πως χρειάζεται δύναμη για να σπάσεις και να κάψεις ένα τέρας. Θυμήθηκα τον μπαλτά που είχαμε στην αποθήκη για να σχίζουμε τα πτώματα των ζώων. Τύλιξα τους ώμους μου σφιχτά, με μια μάλλινη, παλιά μου μπέρτα και προχώρησα προς την εξώπορτα.

Γνωρίζω πως η εξέλιξη της ιστορίας από εδώ και πέρα αρμόζει καλύτερα σε μια αναγνώστρια ή και έναν αναγνώστη, που χαρακτηρίζεται από μυαλό ανοιχτό και πνεύμα απαλλαγμένο ορθολογισμού, οπότε θα επικαλεστώ την κρίση σου και θα εμπιστευτώ εκείνην για το αληθές όσων που ακολούθησαν.

Καθώς επέστρεφα από την αποθήκη, βρήκα την πόρτα ορθάνοιχτη και το πάτωμα υγρό από τη βροχή που τρύπωσε στο σπίτι. Ξέχασα την πόρτα ανοιχτή και φύσηξε αέρας μέσα, σκέφτηκα και προχώρησα περνώντας επάνω από το πτώμα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να σου εξηγήσω με λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο τον διαμέλισα με ακρίβεια, σε δεκατέσσερα κομμάτια, και πως με υπολογισμούς τα πέταγα μεθοδικά στο τζάκι, ώστε να μην καταλαγιάσει η φλόγα.

Αφού απαλλάχτηκα και από το τελευταίο του κομμάτι, κι ενώ καθάριζα για άλλη μια φορά το πάτωμα, ξάφνου αναδύθηκε μέσα από σιωπή νεκρική, ένα χτύπημα στο τζάμι. Παραξενεύτηκα, γιατί έξω επικρατούσε βαθύ σκοτάδι και η βροχή είχε ξυπνήσει τα βαλτόνερα γύρω από το σπίτι. Πλησίασα την πόρτα και φώναξα, μα δεν έλαβα απάντηση καμιά. Στη δεύτερη προσπάθεια άκουσα και πάλι τον χτύπο να σκαλίζει επιτακτικά το νου μου, καθώς συνειδητοποίησα πως δεν ερχόταν από έξω, αλλά μέσα από το σπίτι. Μάλλον με επισκέφτηκε κάποιο τρωκτικό, ψιθύρισα γενναία, μέχρι που κατάλαβα ότι ο χτύπος έρχεται από τον καθρέφτη. Η ραχοκοκαλιά μου πάγωσε και γύρισα το βλέμμα μου αριστερά, πάνω από το τζάκι. Προς έκπληξή μου, αντί για αντανάκλαση αντίκρισα Εκείνον να χτυπάει μαινόμενος το τζάμι. Ψηλάφιζε για να με βρει, καθώς τα μάτια του ήτανε βγαλμένα. Αμέσως πέταξα την μπέρτα μου επάνω στο καθρέφτη καλύπτοντας Εκείνον και έκανα ένα βήμα πίσω, κουνώντας με αμφιβολία το κεφάλι.

Έτρεξα με μιας στα σκαλοπάτια επάνω και μέσα στο κρεβάτι μου βυθίστηκα σκεπτόμενη πως του ανθρώπου το μυαλό δεν είναι για εγκλήματα φτιαγμένο, δεν χωράει τόσο κόκκινο στις ψυχές μας μέσα, οπότε ίσως έπρεπε να κοιμηθώ, αφήνοντας τους εφιάλτες και τα τέρατα να παίζουν μόνα τους στο παρελθόν θαμμένα.

Είχα μόλις αποκοιμηθεί, όταν ένιωσα κάτι στην άκρη του ποδιού μου. Ένα μικρό διακριτικό άγγιγμα, ψίθυρο αφής θα τον χαρακτηρίσω, καθώς ανεπαίσθητα γύριζα πλευρό στο στρώμα και βολευόμουν ανάμεσα στα μαξιλάρια. Όμως το πάπλωμα άρχισε να ξεγλιστρά βουβά από επάνω μου. Τότε άνοιξα τα μάτια και είδα Εκείνον να στέκεται στα πόδια μου με μάτια καμένα, κατακόκκινα, με τρυπημένο στέρνο, να τραβά σιγά σιγά το πάπλωμα και να γελάει στάζοντας αίμα μέσα από τα σπασμένα δόντια.

Αμέσως πήδηξα από το κρεβάτι και έτρεξα προς τη σκάλα. Πρέπει να φύγω από εδώ, θα πάω στην αδερφή μου, θα πάρω το άλογο, δεν μπορεί… Όχι, όχι… δεν μπορεί… αφού τον σκότωσα, τον έκαψα… Όλα αυτά σκεφτόμουν καθώς έτρεχα και δεν πρόσεξα τα ρούχα του που είχα στοιβαγμένα μπροστά από τη σκάλα. Σκόνταψα επάνω τους και βρέθηκα μεμιάς στο τελευταίο σκαλοπάτι.

Ευτυχώς, το ομολογώ, κατάφερα να του ξεφύγω. Δεν ξέρω τι γίνεται πια στο σπίτι, ούτε στο χωριό, ούτε αν Εκείνος ήταν τελικά το φάντασμα. Τη νύχτα τούτη που σου μιλώ για όσα έγιναν, βρίσκομαι να σέρνω την ουρά μου ανάμεσα σε πέτρινους σταυρούς και σε λασπωμένα χώματα. Τα μάτια μου στάζουν δάκρυα μαζί με το φεγγάρι και κουνώ τα χείλη μου στο ρυθμό ενός ποιήματος που λέγανε κάτι γριούλες στο χωριό μου:

«Ψάξε για τέρατα, για μάγισσες, για στοιχειά και για δαιμόνια.
Ψάξε δεξιά, πίσω από την πόρτα, κάτω από έπιπλα
και στη ντουλάπα μέσα.
Όπου φοβάσαι τρύπωσε και υπόσχομαι πως όλα είναι άδεια.
Μονάχα το βλέμμα μην σηκώσεις μπροστά απ’ τον καθρέφτη».

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά