Διήγημα: “Ο πίνακας” της Εύας Αλεξανδροπούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα της Εύας Αλεξανδροπούλου “Ο πίνακας” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

“Είσαι απλά ένας ηλίθιος που του αρέσουν οι μπελάδες. Αν έχεις την παραμικρή εντύπωση ότι είσαι κάτι παραπάνω… καλά να πάθεις”, ενθάρρυνε τον εαυτό του μουρμουρίζοντας μέσα από τα δόντια του κι έριξε μια γερή αγκωνιά στο μαγαζάτορα που τον συνόδευε στην πόρτα. Αυτός διπλώθηκε στα δύο και ο Τόνι άρχισε να τρέχει ατσούμπαλα ανάμεσα στους μεθυσμένους θαμώνες της χαμηλοτάβανης παμπ. Έσπρωξε μερικά τραπέζια, απέφυγε έναν πιτσιρικά που πετάχτηκε μπροστά του για πλάκα και έριξε κάτω το σερβιτόρο με τα ποτήρια του. Τελικά έφτασε μπροστά στον πετρόκτιστο τοίχο με τον πίνακα. Τον έπιασε γρήγορα από την σκοροφαγωμένη κορνίζα, αλλά με τρόμο διαπίστωσε πως είχε γίνει ένα με τους πλίνθους από τα χρόνια. Κόλλησε τη γαλότσα του στον τοίχο και άρχισε να τον τραβάει με όλη του τη δύναμη ενώ έριχνε κλεφτές ματιές πίσω του. Οι υπάλληλοι έδειχαν δυσαρεστημένοι και ο φουσκωτός μαγαζάτορας τον πλησίαζε με βλοσυρό ύφος και παρατεταμένο χέρι έτοιμο να τον βουτήξει. Μερικά δευτερόλεπτα πριν τον αρπάξει από τον σβέρκο, ο πίνακας ξεκόλλησε και έπεσε πάνω στον Τόνι που σωριάστηκε στο πάτωμα. Αμέσως αυτός τινάχτηκε στον αέρα, τον πήρε αγκαλιά και όρμησε πανικόβλητος στην εξώπορτα. Ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια και με ένα σάλτο πετάχτηκε έξω από την υπόγεια παμπ και βγήκε στον δρόμο. “Συγγνώμη, θα τον επιστρέψω!” φώναξε, αλλά οι αγριεμένες κραυγές με τους απρεπείς χαρακτηρισμούς τού έδωσαν την εντύπωση ότι έπρεπε να συνεχίσει το τρέξιμο. Πέρασε με κόκκινο τη λεωφόρο, χώθηκε σ’ ένα σοκάκι, έστριψε μερικές φορές και τρύπωσε σ’ ένα υπόστεγο. Δεν ήταν σίγουρος αν τον είχαν ακολουθήσει μέχρι εκεί, αλλά για καλό και για κακό περίμενε δέκα λεπτά πριν πάρει τον δρόμο για το σπίτι.

Στη διαδρομή συλλογιζόταν τι είχε γίνει. Δεν σκόπευε να δημιουργήσει περιστατικό, πόσο μάλλον να κλέψει τον πίνακα, αλλά η ξεροκεφαλιά του μαγαζάτορα και τα σφηνάκια της μπαργούμαν δεν του άφησαν περιθώριο. Τον παρακάλεσε να του τον δανείσει, προθυμοποιήθηκε ακόμα και να τον αποζημιώσει, αλλά αυτός συνέχιζε ν’ αρνείται πεισματικά. Ο λόγος; Επειδή έκανε το λάθος να πει ότι είναι ζωγράφος και ο μαγαζάτορας, όπως αποδείχτηκε, τους σιχαινόταν. Φυσικά ο Τόνυ δεν είναι καν ζωγράφος, αλλά τι δικαιολογία να έβρισκε για το γεγονός πως τον ενδιέφερε μια παλιοζωγραφιά χωρίς αξία; Γιατί τον αληθινό λόγο που ήθελε τον πίνακα, δεν τον πίστευε ούτε ο ίδιος.

Μετά από είκοσι λεπτά έφτασε στο διαμέρισμά του και γέμισε ένα ποτήρι ουίσκι. Άνοιξε την τσάντα του και ξεφύλισε τα βιβλία της σχολής για να βρει το τηλέφωνο της Νταίζη. Της τηλεφώνησε, αλλά δεν το σήκωσε. Άρχισε να περιεργάζεται τον πίνακα. Ήταν ακριβώς όπως τον είχε περιγράψει. Ένα καράβι με πειρατική σημαία που θαλασσοδέρνεται στα κύματα. Ήταν ο μόνος πίνακας με καράβι στο μπαρ, άρα αυτός πρέπει να ήταν. Τον πήρε στα χέρια και τον κούνησε ελαφρώς δίπλα στο αυτί του. Δεν άκουσε κάτι. Τον τοποθέτησε ανάποδα πάνω στο γραφείο και άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια του. Έβγαλε τον κόφτη που χωρίζει τις σελίδες των παλιών εκδόσεων και άδειασε το ποτήρι του με μια γουλιά. Έκανε δυο βαθιές τομές στο πίσω μέρος και σήκωσε αργά την κάτω γωνία για να κοιτάξει μέσα. Δεν πίστευε στα μάτια του. “Δεν είναι δυνατόν. Δεν μπορεί να είναι…”. Έτρεξε στην τουαλέτα και γύρισε μ’ ένα τσιμπιδάκι για τα φρύδια. Το έχωσε μέσα στο κάδρο και πάλεψε δεξιοτεχνικά να τραβήξει κάτι που ήταν εκεί. Το τσιμπιδάκι έβγαλε έξω ένα λεπτό, διπλωμένο χαρτί, σκισμένο στην άκρη σαν να είχε κοπεί από κάπου. Ήταν κιτρινισμένο από τον χρόνο και ποτισμένο με μελάνη. Ο Τόνι ξαναγέμισε το ποτήρι του και πήρε πάλι τη Νταίζη. Σκόπευε να την καλέσει να το διαβάσουν μαζί.

Πέρα από το γεγονός πως από το πρωί που την γνώρισε την σκεφτόταν συνέχεια, το θεώρησε και υποχρέωσή του μιας και δική της ήταν αυτή η αναπάντεχη πληροφορία. Όσο περίμενε στη γραμμή, δεκάδες σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του. Μπορεί αυτό το χαρτάκι να ήταν όντως το χαμένο χειρόγραφο του Έντγκαρ Άλλαν Πόου; Το τελευταίο πράγμα που έγραψε πριν πεθάνει; Γιατί όχι… Ο μαγαζάτορας επιβεβαίωσε ότι η παμπ βρίσκεται εκεί από το 1840, κρυμμένη μέσα στο κέντρο της Βαλτιμόρης όπου ο Πόου πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής του πριν χάσει το μυαλό του και εισαχθεί σε κλινική. Θα μπορούσε να είχε περάσει από την παμπ, να έπινε όπως φημολογείται ότι συνήθιζε και να έγραψε κάτι. Θα μπορούσε ύστερα να το έκρυψε σ’ ένα τυχαίο κάδρο, για κάποιο λόγο. Ακόμα όμως κι αν μία από αυτές τις παράδοξες εικασίες είχε κάποια δόση αλήθειας, πώς θα μπορούσε να γνωρίζει οτιδήποτε από αυτά η νέα του συμφοιτήτρια που του υπέδειξε την τοποθεσία του πίνακα; Η μυστήρια κοπέλα δεν απάντησε και η γραμμή έκλεισε.

Ο Τόνι πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ξεδιπλώνει το χαρτί. Όταν είδε το περιεχόμενό του ξεφούσκωσε από απογοήτευση. Δεν ήταν ποίημα. Δεν ήταν καν χειρόγραφο. Ήταν ένας χάρτης. Ένας παλιός χάρτης της πόλης, ξεθωριασμένος και λειψός. Είχε έναν κύκλο και μια σημείωση στο πλάι, αλλά χρειαζόταν αποκρυπτογράφηση για να διαβάσει τόσο την αχνή περιοχή στον κύκλο όσο και τη σημείωση έτσι όπως είχε απλώσει το μελάνι. Το παράτησε και ξάπλωσε στον καναπέ. Μπορεί βέβαια ο χάρτης να έδειχνε κάτι καλό αλλά τίποτα τόσο χειροπιαστό όσο αυτό που νόμιζε ότι είχε στην κατοχή του. Έκανε μια τελευταία μάταιη προσπάθεια να επικοινωνήσει με τη Νταίζη για να της πει τα νέα. Τελικά άνοιξε την τηλεόραση για να χαζέψει κανένα αστυνομικό μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Αυτό που αντίκρισε στις ειδήσεις σταμάτησε την καρδιά του. Η παμπ από την οποία έφυγε τρέχοντας λίγες ώρες πριν, ήταν τυλιγμένη στις φλόγες. Πετάχτηκε όρθιος και δυνάμωσε τον ήχο. Ήταν σε όλα τα κανάλια. Ευτυχώς δεν υπήρχαν θύματα, καθώς πελάτες και προσωπικό απομακρύνθηκαν εγκαίρως, αλλά το ιστορικό μαγαζί είχε καεί ολοσχερώς και ό,τι αυτό περιελάμβανε αποτελούσε παρελθόν.

Ο Τόνι έριξε κρύο νερό στα μούτρα του προσπαθώντας να βάλει τις αχαλίνωτες σκέψεις του σε μια σειρά και τελικά κατέληξε στη φοβερή διαπίστωση πως ό,τι κρύβει αυτός ο χάρτης διασώθηκε τελευταία στιγμή από τον ίδιο για κάποιο λόγο. Φόρεσε τα γυαλιά του, βρήκε έναν χάρακα, έναν μεγεθυντικό φακό και έναν σύγχρονο χάρτη της πόλης και έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Μετά από αρκετή ώρα ήταν σχεδόν βέβαιος πως ο χάρτης του πίνακα υποδείκνυε ένα σημείο στο παλιό νεκροταφείο της Βαλτιμόρης. Από τη σημείωση στο πλάι το μόνο που κατάφερε να ξεχωρίσει ήταν το όνομα “Torres”. Torres… Του φαινόταν πολύ γνώριμο, σαν κάπου να το είχε ακούσει πολύ πρόσφατα, αλλά η ζάλη από το αλκοόλ και η γενικότερη θολούρα στο κεφάλι του δεν του επέτρεπαν να κάνει αναδρομές. Πήρε τους χάρτες, έναν φακό κι ένα φτυάρι από την αποθήκη και ξεκίνησε για το νεκροταφείο.

Το σκοτάδι ήταν πυκνό αλλά η αγωνία του μεγάλη και σύντομα έφτασε στο σημείο του κύκλου. Δίπλα στο ποτάμι και ανάμεσα στα έλατα έστεκε σαν ξεχασμένη από το χρόνο μια παλιά μισογκρεμισμένη ταφόπλακα, βυθισμένη στα αγριόχορτα και καλυμμένη με λειχήνες και βρύα. Πλησίασε και απομάκρυνε το χώμα από τα γράμματα. Σωριάστηκε κάτω. Άρχισε να σκάβει με μανία μέχρι το σιδερικό να χτυπήσει στο νεκρικό κουτί. Πήδηξε μέσα στο λάκκο και έσπρωξε το καπάκι. Μέσα σάλεψαν μερικά απομεινάρια πορφυρού υφάσματος κι ένα διπλωμένο χαρτί, βρώμικο και μουχλιασμένο. Το σήκωσε. Τα χέρια του έτρεμαν. Ήταν ένα ποίημα. Όμορφο και σκοτεινό, με αφιέρωση “Από τον Έντγκαρ με αγάπη στη Νταίζη“.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά