Διήγημα: “Ραμπίσου, ο Βρυκόλακας της Βαβυλώνας” του Παναγιώτη Κάρδαρη

by Παναγιώτης Κάρδαρης

Αναδημοσίευση από τη στήλη “Μυθονόμικον” στο Περιοδικό Nimbus (τεύχος 20) των Εκδόσεων Locus-7 & Άλλωστε

“Όταν συναντήθηκε η κόλαση με τον παράδεισο γεννήθηκε ο… άνθρωπος”

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ ΜΥΘΟΝΟΜΙΚΟΝ 4000…

Λένε πως όταν συναντήθηκε η κόλαση με τον παράδεισο, γεννήθηκε ο άνθρωπος. Ήταν τότε που ο Ουρανός αγάπησε τον Άδη και ο Άδης πόθησε τον Ουρανό. Όταν η κόλαση αναπαράγει τον εαυτό της γεννιούνται οι δαίμονες. Όταν ο παράδεισος αναπαράγει τον εαυτό του γεννιούνται οι άγγελοι. Και όλα αυτά συνθέτουν αυτό που όλοι μαζί, οι άνθρωποι, οι δαίμονες και οι άγγελοι, ονομάσαμε Θεό ή έτσι τουλάχιστον είπαν οι σοφοί ανά τους αιώνες. Όταν όλα αυτά τα κομμάτια κινούνται σε απόλυτη ισορροπία και αρμονία, τότε η ζωή συνεχίζει να διαγράφει, άλλοτε γρήγορα, άλλοτε νωχελικά τον κύκλο της, επαναλαμβάνοντας, άχαρα, τον εαυτό της.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που ο κύκλος αρχίζει να αποκτά γωνίες ή όταν καμπυλώνει και ενώνει τον κόσμο των ανθρώπων είτε με τον παράδεισο είτε με την κόλαση; Αυτό θα μας το απαντήσει, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας. Ένα παλικάρι μάλαμα, λίγο φιλόδοξο, λίγο φλύαρο, λίγο τυμβωρύχος, αλλά κατά τα άλλα ένα καθημερινό συνηθισμένο χωριατόπαιδο που… για να δείτε πώς είναι η συνηθισμένη έκφραση; Α! Πού έμπλεξε! Ναι, αυτή είναι η σωστή φράση, ένα κακόμοιρο πλάσμα που έμπλεξε… Αλλά για να μην τα πολυλογώ, ας επιβιβαστούμε στη χρονομηχανή μας και ας αφήσουμε τα γεγονότα να αφηγηθούν τον εαυτό τους.

“Στριγόι, Στριγκόι, ψέλλιζε ξέπνοα”

“Καταχώρηση γεωγραφικών και χρονολογικών συντεταγμένων στη χρονομηχανή «Μυθονόμικον 4000»: Πριγκιπάτο της Μολδαβίας, βόρεια της Μαύρης Θάλασσας, έτος: 1500 μ.Χ”

 Ο  νεαρός άνδρας στριφογύριζε στο παλιό ξυλοκρέβατο που τον ακούμπησαν το προηγούμενο βράδυ. Κάθιδρος, με την κόπωση να διαγράφεται έντονα στο όμορφο πρόσωπό του, που και που άνοιγε, με δυσκολία, τα μάτια του. Μα το μόνο που αντίκριζε ήταν σκιερές φιγούρες που του φαίνονταν σαν φαντάσματα σε μια απροσδιόριστη θολή θάλασσα. Έπειτα, ξανάπεφτε βαρύς πάνω στη βρώμικη προβιά που σκέπαζε τις σάπιες σανίδες του κρεβατιού.

Ο πυρετός τον είχε εξαντλήσει, δεν είχε πια δυνάμεις ούτε να σηκωθεί ούτε να μιλήσει, το μόνο που έκανε ήταν να ψελλίζει ξέπνοα, «Στριγκόι, Στριγκόι»! Ξανά και ξανά, μέχρι που η κούραση του έκλεβε τον αέρα από τα πνευμόνια και δεν είχε πια δύναμη να βγάλει άλλη λαλιά. Στην αναφορά αυτής της φρικτής λέξης οι παρευρισκόμενοι στο δωμάτιο έκαναν, βιαστικά, το σημείο του σταυρού. Κι έπειτα κάλυπταν τα πρόσωπά τους με τα τις χούφτες των χεριών τους. Η ατμόσφαιρα έζεχνε φόβο. Η φρικτή θλίψη λαλούσε τη μελωδία του επερχόμενου φτερωτού θανάτου που ολοένα και κοντοζύγωνε.

“Ο Γιούγκα σηκώθηκε όρθιος στη μέση της νύχτας… κι έδειξε έντρομος μια γωνιά της στέγης”

«Ω, Γιούγκα, Γιούγκα» έλεγε και ξανάλεγε, με λυγμούς, μια γραία που είχε γονατίσει μπροστά στη φιγούρα του νέου. Ήταν η γυναίκα που τον μεγάλωσε από μικρό. Από τότε που η μάνα κι ο πατέρας του χάθηκαν στα βουνά τον ανάθρεψε. Μεγάλο παλικάρι τον έκανε και τώρα έσβηνε μπροστά της σαν κερί. Οι λυγμοί της δεν έβρισκαν καμία ανταπόκριση. Που και που τα αναφιλητά της άμοιρης, κοντόχοντρης γυναίκας διέκοπταν τα βογγητά πόνου του θετού της γιου. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στη μέση της νύχτας, ο Γιούγκα σηκώθηκε, απότομα, όρθιος. Για την ακρίβεια πετάχτηκε και έδειξε έντρομος μια γωνία της στέγης, σαν να έβλεπε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει, το πρόσωπό του είχε γίνει μία κατάλευκη μάσκα τρόμου. Κατόπιν σωριάστηκε φαρδύς πλατύς πάνω στο υποψήφιο νεκροκρέβατό του, παραδομένος στο προηγούμενο παραλήρημά του. Το πρωί βρήκε την παραμάνα του νέου αποκαμωμένη στο πάτωμα δίπλα του.

Οι πρώτες ακτίνες του Ηλίου, που έπεφταν ζωηρά πάνω στο ωχρό δέρμα του Γιούγκα, επέτειναν την εικόνα της χλωμάδας του δέρματός του. Κι ενώ το παγερό πρωινό κυλούσε νωχελικά, τη δυσώδη σιωπή του δωματίου διέκοψαν ξενικές ομιλίες έξω από την πόρτα. Ένας ψηλός, λιπόσαρκος, μαυριδερός άνδρας, τυλιγμένος σε μία καταβρώμικη κελεμπία, που είχε δηλώσει σύντροφος του Γιούγκα στο τελευταίο του ταξίδι, μιλούσε με τον αδελφό του νέου, τον Ντιμίτριε.

Η παραμάνα, παραμερίζοντας το φόβο και τη σύγχυση που της προκαλούσε η φωνή του ξένου, μισάνοιξε την πόρτα. Όμως το μόνο που κατάφερε να δει ήταν το προτεταμένο χέρι του ξενομερίτη που έσφιγγε ένα πακέτο φύλλα, φτιαγμένα από ένα περίεργο υλικό[1]. Όπως άκουσε, έκπληκτη, ήταν γραμμένα από το χέρι του θετού της γιου. Πριν προκάμει να ακούσει περισσότερα, ο Ντιμίτριε, ο σαρκικός γιος της, έκλεισε την πόρτα με δύναμη κάνοντας τη γριά γυναίκα να παραπατήσει και να πέσει στο πέτρινο πάτωμα. Η παραμάνα δεν γύρεψε εξηγήσεις, ούτε, άλλωστε ήταν και κανείς πρόθυμος να της δώσει κάποια εξήγηση για τα περίεργα συμβάντα των τελευταίων ημερών.

Τα Χειρόγραφα του Παράξενου Άραβα…

“Κι έτσι ο Ντιμίτριε άρχισε να διαβάζει,
σκεπτόμενος πως ίσως έτσι θα ξετύλιγε τούτο το μυστήριο.”

Ύστερα από αυτό το γεγονός τίποτε άλλο, που να αξίζει να αναφερθεί, δεν σημειώθηκε και η νύχτα δεν άργησε να απλωθεί πάνω από το μικρό χωριό του ταλαίπωρου Γιούγκα. Ο νεαρός άντρας ήταν ακόμα σε μισολιπόθυμη κατάσταση. Παρολαυτά οι κρίσεις σπασμού που τον ταλαιπωρούσαν όλο το προηγούμενο βράδυ, έδειχναν να υποχωρούν. Ο θεραπευτής είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στο Θεό. Έτσι κανείς δεν ήξερε τι να περιμένει και όλοι προετοιμάζονταν για το αναπόφευκτο.

«Ο φίλος του θανάτου, θάνατο δεν φοβάται», είπε αινιγματικά ένας παράξενος, ψηλός, περιπλανώμενος κληρικός. Κανείς δεν ξέρει από που είχε έρθει. Επισκέφθηκε αυτό το καταραμένο σπίτι, αργά το σούρουπο και έπειτα χάθηκε στην ομίχλη του απογεύματος. Ήταν πια μεσάνυχτα, όταν ο Ντιμίτριε αποφάσισε να αντικαταστήσει την παραμάνα στη φύλαξη. Μια μικρή πυροστιά, τοποθετημένη πάνω σε λειασμένες πέτρες στη γωνία του δωματίου, κρατούσε μακριά το παγωμένο σκοτάδι, που κοιτούσε απειλητικά από τις κόγχες των τοίχων τους ενοίκους του μικρού σπιτιού του Γιούγκα. Το φως και η ζεστασιά που σκορπούσε ήταν ευπρόσδεκτα αυτήν την ώρα της νύχτας. Ειδικά κάτω από αυτές τις… ασυνήθιστες συνθήκες.

 Οι σκιές που δημιουργούσε η μικρή εστία φωτιάς στις γωνίες της ξύλινης οροφής ζωγράφιζαν διάφορα σχήματα που στα νυσταγμένα μάτια του Ντιμίτριε. Έμοιαζαν με σκανταλιάρηδες καλικάντζαρους που βγήκαν παγανιά για να πειράξουν τους θνητούς. Ο Γιούγκα συνέχιζε να κοιμάται σαν να ’χε πέσει σ’ ένα μαγεμένο ύπνο. Το μόνο που πρόδιδε ότι ήταν ζωντανός ήταν το ρυθμικό ανεβοκατέβασμα του στήθους του και η σφυριχτή αναπνοή του. Ο Ντιμίτριε απέστρεψε το βλέμμα του από τον αδελφό του. Άλλωστε η θέα του και μόνο ήταν αρκετή για να του φέρει δάκρυα στα μάτια, δάκρυα φορτωμένα με αναμνήσεις.

Αφού δεν τον έπαιρνε ο ύπνος έπρεπε να απασχολήσει το μυαλό του με κάτι άλλο. Στριφογυρνώντας στη θέση του, έσφιξε στο χέρι του τα γραπτά του θετού αδελφού του, αυτά που του είχε δώσει νωρίτερα ο Άραβας. Τα έφερε στο ύψος των ματιών του, δεν ήταν σίγουρος ότι ήθελε να τα διαβάσει. Και μόνο η αίσθηση της αφής και η αψιά μυρωδιά τους άγγιζαν τα όρια του βέβηλου. Παρόλο που του ήλθε μια έντονη επιθυμία να τα ρίξει στη φωτιά, ώστε να χαθούν για πάντα, δεν το έκανε. Η περιέργεια για το τι έγραφαν νίκησε την επιθυμία της καταστροφής τους. Κι έτσι ο Ντιμίτριε άρχισε να διαβάζει, σκεπτόμενος πως ίσως έτσι θα ξετύλιγε τούτο το μυστήριο.

Έρημος της Βαβυλώνας…

“Ο Σαλήμ σήμερα με διαβεβαίωσε ότι τα ερείπια της Βαβυλώνας δεν είναι μακριά”

«Τρεις μέρες και τρεις νύχτες βαδίζουμε κάτω από το φλογερό Ήλιο της μέρας και τη θανατερά παγερή Σελήνη της νύχτας. Ο Σαλήμ σήμερα με διαβεβαίωσε ότι τα ερείπια της Βαβυλώνας δεν είναι μακριά. Δυο με τρεις μέρες ακόμα δρόμο κι έπειτα θα μπορώ να αγοράσω όλο το χωριό και να παντρευτώ επιτέλους την αγαπημένη μου! Για κείνην έκανα όλο αυτό το ταξίδι στην Ανατολή. Τι ανέλπιστη τύχη να βρούμε, μαζί τον Σαλήμ, στο Σουκ[2] της Δαμασκού εκείνη την πήλινη επιγραφή που ανέφερε αυτόν τον μυθικό βασιλιά, τον Σάρου-Καν[3].

Ο Σαλήμ αποδείχθηκε, εκτός από φίλος, πολύτιμος συνεργάτης! Ήταν ανέλπιστη τύχη που γνώριζε την αρχαία γλώσσα αρκετά καλά. Έτσι καταφέραμε να μεταφράσουμε την πινακίδα. Και να τι μάθαμε! Κοντά στην πύλη του Ενλίλ, του αρχαίου θεού, βρίσκονταν η κρύπτη του χρυσού αγάλματος της προστάτιδας θεάς του Σάρου-Καν. Το πολύτιμο άγαλμα της Ιστάρ. Η επιγραφή περιγράφει το άγαλμα ως μια χρυσή σμιλευμένη μορφή με μάτια καμωμένα από δύο τέλεια ρουμπίνια. Γύρω του ήταν σμιλευμένες επτά χρυσές πτυχώσεις που παριστάνουν τα ενδύματα της θεάς. Εκείνη στο ένα χέρι κρατά ένα τριαντάφυλλο και στο άλλο ένα κρίνο του αγρού. Και τα δύο άνθη ήταν σμιλευμένα σε ακριβό και δοκιμασμένο σε χωνευτήριο χρυσό. Σε δυο τρεις μέρες αυτός ο θησαυρός θα γίνει κατάδικός μας και θα επιστρέψω, επιτέλους, στον τόπο μου».

“Κοντά στην πύλη του Ενλίλ, του παγανιστικού θεού, βρίσκονταν η κρύπτη του χρυσού αγάλματος”

Ο Ντιμίτριε συνοφρυώθηκε, ήξερε πως ο άρχοντας της περιοχής θα προτιμούσε να πάρει για κατοικίδιο στο αρχοντικό του ένα αηδιαστικό ποντίκι παρά να δώσει την κόρη του στο φτωχό και άμυαλο ορφανό του χωριού! «Ο εμποδισμένος έρωτας», σκέφτηκε, «γεννά πόνο και ο πόνος γεννά τρέλα». Αχ, τι ανόητο που ήταν, αυτό το παιδί να ελπίζει κάτι ανέλπιστο. Κι έπειτα, εδώ που τα λέμε, ο Γιούγκα δεν ήταν ένα απλό ορφανό. Στην αυλή του άρχοντα και γράμματα έμαθε να γράφει και να διαβάζει και αριθμούς τον δίδαξαν να λογαριάζει. Αλλά, για τους άρχοντες, η καταγωγή είναι πάντα καταγωγή. Ύστερα έπιασε πάλι στα χέρια του τις μαρτυρίες του αδελφού του…

Βαβυλών, Βαβυλών…

“Οι Άραβες που οδηγούσαν τις καμήλες άρχισαν να φωνάζουν Μπάμπι Λάνι, Μπάμπι Λάν. Ω Βαβυλώνα, Ω Βαβυλώνα”

 «Επιτέλους στην τρίτη ανατολή του Ήλιου αντικρίσαμε από μακριά την αρχαία πόλη. Οι Άραβες που οδηγούσαν τις καμήλες άρχισαν να φωνάζουν Μπάμπι Λάνι, Μπάμπι Λάνι[4]. Mερικοί από αυτούς έκαναν μια κίνηση, που λίγες στιγμές αργότερα έμαθα ότι ήταν εξορκισμός κατά του κακού. Εκεί, μου είπαν, ότι κοιμούνται οι αρχαίοι θεοί που διψούν για αίμα και εκδίκηση! Δεν τους έδωσα σημασία. Είχαμε ακόμα δρόμο μπροστά μας και μέλημά μου ήταν οι πραγματικοί κίνδυνοι της ερήμου, όπως είναι οι ληστές και οι φυλές της. Η γνώση του Σαλήμ σχετικά με τις φυλές που διασχίζουν την έρημο μάς έσωσε δυο φορές που οπλισμένοι Βεδουίνοι πλησίασαν το μικρό μας καραβάνι. Να ’ναι καλά! Έσωσε και τις ζωές μας και τις προμήθειές μας.

Μέχρι το απόγευμα θα έχουμε αντικρίσει τα χαλάσματα της κρύπτης. Από αύριο, κιόλας, θα αρχίσουμε να σκάβουμε. Ευτυχώς γνωρίζουμε τι να ψάξουμε και πού! Αχ, κακομοίρα παραμάνα μου, σε λίγες ώρες θα γίνεις περήφανη για τον παραγιό σου. Κι εσύ αδελφέ μου για τον αδελφό σου. Μετά από όλα αυτά θα ζήσουμε στο δικό μας αρχοντικό και οι άρχοντες όλων των γύρω περιοχών θα μας σέβονται και θα μας στέλνουνε πεσκέσια. Η φτώχεια μας θα γίνει παρελθόν». Ο Ντιμίτριε δάκρυσε και τα δάκρυά του στάλαξαν στο βρόμικο πάτωμα αφήνοντας υδαρά ίχνη, σαν σταγόνες χρώματος σε καμβά. Ένα απότομο τριζοβόλημα της φωτιάς τράβηξε την προσοχή του. Εδώ και λίγη ώρα είχε την αίσθηση ότι κάποιος ή κάτι τον παρακολουθούσε. Παραμέρισε το συναίσθημα του τρόμου και συνέχισε την ανάγνωση…

Ρόδο και Κρίνο…

Βέβηλε είθε το κρίνο και το ρόδο της Ιστάρ
να σε κρίνουν και να σε ζυγίσουν

     «Ξημέρωσε η τέταρτη μέρα, η νύχτα που πέρασε ήταν εφιαλτική, δύο καμηλιέρηδες βρέθηκαν νεκροί μαζί μες τις καμήλες τους, ενώ οι προμήθειες που κουβαλούσαμε είχαν γεμίσει έντομα και ανέδυαν έντονη μυρωδιά σαπίλας. Τους θάψαμε κι εκείνους μαζί με τα ζώα και τα σάπια τρόφιμα κάτω από την άμμο. Έτσι αποφασίσαμε να μπούμε πιο γρήγορα στην κρύπτη, καθώς με δυσκολία κρατούσαμε τους άλλους τέσσερεις για να μη φύγουν. Ευτυχώς φτάσαμε γρήγορα στις θύρες του χαλάσματος, και μετά από πολύ σκάψιμο τις ξεθάψαμε μέσα από τη γη.

Στο ύψος της μέσης των δύο θυρών βρίσκονταν μία πέτρινη πλάκα. Πάνω της ήταν χαραγμένες λέξεις της αρχαίας γλώσσας. Ο Σαλήμ μου είπε ότι περιείχε τα λόγια μιας κατάρας που ονομάζονταν «η κατάρα της Αγάδης», μίας πόλης που, κατά το θρύλο, πολέμησαν οι θεοί και καταστράφηκε. Με λίγα λόγια έλεγε τα εξής. “Βέβηλε είθε το κρίνο και το ρόδο της Ιστάρ να σε κρίνουν και να σε ζυγίσουν, αν η κρίση και το ζύγι βρουν τις προθέσεις σου πονηρές, είθε να σε βρει η μοίρα της Αγάδης, το όνειδος και η καταστροφή.”

Όταν οι καμηλιέρηδες παρακάλεσαν τον Σαλήμ να μην προχωρήσει άλλο, γιατί τα τζίνι της ερήμου θα μας τιμωρούσαν, εκείνος απάντησε απλά, ανοησίες. Αύριο θα μπούμε, και το χρυσό άγαλμα θα γίνει δικό μας. Σήμερα συζητήσαμε και για τη μοιρασιά, από όλο το άγαλμα ο Σαλήμ, ζήτησε μόνο το κρίνο και το ρόδο! Κι έτσι τα συμφωνήσαμε!

     …(φθαρμένο κείμενο)…

      Είναι εφιάλτης, όταν ο Σαλήμ διέταξε να σπάσουν οι δύο μεγάλες πέτρες που κρατούσαν κλειστές τις πύλες της κρύπτης, δεν έπρεπε να τον ακούσω. Με το που έπεσε η πλάκα στη άμμο, σπασμένη στη μέση, μέσα από την κρύπτη βγήκε μια απαίσια μυρωδιά, συνοδευόμενη από ένα βουητό, που έμοιαζε να έρχεται μέσα από τα βάθη της γης. Κι ύστερα ήλθε κι εκείνος ο ανείπωτος τρόμος, να καλύψει σαν ομίχλη τις ψυχές όλων μας. Στο βάθος της κρύπτης βρίσκονταν το άγαλμα της θεάς, αλλά τα χέρια του ήταν άδεια, μήτε το κρίνο μήτε το ρόδο βρίσκονταν εκεί. Ταραγμένος καθώς ήμουν, γύρεψα το βλέμμα του Σαλήμ για να διαπιστώσω ότι ήταν άφαντος. Το πιο περίεργο, όμως, συνέβη λίγες στιγμές αργότερα. Ακριβώς πίσω από το άγαλμα φανερώθηκε μια μορφή, που, λόγω του σκοταδιού, το σχήμα της ήταν ακαθόριστο.

Ραμπίσου…

Οι κάτοικοι της Βαβυλώνας το ονόμασαν Ραμπίσου, δαιμόνιο των ερήμων

Κάτι διαβολικό και πεινασμένο ήταν καταχωνιασμένο μέσα εκεί κι όλοι το νιώσαμε να σαλεύει… Ναι, θεέ μου! Να σαλεύει! Κάτι βέβηλο και εντελώς ξένο προς οποιαδήποτε έννοια μπορεί να περιγράψει τη ζωή. Πάνω που έκανα να τρέξω, μια δύναμη άρχισε να μας σέρνει όλους προς την κρύπτη. Προσπάθησα να κρατηθώ από το έδαφος, μάταια όμως. Τα δάχτυλά μου δεν μπορούσαν ν’ αγκιστρωθούν στη λεπτή άμμο της ερήμου. Πίσω μου άκουγα ουρλιαχτά και κλάματα, ήταν δύο από τους συντρόφους μας που κατασπαράσσονταν από αυτή την ακατονόμαστη οντότητα, αίμα πιτσίλισε την πλάτη μου. Θεέ μου, ακόμα νιώθω εκείνον τον τρόμο και αυτά τα καταραμένα ουρλιαχτά δεν έχουν πάψει να αντηχούν στα αυτιά μου. Η σειρά μου δεν άργησε να φτάσει, κάποια στιγμή ένιωσα ένα δάγκωμα στο πόδι μου και ύστερα έναν μεγάλο κρότο. Η μισή οροφή είχε καταρρεύσει πάνω στο πλάσμα.

  Δεν ξέρω αν πέθανε ή αν πεθαίνουν τέτοια βέβηλα πλάσματα σαν αυτό, αλλά η ξαφνική κατάρρευση της στέγης μου έδωσε το χρόνο να συρθώ έξω από εκείνην την κόλαση. Το μόνο που θυμάμαι μετά, ήταν το πρόσωπο του Σαλήμ πάνω από το κεφάλι μου και το μοναδικό καμηλιέρη που απέμεινε από το μακελειό να με δείχνει και να φωνάζει, καταραμένος, βδέλυγμα και ύστερα… σκοτάδι. Επτά μέρες και επτά νύχτες έμεινα σε αυτήν την κατάσταση, εκεί μέσα στο σκοτάδι που ψιθύριζε ανείπωτες κατάρες και μου έδειχνε σαν σε όνειρο μάχες αρχαίες και ξεχασμένες, ανάμεσα σε πλάσματα που μόνο ανθρώπινα δεν τα έλεγες. Επτά μέρες ήμουν βυθισμένος στον εφιάλτη μέχρι που ξύπνησα σ’ ένα σπίτι στη Δαμασκό. Όταν ξύπνησα είδα θολά τον Σαλήμ να με κοιτά με ανυπόκριτο ενδιαφέρον και να κρατά στα χέρια του το κρίνο και το ρόδο της Ιστάρ.

Δεν τον ρώτησα πώς τα βρήκε αυτά, δεν με ενδιέφερε πλέον. Εδώ που τα λέμε, δεν έβρισκα πια τίποτα ενδιαφέρον, σαν κάτι μέσα μου να στράγγιζε οποιοδήποτε συναίσθημα. Αργότερα ο Σαλήμ, μου έφερε να φάω κάτι σαν σούπα και άρχισε να μου μιλάει… Μου είπε για θεούς πανίσχυρους και αρχαίους, για μη ανθρώπινες φυλές που οι ρίζες τους χάνονται στα βάθη του παρελθόντος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα διανοηθεί καν την ύπαρξή της. Από αυτές τις ράτσες είναι και το πλάσμα που σε δάγκωσε, μου είπε. Στη γλώσσα σας το λέτε Στριγκόι, βρικόλακα. Οι κάτοικοι της Βαβυλώνας το ονόμασαν Ραμπίσου, δαιμόνιο των ερήμων. Επτά μέρες ήσουν κοιμισμένος. Άλλες επτά και άλλες επτά ακόμα και θα γίνεις σαν αυτούς στο γλυκοχάραμα της τρίτης επτάδας.

«Θεέ μου, δεν υπάρχει γιατρικό; Έτσι θα αφήσεις τον δούλο σου;» φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, μόνο και μόνο για να πάρω την απάντηση του Άραβα. Κανένας θεός, Γιούγκα φίλε μου, δεν συγχωρεί την απληστία. Το τίμημα είναι και αυτό στο παιχνίδι του Σαχ[5], η ζωή μας όλη είναι μια μεγάλη παρτίδα Σαχ. Δεν είχα κουράγιο να φέρω αντιρρήσεις ή να αντιδράσω με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

Το μόνο που τον ρώτησα ήταν ποιος στα αλήθεια ήταν. Έχω πολλά ονόματα, μου απάντησε, αλλά από όλα τα ονόματα και τα επίθετα που μου χουν δώσει οι άνθρωποι, θαρρώ πώς μου ταιριάζει καλύτερα το “Θεριστής”. Θερίζω όνειρα και ζωές αιώνες τώρα. Κι ύστερα, η εξάντληση με νίκησε και γέρνοντας με πήρε ο ύπνος. Τώρα που γράφω αυτά τα λόγια, σε αυτό το υλικό που ο φίλος μου ονομάζει χαρτί και το έφερε από τη Βαγδάτη, έχω μόλις ξυπνήσει από τη δεύτερη επτάδα ημερών. Ξέρω πια πως κάθε ελπίδα είναι χαμένη, κάθε όνειρό μου έχει σβήσει, θάφτηκε σ’ εκείνη την καταραμένη κρύπτη για πάντα, καταδικασμένο να μην αναστηθεί ποτέ, όπως και η ψυχή μου».

Ο Κρεμασμένος…

“Πριν ο δήμιος κλωτσήσει το κούτσουρο κάτω από τα πόδια του, η τελευταία του λέξη ήταν… «στρινγκόι».”

 Ο Ντιμίτριε ανατρίχιασε, τώρα όλα έβρισκαν ένα νόημα, όλα τα κομμάτια του μυστηρίου έμπαιναν στη θέση τους. Ο ανόητος ο αδελφός του έφαγε μεγαλύτερη μπουκιά από όση μπορούσε να μασήσει. Και τώρα βρίσκονταν εδώ, σε αυτό το άθλιο ξυλοκρέβατο να περιμένει το χαμό του, την αιώνια καταδίκη του να περιφέρεται στις σκιές ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. μόνος, δυστυχισμένος και καταραμένος. Σήμερα ήταν το μεσονύχτιο της έβδομης μέρας, της τρίτης επτάδας, η ώρα είχε φτάσει, σε λίγο αυτό που ήξερε ως αδελφό του θα είχε γίνει ένα αιμοβόρο Στριγκόι, ένα άζωο πλάσμα! Όχι, όχι, δεν θα το επέτρεπε αυτό! Δεν θα άφηνε τον Γιούγκα να μεταμορφωθεί σε τέρας που τρέφεται με σάρκα και αίμα. Καλύτερα να τον έβλεπε νεκρό.

 Χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, ανάμεσα σε λυγμούς και αναφιλητά, πέταξε τα χειρόγραφα στο μαγκάλι που έκαιγε ακόμα, ενώ παράλληλα τοποθέτησε πάνω από τη φωτιά ένα σίδερο. Λίγες στιγμές αργότερα έμπηξε το πυρακτωμένο σίδερο στην καρδιά του Γιούγκα, που ξαφνικά βγήκε από το λήθαργό του κι έβγαλε ένα τρομακτικό και απόκοσμο ουρλιαχτό που αντήχησε μέσα στην καρδιά της νύχτας ξεσηκώνοντας όλο το χωριό. Σε λίγες μέρες από εκείνο το βράδυ, ο Ντιμίτριε κρεμάστηκε στην πλατεία του χωριού. Δεν είχε άλλωστε καμιά απόδειξη για τα λόγια του. Όλοι πίστεψαν πώς έχασε τα λογικά του ή δαιμονίστηκε.

Πριν ο δήμιος κλωτσήσει το κούτσουρο κάτω από τα πόδια του, η τελευταία του λέξη ήταν… «Στρινγκόι». Αμέσως μετά ένα χτύπημα, ένας ρόγχος και τον κατάπιε το σκοτάδι. Μέσα στον παροξυσμό, κανείς δεν πρόσεξε πώς στην άκρη της πλατείας η φιγούρα του Σαλήμ του Άραβα παρακολουθούσε όλη τη διαδικασία, ούτε κανείς θα μάθαινε ποτέ πώς η Ιστάρ ξανάπιασε το Κρίνο και το Ρόδο.

______________________________________________________________________________________________________________________

    Αυτή ήταν η ιστορία του τυχοδιώκτη Γιούγκα, που άφησε το χωριό του για να περιπλανηθεί, άπληστα, σε χώρες που άφησαν τα χνάρια τους θεοί και τέρατα, τζίνι και πνεύματα. Σε χώρες που κάποτε βασίλευσε ο τρόμος κι ένα απομεινάρι του έχει μείνει εκεί, δόλωμα κρυμμένο για τους αφελείς.


[1] Οι Άραβες χρησιμοποιούσαν ήδη το χαρτί.
[2] “Σουκ” σημαίνει αγορά, τα γνωστά αραβικά παζάρια όπου πωλούνταν λογής-λογής πραμάτειες.
[3] Σημαίνει «ο αληθινός βασιλιάς» και αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά Σαργών, ο οποίος έζησε τον 24 π.Χ αιώνα και βασίλευσε στην Μεσοποταμία από 2334 μέχρι το 2279 π.Χ.. Παρόλο που στα αρχαία χρόνια ήταν διάσημος, στο σύγχρονο κόσμο έγινε γνωστός μόλις το 1870 μ.Χ.
[4] Βαβυλώνα, Βαβυλώνα.
[5] Σκάκι

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά