Διήγημα: “Ο φυλακισμένος Σίσυφος” του Γιάννη Σιδέρη

by Γιάννης Σιδέρης

Το διήγημα “Ο φυλακισμένος Σίσυφος” του Γιάννη Σιδέρη συμμετέχει στο αφιέρωμα Τρόμου & Επιστημονικής Φαντασίας της Nyctophilia.gr.

Η αρμαθιά με τα κλειδιά του πρέπει να είναι τόσο βαριά όσο και ο χαρτοφύλακάς μου. Ο φύλακας όμως την κρατά με άνεση, στριφογυρίζει τα κλειδιά μέσα στα δάχτυλα λες και κάνει κάποιο ταχυδακτυλουργικό νούμερο. Βρίσκει το σωστό, το βάζει στη σιδερένια κλειδαριά κι η πόρτα ανοίγει.

Το πρώτο κύμα που με χτυπά είναι μία μυρωδιά που καλύπτει τα ρουθούνια μου σαν κουβέρτα στο βαρυχείμωνο. Σηκώνω το μανίκι μου για να απομακρύνω τις αναθυμιάσεις και τη βρώμα των κρατουμένων. Οι φωνές κι οι κραυγές τους ακολουθούν και ταλαιπωρούν τα τύμπανά μου – το δεύτερο κύμα. Σκύβω το κεφάλι και προσπαθώ να πάρω ανάσες. Το κουδούνισμα από τα δεκάδες κλειδιά στην τσέπη του φύλακα αναμειγνύεται με τις κραυγές και μοιάζει με εφιαλτικό ξυπνητήρι.

«Μην καθυστερείτε, κύριε Ρέμινσον. Η ξενάγηση κρατά αρκετή ώρα».

«Ναι… ναι… έρχομαι», απάντησα προσπαθώντας να επανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου. Ήξερα ότι οι περιβόητες φυλακές Γκουντβογιατζ είναι οι χειρότερες στον κόσμο, αλλά δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Πολλά είχα ακούσει για αυτήν την ασυνήθιστη πρακτική τιμωρίας μερικών από τους πιο αμετανόητους δολοφόνους που αντιμετώπισε η ιστορία της ανθρωπότητας. Το Υπουργείο ήθελε μία αξιολόγηση για να κρίνει κατά πόσο πρέπει να συνεχιστεί -ή όχι- αυτή η μέθοδος. Και ποιος καλύτερος από τον νούμερο ένα δικηγόρο Ποινικού Δικαίου στη χώρα.

«Καλό θα ήταν να μην βρίσκεστε πολύ κοντά στις πόρτες των κρατουμένων. Το θέαμα μέσα μπορεί να σας ταράξει εκτός κι αν… το αντέχετε».

Ο σαρκασμός ξεχείλιζε από τις λέξεις. Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να έχει βρεθεί ξανά σε τόσο δύσκολη θέση. Περνώντας από το πρώτο κελί, κοίταξα δειλά μέσα, θαρρείς κι ήθελα να ξορκίσω την αδυναμία μου και να δείξω ότι μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου. Ένας άντρας αναμαλλιασμένος, γονατισμένος, καλυμμένος με τα ίδια του τα κόπρανα, κοιτούσε προς το ταβάνι τρέμοντας ολόκληρος. Ένιωσα τον φύλακα να με πλησιάζει και μου έδειξε τα βιονικά γυαλιά που ήταν κρεμασμένα στη ζώνη μου.

«Κύριε Ρέμινσον… μόνο αν τα φορέσετε θα δείτε την πραγματική απόλαυση του βασανιστηρίου του. Η τεχνολογία κάνει θαύματα!»

Είχα ξεχάσει τελείως τα γυαλιά. Φαινομενικά ο κρατούμενος έμοιαζε με έναν σαλεμένο, κακόμοιρο άνθρωπο, χαμένο στον κόσμο του. Το ηλεκτρονικό τσιπάκι που είχε εμφυτευτεί, όμως, στο κεφάλι του κρατούσε όλη την κτηνωδία της τιμωρίας του.

Έβαλα τα γυαλιά και πάτησα το μικρό κουμπάκι στη δεξιά πλευρά τους. Ένα παιδικό δωμάτιο εμφανίστηκε μπροστά μου σε ολόγραμμα με ένα μικρό παιδάκι πεσμένο μπρούμυτα, μπροστά στον άνδρα, ο οποίος έδειχνε να κάθεται πάνω σε μία λίμνη αίματος κρατώντας ένα μαχαίρι. Ξαφνικά, εισέβαλλαν μέσα άνδρες της αστυνομίας, τον συνέλαβαν και, χτυπώντας τον, τον έβγαλαν έξω. Το ολόγραμμα εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε πάλι. Ο άνδρας άρπαξε το παιδί, το μαχαίρωσε με δύναμη, στάθηκε μπροστά στο πτώμα κλαίγοντας και τότε πάλι ήρθαν οι αστυνομικοί.

«Εκπληκτικό, δεν συμφωνείτε;» μου ψιθύρισε ο φύλακας πατώντας το κουμπάκι για να κλείσει η προβολή από τα γυαλιά μου.

«Περίεργες λέξεις χρησιμοποιείτε, αγαπητέ, για τον αιώνιο βασανισμό ενός ανθρώπου», του απάντησα βάζοντας τα γυαλιά στην τσέπη μου. Δεν ήξερα αν ήθελα να τα χρησιμοποιήσω ξανά. Για να βγει, όμως, σωστά η αξιολόγηση έπρεπε να δω όλες τις λεπτομέρειες. Τρεις επισκέψεις το λιγότερο μου είχαν ζητήσει, δεν ήθελα να γίνουν περισσότερες.

«Αυτοί οι άνθρωποι έπραξαν τη χειρότερη αμαρτία, αγαπητέ μου. Τους αξίζει η αιώνα τιμωρία στην προσωπική τους Κόλαση. Αυτό κάνουμε, γι’ αυτό μας πληρώνει το κράτος και γι’ αυτό είμαστε οι καλύτεροι».

«Αυτό θα το κρίνω εγώ», του απάντησα προσπαθώντας να επιβάλλω την κυριαρχία της θέση μου. «Η αξιολόγηση θα γίνει βάσει των αποτελεσμάτων, όχι βάσει της γνώμης σας».

Ο φύλακας έγνεψε χαμογελώντας και δεν απάντησε. Στρίψαμε στην επόμενη γωνία και βρεθήκαμε σε έναν ακόμη διάδρομο. Χρειαζόμουν δείγματα των τιμωριών για την αξιολόγηση, αλλά ήξερα ότι δεν έπρεπε να το παρακάνω. Πρόσεχε, Σάμιουελ, γιατί η φρίκη που μπορεί να βιώσεις είναι ανείπωτη, μου είχε πει ο προιστάμενός μου. Ο άνθρωπος που είχε περάσει τη μισή ζωή του πίσω από ένα γραφείο, με την καρέκλα να έχει πάρει το σχήμα του πισινού του, μου μιλούσε για ανείπωτη φρίκη.

«… και φυσικά, όσο προσπαθεί να πηδήξει έξω, τόσο θα κόβεται για πάντα».

Οι σκέψεις μου με είχαν παρασύρει χάνοντας την εξιστόρηση του φύλακα.

«Συγνώμη, πώς είπατε;» ρώτησα αν και κάτι υποψιαζόμουν. Βρισκόμασταν μπροστά σε ένα κελί, με μία γυναίκα στο πάτωμα να τρέμει και με βαθιά κοψίματα σε όλο της το σώμα. Το χέρι μου πήγε μηχανικά στα γυαλιά, τα φόρεσα και πάτησα το κουμπί. Σε ολόγραμμα εμφανίστηκε ένα πολυτελές γραφείο, η γυναίκα μισόγυμνη, το σουτιέν της σκισμένο, η φούστα της γεμάτη αίματα και μπροστά της ένας ημίγυμνος άνδρας, ξαπλωμένος στο γραφείο, με το πέος του αοικομμένο, πεταμένο στο πάτωμα. Αίματα παντού, η αστυνομία να χτυπά την πόρτα κι η γυναίκα τρελαμένη να βουτά από το παράθυρο για να ξεφύγει. Το παράθυρο δεν σπάει ολόκληρο, αυτή μπλέκεται στα γυαλιά, κόβεται παντού και μένει εκεί να ουρλιάζει από τους πόνους.

Και φυσικά, όλο αυτό, σε επανάληψη.

«Ευφάνταστο, σωστά;»

«Ναι, ναι, φυσικά. Και νομίζετε ότι όλο αυτό βοηθάει στον σωφρονισμό ή στην παραδειγματική τιμωρία των καταδίκων;»

Ο φύλακας γέλασε δυνατά, τόσο πολύ που ακόμη κι η γυναίκα τον κοίταξε.

«Εμείς δεν σωφρονίζουμε, αγαπητέ. Απλά τιμωρούμε και προσφέρουμε το αίσθημα εκδίκησης και ικανοποίησης στις οικογένειες των θυμάτων. Θα έπρεπε να το ξέρετε ήδη αυτό».

Έβγαλα τα γυαλιά και πήρα δύο βαθιές ανάσες.

«Οι κρατούμενοι βλέπουν όλο το σκηνικό του εγκλήματός τους σαν ολόγραμμα;»

«Όχι, κύριε Ρέμινσον. Αλλιώς θα καταλάβαιναν ότι είναι φτιαχτό. Το τσιπάκι στο κεφάλι τους, τους επιτρέπει να το ζουν κανονικά, ολοζώντανα, λες και βρίσκονται εκεί».

«Μπορούμε να συνεχίσουμε, παρακαλώ;» ρώτησα ξεθεωμένος. Ένιωθα λες και κάποιος είχε στραγγίξει όλο μου το ψυχικό σθένος. Η συνέχεια δεν ήταν πολύ διαφορετική από όσα είχα δει έως τώρα. Περισσότεροι φυλακισμένοι, περισσότερα βασανιστήρια, περισσότερος ατελείωτος πόνος. Στο τέλος, βγήκα από τη φυλακή, έλυσα τη γραβάτα μου και ρούφηξα όσο αέρα χωρούσαν τα πνευμόνια μου.

Δεν θυμόμουν τι έκανα την υπόλοιπη ημέρα, το μυαλό μου είχε κολλήσει στις εικόνες των φυλακισμένων. Ξυπνούσα και κοιμόμουν συνέχεια, έβλεπα τον εαυτό μου να μπαίνει σαν αστυνομικός και να συλλαμβάνει τους κρατούμενους. Έβλεπα το ένοχο βλέμμα τους, την απόγνωσή τους, το σκύψιμο του κεφαλιού όταν άκουγαν τις ποινές, το πρώτο εφιαλτικό τους βράδυ όταν μπήκαν στο κελί κι έκλεισαν οι πόρτες πίσω τους.

Την επόμενη μέρα έφτασα αρκετά νωρίς, με την ελπίδα να ξεμπερδέψω και νωρίς. Έπρεπε να κάνω κι άλλη αξιολόγηση, δεν ξέρω πώς θα άντεχα να κάνω και τις τρεις.

Ο φύλακας έβγαλε τη βαριά αρμαθιά με τα κλειδιά, άνοιξε την κεντρική πόρτα και η γνώριμη μπόχα με κατέκλυσε ξανά. Πέρασα μπροστά από τον άνδρα που είχε μαχαιρώσει το παιδάκι, και τον βρήκα στην ίδια θέση μισότρελο, βρώμικο, να κοιτάει το άπειρο. Φόρεσα τα γυαλιά μου κι είδα το έγκλημά του δύο φορές σ’ επανάληψη. Για κάποιον λόγο δεν αηδίασα τόσο όσο την πρώτη φορά. Στάθηκα λίγο περισσότερο και παρατήρησα τη συμπεριφορά του. Σκληρό βασανιστήριο, σκληρή τιμωρία, αλλά γιατί όχι; Δεν αφαίρεσε μία ζωή, έτσι, πάνω στην τρέλα του; Δεν έπρεπε να τιμωρηθεί;

«Γίνεται πιο ενδιαφέρον το θέαμα, σωστά;» άκουσα τη φωνή του φύλακα δίπλα στο αυτί μου και πετάχτηκα. Τα γυαλιά έπεσαν κάτω.

«Σιγά, άνθρωπέ μου. Θα με αφήσεις στον τόπο. Ναι… μπορώ να πω ότι είναι ενδιαφέρον».

Ο φύλακας χαμογέλασε, σήκωσε τα γυαλιά και μου τα έδωσε. Έβγαλε την αρμαθιά και διάλεξε ένα κλειδί το οποίο κι έβαλε στην πόρτα του κελιού.

«Έι, τι κάνεις, είσαι τρελός;» τον ρώτησα ταρακουνώντας τον.

«Μην ανησυχείτε, κύριε Ρέμινσον. Δεν θα σας κάνει τίποτα. Νομίζω ότι κανείς δεν σας έχει πει τις τεράστιες δυνατότητες της τεχνολογίας μας. Φορέστε τα γυαλιά, σας παρακαλώ», μου είπε και έβγαλε κι εκείνος τα δικά του. Με το που πάτησε το πόδι το μέσα, ο άντρας γύρισε και μας κοίταξε τρομαγμένος. Για την ακρίβεια, δεν νομίζω ότι έβλεπε εμάς. Το μυαλό του ήταν κολλημένο στη στιγμή της δολοφονίας και σύλληψής του. Έβαλα τα γυαλιά και έζησα ξανά την σκηνή,

«Τώρα», άκουσα τη φωνή του φύλακα να απλώνεται στον χώρο σαν να ερχόταν από ένα μεγάλο ηχείο, «δοκιμάστε να πιάσετε το μαχαίρι που κρατάει».

Περισσότερο για να τελειώνω με αυτήν την ηλίθια ιστορία παρά από πραγματική θέληση, δοκίμασα να το πιάσω. Και το κατάφερα. Έμοιαζε πέρα για πέρα αληθινό. Ο φύλακας γέλασε.

«Ωραίο, έτσι; Τι θα λέγατε να δοκιμάσετε τώρα… να το καρφώσετε στην καρδιά του;».

Πέταξα το μαχαίρι κι έβγαλα τα γυαλιά μου.

«Είστε παρανοϊκός, κύριέ μου. Θα απευθυνθώ στη διεύθυνση των φυλακών να μου αλλάξουν συνοδεία την επόμενη φορά».

Η πρότασή του με είχε σοκάρει μεν, αλλά μία μικρή στάλα ίντριγκας είχε μόλις διαταράξει τη λίμνη της ακλόνητης ηθικής μου. Κι αν μπορούσα να επηρεάσω την έκβαση της υπόθεσης σε ένα εναλλακτικό σενάριο; Αν τον σκότωνα όντως; Αν μπορούσα να σώσω το παιδί; Βλακείες, αφού το έγκλημα είχε γίνει, όλο αυτό ήταν μόνο στο μυαλό του.

«Μην εκνευρίζεστε, κύριε Ρέμινσον. Μία πρόταση ήταν για να το διασκεδάσουμε λίγο».

Αγνόησα το αηδιαστικό σχόλιό του και βγήκα έξω. Πέρασα από τα υπόλοιπα κελιά αρκετά γρήγορα, κατέγραψα τα βασανιστήρια και τις αντιδράσεις των κρατουμένων χωρίς να ξαναφορέσω τα γυαλιά μου. Η διαδικασία αυτή προκαλούσε περισσότερο σαρδόνια ευχαρίστηση παρά τιμωρία και λύτρωση στους εγκληματίες. Νομίζω ότι θα έπρεπε να εισηγηθώ να σταματήσει άμεσα.

Φτάνοντας προς το τέλος παρατήρησα ένα κελί άδειο το οποίο δεν είχα δει χθες. Δεν υπήρχε κανείς μέσα κι η πόρτα ήταν ανοικτή.

«Γιατί το κελί αυτό είναι άδειο; Νόμιζα ότι η φυλακή ήταν πλήρης».

«Α, ναι, έχετε δίκιο. Περιμένουμε μία άφιξη πολύ σύντομα. Ένα από τα χειρότερα αποβράσματα που έχει περάσει από τον τόπο μας, κύριε Ρέμινσον», είπε ο φύλακας και χαμογέλασε.

Διεστραμμένο καθίκι. Πρέπει να απολαμβάνεις πολύ τη δουλειά σου. Βγήκα έξω κι αποφάσισα ότι έπρεπε να ξεμπερδεύω με αυτήν την υπόθεση. Θα τηλεφωνούσα στα κεντρικά του Υπουργείου Δικαιοσύνης και θα ανέφερα ότι χρειαζόταν μόνο μία τελευταία επίσκεψη.

Το βράδυ κοιμήθηκα αρκετά πιο ήρεμα, χωρίς όνειρα. Το μόνο που έβλεπα ήταν μία μεγάλη πόρτα που ανοιγόκλεινε, χωρίς να μπορώ να καταλάβω αν με έκλεινε μέσα ή με άφηνε απ’ έξω.

Την επόμενη μέρα έφτασα αρκετά πιο προετοιμασμένος στις φυλακές. Είχα αποφασίσει να εξετάσω ενδελεχώς κάθε κελί, ώστε να μην χρειαστεί να ξαναπάω άλλη φορά, και να τελειώσω όσο πιο νωρίς γινόταν. Μ’ ενημέρωσαν στην είσοδο ότι ο φύλακας ήταν άρρωστος κι ότι θα έπρεπε να ξεναγηθώ μόνος μου. Αν δεν ήθελα, θα έπρεπε να περιμένω να αναρρώσει.

Ήταν η καλύτερή μου ευκαιρία. Θα ξεμπέρδευα μία και καλή. Μου άνοιξαν την κεντρική πόρτα και μπήκα στην πτέρυγα. Έφτασα έξω από τον παιδοκτόνο και τον παρατήρησα. Έμοιαζε να κοιμάται. Περίεργο, σκέφθηκα, νόμιζα ότι αυτά τα βασανιστήρια ήταν συνεχόμενα. Κάτι έβραζε μέσα μου, κάτι με ενοχλούσε και με εκνεύριζε χωρίς να μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς. Έσπρωξα την πόρτα του κελιού κι αυτή, παραδόξως, άνοιξε. Έκπληκτος προχώρησα στο κελί κι έφτασα πάνω από το πρόσωπο του κρατούμενου.

Έμοιαζε τόσο ήρεμος και γαλήνιος. Ένας δολοφόνος, ένα απόβρασμα… Κοιμόταν ήσυχος, χωρίς να τον νοιάζει τι έγκλημα είχε φορτώσει στην πλάτη του. Μ’ ένα απροσδόκητο μίσος, τον κλώτσησα δυνατά και τον έριξα από το κρεβάτι του.

«Σήκω, κάθαρμα. Δεν έχει ύπνο για σένα, μόνο αιώνια τιμωρία».

Παραξενεύτηκα από τα λόγια μου. Δεν πίστευα ότι είχα ακούσει την φωνή μου. Έβαλα τα γυαλιά, και το παιδικό δωμάτιο όπου είχε λάβει χώρα το φονικό εμφανίστηκε μπροστά μου σαν ψηφιακό σιντριβάνι. Ένα παιδί καθόταν στο γραφείο του και διάβαζε όσο ο άντρας, ο κατάδικος, ήταν δίπλα του και το είχε αγκαλιά. Αυτό που ακολούθησε με συντάραξε ακόμη περισσότερο. Η ακολουθία των σκηνών δεν έδειχνε τον άντρα να σκοτώνει το παιδί, αλλά αντιθέτως, να το υπερασπίζεται απέναντι σ’ έναν τρίτο, ενώ στο τέλος τον συλλαμβάνουν αγνοώντας τις εκκλήσεις του και τα ουρλιαχτά που ορκίζονταν ότι δεν το έπραξε αυτός.

«Όχι, όχι, αποκλείεται! Είναι ένοχος, είσαι ένοχος!» φώναξα και τότε το σκηνικό άρχισε να τρέχει από την αρχή. Πάλι οι ίδιες σκηνές, αλλά αποφάσισα να παρέμβω. Έπιασα το μαχαίρι, το έβαλα στο χέρι του και κάρφωσα την καρδιά του παιδιού. Δεν υπήρχε περίπτωση να τη γλυτώσει. Η αστυνομία μπήκε μέσα και τον γράπωσε.

Ένιωθα μία αδιόρατη ικανοποίηση. Ο ένοχος είχε συλληφθεί, η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί.

Έβγαλα τα γυαλιά και συνέχισα στα υπόλοιπα κελιά. Έφτασα στη γυναίκα που είχε κόψει το πέος εκείνου του άνδρα στο γραφείο της και προσπάθησε να ξεφύγει από το παράθυρο. Μπήκα μέσα, φόρεσα τα γυαλιά και την είδα να κάθεται στο γραφείο της, αργά τη νύχτα, και να δουλεύει. Οι σκηνές που ακολούθησαν με έφεραν προ εκπλήξεως για ακόμη μία φορά. Η γυναίκα υπερασπίστηκε τον εαυτό της όταν ο άντρας προσπάθησε να την βιάσει και να την πνίξει.

«Αποκλείεται! Αυτή τον σκότωσε, ψυχρά κι απάνθρωπα», φώναξα επεμβαίνοντας γι’ ακόμη μία φορά στη σκηνή.

Βγήκα από το κελί, έβγαλα τα γυαλιά μου κι ένιωσα τον κόσμο να γυρίζει. Ο διάδρομος έμοιαζε ν’ απομακρύνεται, οι απεγνωσμένες κραυγές των κρατουμένων με γυρόφερναν σαν τυφώνας, το βλέμμα μου είχε θολώσει. Αποκλείεται να ήταν αθώοι οι κρατούμενοι, είχαν καταδικαστεί κι έπρεπε να τιμωρηθούν. Το ήξερα, το ένιωθα, ήμουν σίγουρος. Έτρεξα να βγω έξω και στάθηκα για λίγα δευτερόλεπτα στο άδειο κελί που είχα δει χθες. Μέσα υπήρχε πλέον ένα κρεβάτι, μία καρέκλα κι ένα κομοδίνο. Μετά όρμησα προς τα έξω και ανέπνευσα καθαρό αέρα.

Όλο αυτό ήταν ένα κόλπο εκείνου του καθάρματος – του φύλακα. Ήθελε να παίξει μαζί μου και πείραξε την τεχνολογία. Δεν θα του περνούσε. Έπρεπε να τον βρω, να τον κάνω να ομολογήσει και να τον καταγγείλω. Δεν είχε βρεθεί ακόμη άνθρωπος που θα ξεγελούσε έτσι τον Σάμιουελ Ρέμινσον.

Με το που έφτασα στις φυλακές και βρέθηκα έξω από την πτέρυγα, τον είδα εκεί, να στέκεται και να με κοιτάει μ’ ένα αθώο βλέμμα.

«Καλησπέρα σας, κύριε Ρέμινσον. Συγνώμη για χτες, ήμουν-»

«Σκασμός. Ξέρω τι έκανες. Και το διεστραμμένο σου σχέδιο θα αποκαλυφθεί τώρα».

«Σας παρακαλώ, κύριε Ρέμινσον. Πώς μιλάτε έτσι; Δεν καταλαβαίνω τι λέτε».

Ώστε το έπαιζε ανήξερος. Ήθελε να με εκνευρίσει περισσότερο. Τον άρπαξα και τον υποχρέωσα να ανοίξει την πόρτα. Έβγαλε την αρμαθιά με τα κλειδιά και ξεκλείδωσε. Μπήκαμε μέσα και φτάσαμε έξω από το πρώτο κελί. Τον υποχρέωσα να φορέσει τα γυαλιά του για να δούμε μαζί την τιμωρία του παιδοκτόνου.

Όλα πλέον ήταν όπως τα θυμόμουν. Σκοτώνει το παιδί, κλαίει και η αστυνομία τον συλλαμβάνει. Η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί.

«Ορίστε, όλα λειτουργούν κανονικά», τον άκουσα να λέει.

«Δεν σε πιστεύω, κάτι είχε συμβεί χθες, κάτι στο πρόγραμμα κι οι φυλακισμένοι έμοιαζαν να είναι αθώοι».

Τον τράβηξα και συνεχίσαμε. Παντού, σε κάθε κελί, όλα τα εγκλήματα είχαν επανέλθει στο πρωταρχικό τους σενάριο. Ένιωθα μία βαθιά ικανοποίηση, μία σαρδόνια ευχαρίστηση. Λες και τους είχα εγώ καταδικάσει και πλέον απολάμβανα το έργο μου.

«Κανείς δεν είναι αθώος, κύριε Ρέμινσον. Σας το είπα αυτό».

Στάθηκα μπροστά του. Τον είδα να ξεροκαταπίνει αγχωμένος.

«Και τώρα, για πες μου, ποιον περιμένουμε στο τελευταίο κελί;»

«Δεν μου έχουν πει. Σας παρακαλώ, πρέπει να φύγουμε, τελείωσε η ξενάγηση».

«Όχι, αγαπητέ. Θα μου πεις. Αλλιώς θα σε κλείσω μέσα για παρακώλυση του έργου μου. Είμαι ο καλύτερος ποινικολόγος της χώρας, το καταλαβαίνεις αυτό;»

Ο φρουρός άρχισε να κλαίει, δεν θύμιζε σε τίποτα τον ειρωνικό κι αυταρχικό άντρα που είχα συναντήσει την πρώτη μέρα. Όλοι, τελικά, μπροστά στην επιβολή της εξουσίας, λυγίζουν. Τον έσυρα στο κελί και τον πέταξα μέσα. Κοίταξα καλύτερα το εσωτερικό∙ το είχαν στολίσει με δύο πίνακες, μία ακόμη καρέκλα κι ένα γραφείο. Όλα αυτά μου έμοιαζαν υπερβολικά οικεία.

«Θα μείνεις μέσα σήμερα για να καταλάβεις το αποτέλεσμα της ανυπακοής σου. Θα εισηγηθώ να σου περάσουν το τσιπάκι για να βλέπεις σ’ επανάληψη την αγένεια που επέδειξες στην πρώτη μου ξενάγηση. Μόνο έτσι θα πάρεις το μάθημά σου», του είπα και τον άφησα να κλαψουρίζει. Έπιασα τα κλειδιά του, τα έβγαλα και κλείδωσα το κελί. Βγήκα έξω με μία ατέρμονη ικανοποίηση.

Το βράδυ έγραψα την αναφορά μου, την έστειλα στο Υπουργείο και κοιμήθηκα σαν πουλάκι.

Ξύπνησα με μία αίσθηση φόβου κι αγωνίας. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι είχα αφήσει ανολοκλήρωτο και, αυτό το κάτι, μου βάραινε τη συνείδηση. Σηκώθηκα από το κρεβάτι για να πάω στο μπάνιο. Μέσα στη θολούρα του μεταιχμίου ύπνου και ξύπνιου, σκόνταψα πάνω στην καρέκλα μου. Περίεργο, σκέφθηκα, δεν είχα καρέκλες στο δωμάτιό μου.

Κοίταξα τριγύρω. Μία σκοτοδίνη απλώθηκε στο κεφάλι μου. Έτριψα τα μάτια μου για να δω καλύτερα. Δεν βρισκόμουν στο δωμάτιό μου. Βρισκόμουν σ’ ένα κελί. Το κρεβάτι που κοιμόμουν ήταν το δικό μου, το γραφείο κι η καρέκλα το ίδιο, οι πίνακές μου. Όρμησα στα κάγκελα του κελιού ουρλιάζοντας.

«Φύλακα! Ποιος είναι εδώ; Βοήθεια! Έχει γίνει κάποιο λάθος!»

Κοπανούσα τα κάγκελα κι αυτό οδήγησε και τους υπόλοιπους κρατουμένους να τα κοπανήσουν. Διέκρινα τη γυναίκα που είχε κόψει το πέος του επίδοξου βιαστή της. Την αναγνώρισα. Την είχα δει και στο δικαστήριο, στο ανακρητήριο, στο γραφείο μου. Είχα αναλάβει την υπεράσπισή της, αλλά καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στο βάθος, είδα και τον παιδοκτόνο, αλλοπαρμένο, να χτυπιέται στα κάγκελα και να ζητάει συγχώρεση. Τον είχα διαβεβαιώσει ότι θα τον ανακηρύξουν αθώο. Είχε την ίδια τύχη με την κοπέλα.

Άκουσα την αρμαθιά από τα κλειδιά να κλυδωνίζεται, να χτυπά τα κάγκελα ρυθμικά, κι ένα σιγοσφύρισμα να την ακολουθεί. Είδα τον φύλακα να πλησιάζει προς το μέρος μου.

«Εσύ! Βγάλε με έξω, αμέσως! Θα τηλεφωνήσω στο Υπουργείο και δεν σε σώζει τίποτα μετά».

Ο φύλακας έπιασε το γκλομπ του και μου χτύπησε τα δάχτυλα στα κάγκελα. Ούρλιαξα από τον πόνο και τραβήχτηκα πίσω.

«Σκασμός, κρατούμενε. Βγάζεις και γλώσσα. Καλά ξυπνητήρια, σου αρέσει το… δωμάτιό σου; Ανέλαβα εγώ τη διακόσμηση», μου είπε γελώντας.

«Τι συμβαίνει εδώ; Πού είναι ο διευθυντής των φυλακών;»

«Α, στο γραφείο του, απολαμβάνει την τιμωρία σου. Μην ανησυχείς, σύντομα θα βγεις έξω και θα βρεθείς πίσω από εκείνη την βαριά πόρτα, όπως τότε, λίγες μέρες πριν, όταν γνωριστήκαμε για πρώτη φορά».

Πήγα ν’ απαντήσω, αλλά από στόμα μου βγήκε μόνο κενός αέρας.

Το κελί που είχα δει άδειο… Τα έπιπλα που άρχισαν να το γεμίζουν όσο περνούσαν οι μέρες…. Η μανία μου να καταδικάσω τους ανθρώπους αυτούς ακόμα κι αν τα στοιχεία έδειχναν το αντίθετο… Η συμπεριφορά μου στον φύλακα… Με τρεμάμενα χέρια, ψαχούλεψα το κεφάλι μου στα δεξιά και βρήκα την εσοχή όπου είχαν εισαγάγει το τσιπάκι.

«Βλέπω τα κατάλαβες όλα, ε; Όπως κάθε φορά, απολαμβάνω απίστευτα αυτό το κομμάτι της τιμωρίας σου. Η φρικτή συνειδητοποίηση του τι έχει συμβεί, του τι συμβαίνει και κυρίως… του τι θα συμβεί ξανά. Η άφιξη που περιμέναμε; Μόλις ήρθε. Το χειρότερο απόβρασμα του κόσμου, φυλακισμένο, εκεί, στο ίδιο μέρος που έστειλε τους πελάτες του».

Χτύπησε με δύναμη το γκλομπ του στα κάγκελα κι απομακρύνθηκε τραγουδώντας. Έπεσα στα γόνατα κάνοντας εμετό. Ήθελα να φύγω από εκεί μέσα, να γυρίσω σπίτι μου, στο γραφείο μου, να επιστρέψω στην υπεράσπιση των ανθρώπων που έκανα τόσο καλά, τόσο δίκαια, τόσο απόλυτα.

Ήταν εγκληματίες. Έπρεπε να τιμωρηθούν. Έπρεπε.

Κι αν τα στοιχεία δεν ήταν αρκετά, τότε έβρισκα περισσότερα. Γιατί η δικαιοσύνη έπρεπε να κυριαρχήσει.

***

Η αρμαθιά με τα κλειδιά του πρέπει να είναι τόσο βαριά όσο κι ο χαρτοφύλακάς μου. Ο φύλακας, όμως, την κρατά με άνεση, στριφογυρίζει τα κλειδιά μέσα στα δάχτυλα λες κάνει κάποιο ταχυδακτυλουργικό νούμερο. Βρίσκει το σωστό, το βάζει στη σιδερένια πόρτα κι αυτή ανοίγει.

Πρώτα, με κατακλύζει η δυσοσμία. Ύστερα, έρχονται οι κραυγές τους. Κάτι μου θυμίζει αυτή η πτέρυγα, αν και είμαι σίγουρος ότι έρχομαι για πρώτη φορά.

«Ελάτε, κύριε Ρέμινσον. Μην καθυστερείτε. Η ξενάγηση κρατάει αρκετή ώρα. Ως την αιωνιότητα».

Art: “The cyber Prisoner” by Surya Murugesan

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά