Διήγημα: “Παντού” του Παναγιώτη-Αναστάσιου Κομνηνού

by Nyctophilia

Το διήγημα “Παντού” του Παναγιώτη-Αναστάσιου Κομνηνού συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Σήμερα, τώρα

Ο Μιχαήλ κοιτάζει τους ανθρώπους που κάθονται απ’ άκρη σ’ άκρη στο μαγαζί και οι οποίοι του ανταποδίδουν το βλέμμα. Η μουσική έχει σταματήσει και η αλλόκοτη ησυχία μετατρέπει το χώρο σε ένα ξεχωριστό στοιχειωμένο σπίτι. Κάνει πολλή ζέστη, αφού ο κλιματισμός λειτουργεί στο φουλ. Τα φώτα είναι δυνατά και αναγκάζουν τον Μιχαήλ να βγάλει από την τσέπη του αδιάβροχου του τα γυαλιά ηλίου του και να τα φορέσει. Δεν θυμάται γιατί τα έχει μαζί του, μιας και είναι βράδυ Παρασκευής και δεν είναι λογικό να τα κουβαλάει –ποιο το νόημα; Εντάξει το αδιάβροχο, δικαιολογείται. Έξω βρέχει. Αλλά τα γυαλιά; Ή οι αρβύλες; Μόλις εκείνη τη στιγμή, ενώ είναι στο επίκεντρο της προσοχής, προσέχει ότι έχει φορέσει τις παλιές του αρβύλες, αυτές που του είχαν δώσει στο στρατό. Έχει να τις βγάλει από την αποθήκη του διαμερίσματός του πάνω από τέσσερα χρόνια. Κάτι που φαίνεται: είναι σκονισμένες και το δέρμα έχει ξεφτίσει, λες και το υπόδημα είναι γλυκό και κάποιο παιδί το τρώει με κουτάλι.

Ο Μιχαήλ αντιλαμβάνεται κι άλλα παράταιρα στοιχεία που έχει πάνω του. Τα υπόλοιπα ρούχα του, πρώτα απ’ όλα, είναι κι αυτά σε κακά χάλια. Φοράει την ολόσωμη στολή της δουλειάς του. Αλλά δεν είναι η καθαρή, αυτή που έχει σκοπό να βάλει τη Δευτέρα, όταν θα ξαναπάει στην Μεταφορική Εταιρεία. Όχι, αυτή που έχει ρίξει στο σώμα του είναι η δεύτερη, η λερωμένη από μπογιές και σκόνη και λάσπες. Έχει βγει για φαγητό, πώς στο καλό του ήρθε…;

Δεν καταλαβαίνει.

Έπειτα, είναι και το άλλο: στα χέρια του έχει βάλει τα παιδικά του χειμωνιάτικα γάντια, που είναι από τα λίγα αντικείμενα που του είχαν αγοράσει οι γονείς του και τα οποία έχει κρατήσει. Δυστυχώς, ο πατέρας και η μάνα του έβγαζαν τα προς το ζην για τους ίδιους και τα δύο παιδιά της οικογένειας, μπορούσαν ενίοτε να πάνε καμιά βόλτα ή και πολύ σπάνια να φάνε καμιά πίτα ή παγωτό, όμως, από κει και πέρα, τα οικονομικά τους δεν επέτρεπαν κατ’ ουσίαν τίποτα άλλο. Ακόμα και η τηλεόραση που είχαν, από ένα σημείο της ιστορίας της οικογένειας και μετά, δε δούλευε καθόλου, αφού πότε είχαν ηλεκτρικό και πότε όχι –και, φυσικά, δεν θα το σπαταλούσαν βλέποντας τηλεόραση. Τα όποια ρούχα και υποδήματα και τα ελάχιστα παιχνίδια ήταν είτε φτηνά, είτε προέρχονταν από δωρεές της ντόπιας εκκλησίας, που μοίραζαν σε οικογένειες που είχαν προβλήματα διαβίωσης. Ο Μιχαήλ δεν θα ξεχάσει ποτέ τις στιγμές που μαζί με την μάνα του και τον αδερφό του περίμεναν στην ουρά, μες στο κρύο ή την αφόρητη ζέστη, ανάμεσα σε δεκάδες άλλους ενήλικες και παιδιά, για να παραλάβουν… κάτι. Κάτι χρήσιμο. Κάτι για να φέρουν πίσω στο διαμέρισμα και να πουν ότι η εν λόγω μέρα δεν πήγε χαμένη.

Αλλά… γιατί φοράει τώρα τα παιδικά του γάντια; Δεν του πάνε. Το γκρι ύφασμα έχει τεντωθεί και μετά βίας καλύπτει την παλάμη του. Δεν τον βολεύουν καθόλου. Τα είχε πάρει όταν ήταν δέκα χρονών. Μια πολύ πιο αδύνατη και μικροσκοπική εκδοχή του άντρα που είναι πλέον. Θυμάται ότι ήταν πολύ χαρούμενος όταν τα ανακάλυψε μέσα στην τσάντα του σούπερ μάρκετ που τους είχαν δώσει. Τα είχε αρπάξει πριν τον αδερφό του και δεν θα του τα έδινε, αν η μάνα του δεν επέμενε να του τα δανείζει τις μέρες που ο Μιχαήλ δεν πήγαινε σχολείο επειδή ήταν άρρωστος.

Όμως, γιατί τα φοράει; Γιατί είναι ντυμένος έτσι;

Τότε ακούει τις βαθιές εισπνοές και εκπνοές των άλλων πελατών και των σερβιτόρων. Κάπου στο βάθος ανοίγει και κλείνει μια πόρτα και ο ιδιοκτήτης πετάγεται από τη γωνία σαν τσαντισμένος αστυνομικός που έχει έρθει να συλλάβει έναν ύποπτο: φωνάζοντας για την στασιμότητα του προσωπικού. Όμως, κοκαλώνει με το που βλέπει κι αυτός τι συμβαίνει. Και μετανιώνει που φώναξε.

Γιατί με αυτόν τον τρόπο, άθελά του, δίνει το έναυσμα για τα περισσότερα από τα συμβάντα που θα καταγραφούν στις κάμερες του μαγαζιού του και αργότερα σε υπολογιστές των μίντια, για να διαδοθούν τελικά παγκοσμίως.

Τα περισσότερα. Όχι όλα. Όχι αυτά που ξεκινούν στο μυαλό του Μιχαήλ. Αυτό το βίντεο είναι δικό του. Και εκείνη τη στιγμή, καθώς αντιλαμβάνεται πολλούς που σηκώνονται και τρέχουν, η μνήμη του δουλεύει και, σαν υπομονετικός καθηγητής, απαντάει στις απορίες του.

Ξεκινώντας από ένα όνομα και μια ιδιότητα.

Φονιάς Λίο…

*

Πέντε μέρες νωρίτερα

Ο Μιχαήλ είναι και πάλι στο φορτηγό της Μεταφορικής Εταιρείας και, μαζί με τους εναπομείναντες εργαζόμενους που δεν έχουν αρρωστήσει (ακόμα), δηλαδή τον Πέτρο που οδηγάει και τον Σπύρο που κάθεται ανάμεσά τους και ανταλλάσσει μηνύματα με την κοπέλα του, πηγαίνουν να αφήσουν στην αποθήκη που τους έχει πει ο πελάτης τα άχρηστα πλέον πράγματα που έχουν παραλάβει. Πρόκειται για ντουλάπες, καθρέπτες τοίχου, καρέκλες, τραπέζια, κρεβάτια και άλλα παρεμφερή, τα οποία σήκωσαν από πέντε μικρά, ορεινά σπιτάκια που νοικιάζει ο εν λόγω τύπος. Που νοίκιαζε, δηλαδή, γιατί πλέον, απ’ ό,τι γνωρίζουν οι τρεις άντρες, θα τα γκρεμίσει, για να φτιάξει καινούρια. Και, όπως το σκέφτονται οι εργαζόμενοι, ο τύπος έχει ένα δίκιο, μιας και τα συγκεκριμένα οικήματα έχουν ραγισματιές, η υγρασία τα διαπερνάει, ενώ τα υδραυλικά τους έχουν σκουριάσει.

Φτάνουν στον προορισμό τους και, ευτυχώς, γλιτώνουν χρόνο όχι μόνο λόγω του ότι οι ενοικιαστές δεν είχαν ξεχάσει κάτι στα σπιτάκια -κάτι που συμβαίνει πιο συχνά απ’ ό,τι θα θέλουν οι εργαζόμενοι-, ούτε εξαιτίας της λίγης κίνησης στο δρόμο, αλλά και γιατί η αποθήκη του πελάτη βρίσκεται στο τέλος μιας οδού της πόλης, έχει δικό της πάρκινγκ και τεράστιο ιδιωτικό δρόμο. Ο Μιχαήλ κατεβαίνει και ανοίγει τη δίφυλλη πόρτα του φράχτη που καλύπτει το μέρος. Το φορτηγό περνάει με την όπισθεν και μετά από λίγα δευτερόλεπτα ο Σπύρος έχει ανοίξει την πόρτα της αποθήκης, προσφέροντας το φως της ημέρας και καθαρό αέρα στον χώρο, που μυρίζει έντονα κλεισούρα. Ο Μιχαήλ και ο Πέτρος ανοίγουν τις πόρτες το φορτηγού και ο τελευταίος ανεβαίνει, για να δίνει στους άλλους δύο τα πράγματα.

Ο Μιχαήλ μπαίνει στην αποθήκη, κρατώντας ένα κομοδίνο και μία καρέκλα γραφείου. Υπάρχει ελεύθερος χώρος, περιορισμένος μεν, αλλά υπάρχει, κι έτσι αναζητάει ένα μέρος για να «ταιριάξει» τα αντικείμενα. Βρίσκει στην μια πλευρά, όπου υπάρχουν έπιπλα δωματίου, και περπατάει ως εκεί, περνώντας δίπλα ή κάτω από στρώματα, εργαλεία, χαλασμένα ποδήλατα, παιχνίδια, τάβλες, αμέτρητα χαρτόκουτα και χίλια δυο άλλα πάλαι ποτέ αξιόλογα πράγματα, τα οποία ο Μιχαήλ ελάχιστα προσέχει. Αφήνει αυτά που κουβαλάει, σκουπίζει τα χέρια του στη φόρμα εργασίας του και γυρίζει να φύγει. Όμως, με την άκρη του ματιού του «πιάνει» μια ψηλή φιγούρα, ενώ παράλληλα ακούει κάτι να μετακινείται δίπλα του. Στρέφεται και πάλι. Και σχεδόν σταματάει να αναπνεύσει. Το μυαλό του αδειάζει από άλλες σκέψεις, λες και είναι ποτήρι που το αναποδογυρίζεις με πολύ γρήγορη κίνηση. Το δέρμα του ανατριχιάζει, σαν να έχει βγει γυμνός στο κρύο.

Εκεί, στη γωνία, πίσω από σκουριασμένα ράφια που έχουν μάσκες, στολές, σύνεργα βαψίματος του σώματος κ.ά. και ιστούς αραχνών στις γωνίες τους, κάτω από ένα διαφανές νάιλον στέκεται ένας άντρας με αδιάβροχο, κουκούλα και ένα μαχαίρι στο δεξί χέρι. Ο Μιχαήλ δεν πρόσεξε εξ αρχής τον τύπο και επειδή δεν περίμενε να δει κάποιον άλλο εκτός από τους συναδέλφους του στην αποθήκη, αλλά και γιατί εκείνο το σημείο που τον έχουν στήσει δε φωτίζεται, παρά έχει μαζέψει όσο σκοτάδι επιτρέπουν οι γλόμποι. Κι έτσι όπως ορθώνεται μοιάζει σαν να κοιμόταν και σηκώθηκε νευριασμένος για να δει ποιος άνοιξε το φως.

Αλλά δεν κουνιέται. Είναι ένα ομοίωμα ανθρώπου, που, εκτός από το αδιάβροχο με την κουκούλα, του έχουν φορέσει γυαλιά ηλίου, λερωμένο πουλόβερ και παντελόνι, μπότες και χειμωνιάτικα γάντια. Κάτι θυμίζει στον Μιχαήλ, αλλά δεν μπορεί να θυμηθεί. Ωστόσο, η τρομάρα δεν του έχει φύγει και νιώθει άβολα. Δεν του αρέσει να τον τρομάζουν. Αν και στην προκειμένη, σκέφτεται, μάλλον φταίει ο ίδιος που δεν πρόσεξε τον τύπο, ο οποίος δεν μπορεί να μετακινηθεί, γιατί είναι ένα ψεύτικο πράγμα. Σωστά;

Σαν να θέλει να το επιβεβαιώσει, απλώνει το χέρι προς το νάιλον.

Τότε δύο χέρια ακουμπάνε την πλάτη του και φωνάζει. Γυρίζει και βλέπει τον Σπύρο που γελάει. «Μην το ξανακάνεις αυτό», του λέει. «Με κοψοχόλιασες. Ηλίθιε».

«Το ξέρω. Τι έπαθες; Τι κοίταζες τόσο πολύ;»

«Τούτον εδώ». Ο Μιχαήλ δείχνει τη φιγούρα.

Ο Σπύρος ανασηκώνει τα φρύδια του. «Ο Λίο! Εδώ. Δεν το περίμενα».

«Ποιον;»

«Τον Φονιά Λίο. Τον δολοφόνο… Από εκείνες τις παλιές ελληνικές ταινίες τρόμου, που ήταν copy-paste αμερικανικών ταινιών… Οι οποίες αμερικανικές ήταν πολύ καλύτερες…»

Ο Μιχαήλ ξαφνικά θυμάται. Έχει δει κι αυτός μία ταινία με τον Λίο. Οι σφαγές του Φονιά Λίο συνεχίζονται, έτσι λέγεται. Ήταν εφτά ή οχτώ χρονών και τον είχε κατατρομάξει. Ειδικά μια σκηνή που ο δολοφόνος πετάγεται κάτω από το κρεβάτι και με απότομες κινήσεις τεμαχίζει έναν άντρα. Είδε πολλούς εφιάλτες μετά από εκείνο το Σαββατόβραδο, με τον Λίο να είναι πανταχού παρών.

«Θα ’ναι κάνας συλλέκτης», λέει ο Σπύρος και απομακρύνεται.

«Τι;»

«Ο πελάτης. Θα είναι συλλέκτης. Έχει και διάφορα άλλα που σχετίζονται με τον Λίο. Κάτι μαχαίρια και ψεύτικα γυαλιά ηλίου. Εκεί στα ράφια, δίπλα από τον Φονιά».

Ο Μιχαήλ τα βλέπει, συνειδητοποιώντας πως δεν τα πρόσεξε νωρίτερα. Κατανεύει και ακολουθεί τον Σπύρο.

Το ξεφόρτωμα συνεχίζεται για λίγη ώρα ακόμα. Η οποία, όμως, δεν περνά γρήγορα για τον Μιχαήλ. Βασικά, κάποια σημεία της είναι σαν να μην υπάρχουν γι’ αυτόν. Γιατί ο χρόνος σταματά ακαριαία εκείνες τις στιγμές. Επειδή, καθώς πηγαινοέρχεται από το φορτηγό και αφήνει τα πράγματα, υπάρχουν φορές που γυρίζει προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά ή πίσω του και βλέπει την ίδια φιγούρα. Τον Λίο. Μόνο που δεν είναι σε νάιλον, αλλά έξω, να εκτίθεται στα στοιχεία της αποθήκης, όπως οι ίδιοι.

Τη μια στιγμή, είναι δίπλα σε κάτι κούτες με παιχνίδια.

Μια άλλη, στέκεται πάνω σε ένα τραπέζι.

Σε μια τρίτη, ο Μιχαήλ τρομάζει βλέποντας τον Λίο ακριβώς πίσω του, σαν να ετοιμάζεται να τον αρπάξει.

Όμως, όταν ανοιγοκλείνει τα μάτια του, ο Λίο δεν είναι εκεί. Όχι, είναι στην ίδια θέση που τον πρωτοείδε. Στη σκοτεινή γωνία. Του το επιβεβαιώνουν και οι άλλοι, που του λένε να «ξεκολλήσει» και να μην κάνει σαν παιδί.

Ο Μιχαήλ συμφωνεί μαζί τους. Αλλά μόνο αφού κρατήσει τη ματιά του πάνω από ένα λεπτό προς την αρχική μόνιμη θέση του Λίο και σιγουρευτεί ότι το ομοίωμα δεν έχει κινηθεί. Μόνο τότε μπορεί και συνεχίζει τη δουλειά.

*

Τρεις μέρες νωρίτερα

Ο Μιχαήλ ξυπνάει ιδρωμένος στο διαμέρισμά του. Ακουμπάει το στήθος του, όπου νιώθει την καρδιά του να φτερουγίζει. Ανάβει το φως στο λαμπατέρ δίπλα του. Ελέγχει το δωμάτιο. Αφουγκράζεται.

Δεν του αρκεί. Όπως χθες και προχθές, που είδε το ίδιο δυσάρεστο όνειρο -κάποιον να τον κυνηγάει με ένα μαχαίρι σε κακοφωτισμένους χώρους-, σηκώνεται και ερευνά το διαμέρισμα. Δεν του παίρνει πάνω από δύο λεπτά και βρίσκεται στο μπάνιο να ξεπλένει το πρόσωπό του. Κοιτάζει στον καθρέφτη και ξεφυσάει αγανακτισμένος. Τα μάτια του έχουν μαύρους κύκλους και το δέρμα του μοιάζει να έχει κιτρινίσει, λες και το έχει βάψει. Σκέφτεται πώς κατάντησε έτσι.

Γυρίζει στο κρεβάτι του και κάνει να κλείσει το φως, όταν ένα χέρι πετάγεται από κάτω και κόβει το δικό του. Όπως χθες και προχθές.

Ουρλιάζει και πέφτει πίσω στον τοίχο.

Πιάνει το χέρι του. Είναι εκεί, ολόκληρο. Ούτε αίματα, ούτε τρύπα.

Σηκώνεται ξανά και κοιτάζει κάτω από το κρεβάτι, χρησιμοποιώντας το φακό του κινητού του. Δεν υπάρχει κανείς εκεί. Όπως και τις προηγούμενες φορές.

Όμως, το κακό έχει γίνει. Δεν ξαναπέφτει για ύπνο, παρά πάει να χαζέψει στην τηλεόραση. Θα βάλει να δει μια κωμική σειρά ή κάτι τέτοιο. Κάτι που δεν θα του θυμίσει τον…

*

Δύο μέρες νωρίτερα

Η πελάτισσα και ο άντρας της τον κοιτάζουν με περιέργεια. Κάτι που δεν είναι καλό, όπως του έχει πει ο προϊστάμενός του. Γιατί μπορεί να αποφασίσουν ότι δεν τους κάνει πλέον η Μεταφορική Εταιρεία και να απευθυνθούν αλλού. «Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να δείχνουν σαν σκιάχτρα, γαμώτο!» του τονίζει αυτές τις μέρες. «Πώς είσαι έτσι, ρε Μιχαήλ; Τι σκατά, άμα είσαι άρρωστος, πάρε άδεια, πήγαινε σε κάνα γιατρό».

Ο Μιχαήλ έχει αδυνατίσει, έχει κοψίματα στα μάγουλα από το ξύρισμα και η φόρμα του δεν έχει καθαριστεί επιμελώς. Μοιάζει να έχει φορέσει κάτι που βρήκε στα σκουπίδια και το οποίο είναι και δύο νούμερα μεγαλύτερό του.

Λέει στον ανώτερό του ότι δεν έχει κάτι, απλά δεν κοιμάται καλά τα βράδια. «Όμως, θα… θα γίνω καλά. Σας το υπόσχομαι. Είναι μια φάση που περνάω, τίποτα άλλο». Αλλά πολύ αμφιβάλλει γι’ αυτό. Όμως, δεν θέλει να μπλέξει με γιατρούς. Έτσι όπως είναι τα πράγματα αυτή την περίοδο, σκέφτεται, πιο ασφαλής θα είμαι αν μείνω μακριά τους.

Ο προϊστάμενός του θέλει να του πει να φύγει, όμως το προσωπικό μετράει μείον δύο άτομα, ένεκα που αυτά έχουν όντως αρρωστήσει. Δεν μπορεί να διώξει κι άλλους.

Έτσι, τον κρατάει, προτρέποντάς τον να αφήσει τα πιο βαριά στον Σπύρο και τον Πέτρο.

Ο Μιχαήλ συμφωνεί.

Για καλή τύχη του ιδίου και της εταιρείας, η πελάτισσα και ο άντρας της δεν το πάνε παραπέρα. Όχι με αυτή τη δουλειά, δηλαδή, γιατί είναι η τελευταία με την Μεταφορική Εταιρεία. Έτσι αποφασίζουν. Δεν τους αρέσει να συνεργάζονται με ανθρώπους που εμπιστεύονται εργαζόμενους σε τέτοια κακά χάλια, όπως είναι ο Μιχαήλ.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, ο εφιάλτης επιστρέφει. Μόνο που αυτή τη φορά, το πλήγμα δεν έρχεται από κάτω από το κρεβάτι, αλλά στο μπάνιο. Την ώρα που ο Μιχαήλ έχει αποκοιμηθεί μέσα στο νερό, ακούει την πόρτα να ανοίγει βίαια, κοιτάζει και βλέπει μια φιγούρα να μπήγει ένα μαχαίρι στην κοιλιά του.

Αλλά, εν τέλει, ξυπνάει και δεν έχει κανένα τραύμα.

*

Μία μέρα νωρίτερα

Όπου κι αν πάει, ο Φονιάς Λίο τον ακολουθεί. Είναι σίγουρος. Νιώθει την παρουσία του μυθοπλαστικού δολοφόνου να απλώνεται γύρω του σαν παλιρροϊκό κύμα. Τον βλέπει παντού. Δεξιά, αριστερά. Πίσω, μπροστά. Ακόμα και πάνω, σχηματισμένο σε ένα σύννεφο. Ή κάτω, πλεγμένο σε χαλί.

Ο Μιχαήλ σκοντάφτει συχνά. Πέφτει πάνω σε περαστικούς. Μια φορά, γλιστράει και την επόμενη στιγμή βρίσκεται με το αφεντικό του στο δάπεδο. Δεν τρώει όσο θα έπρεπε και δεν κάνει μπάνιο όσο έχει ανάγκη. Το διαμέρισμά του είναι παρατημένο, καθώς ο ίδιος δεν πηγαίνει πάντα εκεί, αλλά περνάει πολλές ώρες έξω, ανάμεσα σε κόσμο. Νιώθει κάπως ασφαλής με τους άλλους.

Αλλά ο Λίο δεν τον αφήνει σε ησυχία.

*

Σήμερα, λίγη ώρα πριν

Σταματάει έξω από το μαγαζί που θέλει να μπει και να φάει. Βρέχει. Δεν υπάρχουν πολλοί γύρω από τον Μιχαήλ, όμως σίγουρα υπάρχει κάποιος σε κάθε πλευρά.

Βλέπει τη σκοτεινή μορφή του Λίο με το μακρύ αδιάβροχο στην άδεια καφετέρια απέναντί του. Στέκεται ανάμεσα στα βρεγμένα τραπέζια και τις καρέκλες.

Γυρίζει δεξιά.

Η μορφή είναι στη μέση του δρόμου, με τα αυτοκίνητα να τη φωτίζουν σαν φώτα θεατρικής σκηνής που αποκαλύπτουν τον από μηχανής θεό.

Γυρίζει αριστερά.

Η μορφή, μέσα σε ένα σπίτι και τον παρακολουθεί.

Γυρίζει προς τα πάνω.

Η μορφή πετάει, σαν σούπερ ήρωας που περιπολεί.

Γυρίζει προς τα πίσω.

Η μορφή κάθεται στο πεζοδρόμιο, σαν μαθητής που εξασκείται στο ζεν.

Γυρίζει.

Μπροστά. Η μορφή, εκεί.

Δεξιά. Η μορφή, εκεί.

Πίσω. Η μορφή, εκεί.

Αριστερά. Η μορφή, εκεί.

Κλείνει τα μάτια. Η μορφή, στο σκοτάδι της ψυχής του.

*

Τώρα

Σύρει το μαχαίρι και κόβει τον λαιμό του σερβιτόρου που έχει αρπάξει και τον πετάει μακριά. Και ορμάει προς τους υπόλοιπους πελάτες.

Είναι ο Μιχαήλ και είναι ο Λίο.

Βιογραφικό

Ονομάζομαι Παναγιώτης-Αναστάσιος Κομνηνός. Γεννήθηκα τον Ιούλιο του 1993 στην Αθήνα, αλλά κατάγομαι από την Πάτρα, στην οποία και μένω. Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη συγγραφή από το 2011. Τα πρώτα μου διηγήματα ανήκουν κυρίως στη λογοτεχνία τρόμου και επιστημονικής φαντασίας. Διηγήματά μου έχουν εκδοθεί σε ανθολογίες των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές, καθώς και στο TheBlueZ.gr, ενώ έχω κερδίσει το πρώτο βραβείο σε δύο κατηγορίες στα Βραβεία Larry Niven 2017 των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές, και τιμητική διάκριση στον 7ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ζωοφιλίας (2018).

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά