Διήγημα: “Ο παππούς” του Γιώργου Χαμέτη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Ο παππούς” του Γιώργου Χαμέτη συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Ο Άγης κοίταξε διστακτικά το μπουκάλι ουίσκι. Ήξερε πολύ καλά ότι το αλκοόλ δεν θα έδινε λύση στο πρόβλημά του, αλλά τη δεδομένη χρονική στιγμή του φαινόταν μία πολύ λογική επιλογή. Από τη μία η σημερινή «επέτειος» και από την άλλη το τηλεφώνημα της μητέρας του, τον είχαν αναστατώσει. Λίγα λεπτά αργότερα ο ουρανίσκος του θα γευόταν την πρώτη γερή γουλιά από αυτό. Άναψε ένα τσιγάρο, έγειρε προς τα πίσω και βυθίστηκε στις σκέψεις του…

Οι καλοκαιρινές νύχτες στο χωριό ήταν η απόλαυση των αισθήσεων. Ο μικρός Άγης καθόταν τα βράδια ξάγρυπνος, ανακούρκουδα στο κρεβάτι του και αφουγκραζόταν τους ήχους της φύσης. Τα νυχτοπούλια έδιναν τον τόνο, ενώ το αυγουστιάτικο μελτέμι άφηνε το ηχητικό του αποτύπωμα στα φύλλα των δέντρων.

Ήταν παράξενο παιδί ο Άγης. Τα καλοκαίρια προτιμούσε να τα περνάει στο χωριό μαζί με τον παππού του και την γιαγιά του, παρά στην πολύβουη πόλη με τους γονείς του. Δεν του άρεσαν οι βόλτες, δεν τον ενθουσίαζε η παρέα των συνομήλικων του και παρόλο που είχε μπει στην εφηβεία δεν ένιωθε ερωτικές επιθυμίες. Δεν ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο σχολείο (το ακριβώς αντίθετο μάλιστα), ενώ οι γονείς του ήταν μονίμως απασχολημένοι στις δουλειές και στους καυγάδες τους, δίνοντας ελάχιστη σημασία σε αυτόν, αλλά και τον απαραίτητο χώρο που χρειαζόταν. Με την πάροδο των χρόνων είχε αναπτύξει μία αληθινή σχέση με τον παππού του, ο οποίος ουσιαστικά ήταν και ο μόνος άνθρωπος που εμπιστευόταν και μιλούσε.

Ο παππούς του ήταν μόνιμος κάτοικος του χωριού και δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Ξυπνούσε το χάραμα για να αντικρίσει την ανατολή του ηλίου, μετά πήγαινε με το γαϊδούρι και τον σκύλο του στα χωράφια, επέστρεφε αργά το μεσημέρι για φαγητό και ξεκούραση και το απόγευμα το περνούσε στον αγαπημένο του κήπο, καλλιεργώντας φρούτα και λαχανικά. Τα καλοκαίρια συνοδοιπόρος του ήταν ο εγγονός του. Πέρα απ την αγάπη που είχε ο Άγης για την φύση, του άρεσαν πάρα πολύ οι ιστορίες με στοιχειά και ξωτικά που του έλεγε ο παππούς του και αφορούσαν το χωριό. Του έλεγε για το ξωκλήσι κοντά στον ποταμό που τα βράδια τραγουδούσαν νεράιδες, για τον παράξενο μαλλιαρό μαύρο σκύλο που εμφανιζόταν κατά καιρούς στο χωριό, για το στοιχειωμένο χωράφι που ακούγονταν αλλόκοτοι θόρυβοι και συνέβαιναν περίεργα ατυχήματα, για τους «φύλακες» που ήταν προάγγελοι θανάτου, για το νεκροταφείο που κάποτε κάποιος χωρικός είχε βρει φριχτό θάνατο σε παράτολμο στοίχημα και άλλες παρόμοιες ιστορίες που έκαναν τον μικρό Άγη να ανατριχιάζει από έξαψη και τρόμο. Το χωριό ήταν γεμάτο από τέτοιες ιστορίες και δεν είναι τυχαίο ότι όσοι περαστικοί γνώριζαν την φήμη του δεν διανυκτέρευαν ποτέ σε αυτό.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, ακριβώς δεκατρία χρόνια πριν, ο μικρός Άγης ξαγρυπνούσε στο δωμάτιό του σκεπτόμενος τις ιστορίες που είχε ακούσει εκείνη την ημέρα από τον παππού του. Το υπνοδωμάτιο του, που βρισκόταν προς τον δρόμο, ήταν στην μία πλευρά του σπιτιού και το υπνοδωμάτιο του παππού και της γιαγιάς ήταν στην άλλη πλευρά του σπιτιού, προς τους αγρούς. Εντελώς ξαφνικά μία παράταιρη σιωπή απλώθηκε στον χώρο. Το καλοκαιρινό μελτέμι σταμάτησε και τα νυχτοπούλια σώπασαν. Ήταν λες και είχε παγώσει ο χρόνος και ο τόπος. Την παράξενη σιωπή διέκοψε ένα απαλό σούρσιμο πάνω στο παράθυρο. Ήταν σαν κάποιος να χάιδευε το παράθυρο του. Ο Άγης ανασηκώθηκε αναστατωμένος απ το κρεβάτι του και κοίταξε το παράθυρο. Ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του να πάλλονται πιο έντονα, ενώ όλες οι αισθήσεις του ήταν σε εγρήγορση. Κινήθηκε με αργό βήμα προς το παράθυρο και ρώτησε με τρεμάμενη φωνή: «Ποιος είναι?» Δεν έλαβε κάποια απάντηση. Ο θόρυβος σταμάτησε μόνο την στιγμή που ο Άγης έκανε την ερώτηση και συνεχίστηκε αμέσως μετά. Λες και η παρουσία που ήταν έξω ήθελε να ακούσει τι είχε να του πει ο Άγης. Ο μικρός άρπαξε το μπαστούνι, που είχε για να διώχνει τα φίδια στους περιπάτους στα χωράφια και άνοιξε διστακτικά την πόρτα του δωματίου του. Έγειρε αργά το κεφάλι του και είδε μία σκιά να στέκεται με γυρισμένη την πλάτη, δίπλα στο δρομάκι που βρίσκονταν οι συκιές. Αρχικά σκέφτηκε να ξυπνήσει τον παππού του, αλλά μετά άλλαξε γνώμη. Ήταν η δικιά του ιστορία τρόμου και ήθελε να την ζήσει μέχρι το μεδούλι! Είπαμε, ήταν παράξενο παιδί ο Άγης. Η σκιά είχε σταματήσει και φαινόταν ότι περίμενε τον τολμηρό έφηβο. Ο Άγης πάλι ήταν σε στάση αναμονής, δίπλα ακριβώς στην πόρτα του δωματίου του, έτοιμος να ξαναμπεί μέσα αν ένιωθε κίνδυνο. Εν τω μεταξύ, η σιωπή εξακολουθούσε να κυριαρχεί στον χώρο. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, που φάνηκαν στον Άγη σαν αιώνες, η σκιά γύρισε. Και τότε ο Άγης τον αναγνώρισε. Ήταν ο παππούς του, ο οποίος έστεκε απέναντι του και τον κοίταζε επίμονα με ένα βλέμμα ψυχρό και απλανές! Ο μικρός έμεινε αποσβολωμένος και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, ο παππούς έστριψε προς το δρομάκι με τις συκιές και χάθηκε από τα μάτια του. Ο μικρός έτρεξε ξωπίσω του και όταν έστριψε, τι παράξενο, δεν υπήρχε κανείς! Την ίδια στιγμή ξανάρχισε το μελτέμι και τα νυχτοπούλια συνέχισαν. Ο Άγης κοίταξε γύρω του αλλά δεν κατάφερε να εντοπίσει άλλη ανθρώπινη παρουσία εκτός από την δική του. Επέστρεψε φοβισμένος στο δωμάτιο του. Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί όλο το βράδυ…

Όταν την άλλη μέρα το πρωί εξιστόρησε στον παππού του την ιστορία, εκείνος ορκίστηκε ότι δεν σηκώθηκε καθόλου το βράδυ από το κρεβάτι του και άλλαξε γρήγορα θέμα συζήτησης. Δεν το ξανασυζήτησαν, αλλά τις επόμενες μέρες ο παππούς φαινόταν αλλαγμένος. Δεν μίλαγε πολύ, ήταν κατηφής και σταμάτησε να παίρνει τον Άγη μαζί του. Μία βδομάδα αργότερα που ήρθε ο πατέρας του Άγη να τον πάρει, ο συνήθως ψύχραιμος παππούς, χαιρέτησε τον εγγονό του με λυγμούς. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε. Μετά από τρεις μέρες ο παππούς του πέθανε από ανακοπή στο στοιχειωμένο χωράφι. Ο πιστός του σκύλος που πάντα τον συνόδευε δεν βρέθηκε ποτέ. Στο πλάι του ήταν ένας παράξενος μαλλιαρός μαύρος σκύλος…

Ο Άγης πετάχτηκε από την καρέκλα του αλαφιασμένος. Ήταν σίγουρος ότι κάποιος είχε ψιθυρίσει κάτι στο αυτί του. Όλα γύριζαν, το κεφάλι του κόντευε να εκραγεί απ τον πονοκέφαλο, ενώ ένιωθε έντονη την επιθυμία για εμετό. Πήγε προς την τουαλέτα, αλλά παραπάτησε και έπεσε κάτω. Είχε μεθύσει. Κάθισε κάτω και ακούμπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Προσπάθησε να βάλει τις σκέψεις του σε μία σειρά. Σήμερα συμπληρώνονταν δεκατρία χρόνια από το βράδυ εκείνο. Δεν θα έδινε τόση σημασία σε αυτό, αλλά το γεγονός ότι η μητέρα του τον είχε δει πριν μερικές μέρες έξω απ το πατρικό του, ενώ ο ίδιος είχε να πάει πάνω από τρία χρόνια εκεί, τον είχε τρομοκρατήσει. Θυμήθηκε ότι κάποτε του είχε πει ο παππούς του ότι ο «φύλακας» του κάθε ανθρώπου εμφανίζεται λίγες μέρες πριν πεθάνει σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο. Ο Άγης είχε δει τον «φύλακα» του παππού του και μετά από λίγες μέρες πέθανε. Η μητέρα του είδε τον «φύλακα» του Άγη, οπότε ίσως είχε έρθει η ώρα του…

Τις μακάβριες σκέψεις του διέκοψε μία κίνηση στην άλλη πλευρά του δωματίου. Προσπάθησε να εστιάσει, αλλά του ήταν αδύνατο. Κάποιος ήταν μαζί του! Πήγε να σηκωθεί αλλά πάλι δεν τα κατάφερε. Ήταν μάταιο. Έμεινε ξαπλωμένος ανάσκελα, ανήμπορος και απελπισμένος. Έκλεισε τα μάτια του. Σκέφτηκε να πει κάποια προσευχή αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί κάποια. Ένιωσε μια παρουσία κοντά του. Άνοιξε τα μάτια του και αυτό που αντίκρισε τον πλημμύρισε με ανείπωτο τρόμο. Από πάνω του στεκόταν μία γνώριμη φιγούρα. Ήταν ο ίδιος του ο εαυτός! Τον κοίταζε επίμονα με ένα ψυχρό και απλανές βλέμμα, ενώ το σώμα του αιωρούταν στον αέρα. Ο Άγης προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά ένιωσε να πνίγεται. Το πλάσμα άπλωσε τα χέρια του και άνοιξε το στόμα του διάπλατα, χωρίς όμως να βγάλει κάποιο ήχο. Αυτή ήταν και η τελευταία εικόνα που είδε ο Άγης στην σύντομη ζωή του…

Το επόμενο πρωί, τα επίμονα γαβγίσματα ενός σκύλου απ το ημιυπόγειο, όπου έμενε ο παράξενος νεαρός, αναστάτωσαν την πολυκατοικία. Ο διαχειριστής κατέβηκε εκνευρισμένος για να κάνει παρατήρηση στο νεαρό. Είχε πολλές φορές κάνει τα στραβά μάτια όταν έφερνε αργά τον «φίλο» του στο σπίτι, ή όταν έβαζε δυνατά μουσική σε ώρες κοινής ησυχίας, αλλά αυτό δεν θα το ανεχόταν. Ήταν σαφής ο κανονισμός της πολυκατοικίας ως προς την απαγόρευση των ζώων. Παρά τα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα κανένας δεν ανταποκρίθηκε. Κλήθηκε λοιπόν εσπευσμένα κλειδαράς για να ανοίξει την πόρτα. Όταν επιτέλους η πόρτα άνοιξε, το θέαμα που αντίκρισαν κλειδαράς και διαχειριστής ήταν πραγματικά αποκαρδιωτικό. Σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα και ο νεαρός νεκρός, ξαπλωμένος ανάσκελα, πνιγμένος στον εμετό του με μάτια ορθάνοιχτα. “Τι κρίμα. Τόσο νέος”, μουρμούρισε ο διαχειριστής. «Έπαθε αναρρόφηση», αποφάνθηκε με στόμφο ο κλειδαράς. Όπου και αν κοίταξαν δεν υπήρχε κανένα ίχνος του σκύλου…

Όταν τελείωσε με την κατάθεσή του στην αστυνομία, ο διαχειριστής ανέβηκε στο διαμέρισμά του αποκαμωμένος. Είχε δει πολλά στη ζωή του, αλλά ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε νεκρό. Κάθισε ξέπνοος στην πολυθρόνα του και έκλεισε τα μάτια του για να χαλαρώσει. Όταν τα άνοιξε είδε μπροστά του ένα παράξενο, μαύρο, μαλλιαρό σκύλο που τον κοιτούσε επίμονα…

Βιογραφικό

Γεννήθηκα πριν από 45 χρόνια σε ένα μαιευτήριο του Πειραιά. Μεγάλωσα στη Νίκαια σαν βέρος Πειραιώτης, γαύρος και μάγκας, αλλά ευτυχώς δεν κατέληξα στα κεντρικά της Αλεξάνδρας. Γιος ναυτικού αποφάσισα από μικρός να μην γίνω ναυτικός για να μην λείπω στα παιδιά μου. Αν και προέρχομαι από θρησκευόμενη οικογένεια, μεγαλώνοντας απέκτησα μία απέχθεια για τις θρησκείες γιατί ήθελα να είμαι ελεύθερος. Καλός μαθητής, στα όρια του φυτού, πέρασα από λάθος στο μηχανογραφικό, στο ΤΕΙ της Πάτρας στο τμήμα Τουριστικών Επιχειρήσεων και σαν καλός «τουρίστας» έμαθα όλα τα σφηνάκια στο εργαστήριο Μπαρ – Ποτά που κάναμε στην σχολή στις 9 το πρωί. Παρόλες τις καταχρήσεις και τις πολιτικές επαναστάσεις που νόμιζα ότι έκανα, ολοκλήρωσα σε ικανοποιητικό χρόνο τις σπουδές μου, χωρίς την βοήθεια των ανώνυμων αλκοολικών και αφέθηκα στην αγκαλιά του ελληνικού στρατού. Εκεί έμαθα πολύ καλά ότι όπου τελειώνει η λογική ξεκινάει ο στρατός και είμαι πολύ ευχαριστημένος που απολύθηκα χωρίς ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα. Στο παρελθόν έχω κάνει κάποιες απίθανες δουλειές, όπως ασφαλιστής σε αυτοκίνητα, διανομέας φυλλαδίων, φύλακας σε εργοστάσιο, σερβιτόρος σε καφενείο και κομπάρσος. Τα τελευταία χρόνια βιοπορίζομαι στην βαριά βιομηχανία της χώρας, τον τουρισμό, με ελαφρύ όμως μισθό. Δούλεψα σε ξενοδοχεία στην Σάμο, στην Σαντορίνη, στην Μύκονο, στην Αθήνα και πλέον εργάζομαι σε ξενοδοχείο στον Πειραιά. Η ενασχόληση μου με τον τουρισμό μου
άνοιξε τους ορίζοντες και γνώρισα κόσμο από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου. Παντρεμένος με μία ηρωίδα, με 2 αγοράκια και με στεγαστικό δάνειο προσπαθώ να επιβιώσω και ονειρεύομαι το Τζόκερ και την σύνταξη. Μέχρι να γίνει
αυτό διαβάζω βιβλία μυστηρίου και επιστημονικής φαντασίας, βλέπω ταινίες τρόμου και ακούω black metal για να πάρω έμπνευση. Γράφω στιχάκια και μικρές ιστοριούλες και ονειρεύομαι ένα ουτοπικό κόσμο χωρίς πατρίδες και θρησκείες, όπου όλοι θα είναι ίσοι και ελεύθεροι.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά