Διήγημα: “Σκοτεινή γνώση” του Πέτρου Βαζακόπουλου

by Nyctophilia

Το διήγημα του Πέτρου Βαζακόπουλου “Σκοτεινή γνώση” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

«Γράψε πριν κοιμηθείς», έλεγε η σκέψη στη μνήμη μου σαν τη φωνή μιας τρελής μάγισσας, κι εγώ χανόμουν στο σκοτάδι των σκέψεών μου πάνω στο μνήμα. Μόνο εκεί μπορούσα να ηρεμήσω και να γράψω τη μοναδική και ίσως τελευταία διήγηση της ζωής μου. «Ακόμα μία φράση», έλεγα ή μάλλον ζήταγα από τον Ύψιστο, εκλιπαρώντας για λίγο χρόνο ακόμα καθώς διαισθανόμουν ότι η ψυχή μου θ’ αποδημούσε εις τον άλλο κόσμο.

Διαβάτες περνούσαν μοιρολογώντας για κάποιον που θα έσβηνε μαζί μ’ εμένα σ’ ένα δρόμο δίπλα από τις τελευταίες κατοικίες των νεκρών. Μαυροφορεμένοι περνούσαν από κοντά μου, ενώ μερικοί κοιτούσαν προς το μέρος μου. Χλομά τα πρόσωπά τους φαινόντουσαν -όπως και η ζωή μου. Κρυφοκοίταζαν μήπως έχω κάτι λαμπερό να κρύψω και μου το κλέψουν, γιατί έτσι αδύναμος όπως ήμουν, ήμουν ευάλωτος σε κάθε μορφή του Κάτω Κόσμου και της γραφής της.

Είχα πάει στα μέρη εκείνα έχοντας βρει τον κρυφό δρόμο που οδηγεί στην πύλη του Κάτω Κόσμου μ’ ένα και μόνο σκοπό: να κλέψω τα μυστικά τους και, ειδικότερα, την αρχαία αιώνια γραφή, αυτή για την οποία μιλάνε οι πεθαμένοι και γνωρίζουν τα φαντάσματα και τα στοιχειά.

Δεν μπορούσα πια να δω από την πείνα και τη δυστυχία που είχε πέσει σαν μαύρος μανδύας επάνω μου. Η γραφή ήταν η μόνη μου «τροφή», εκείνη που με κρατούσε να ζω, να υπάρχω -έστω και σαν αδύναμη φλόγα στον άνεμο. Ήξερα ότι αυτό δεν βοηθούσε το πνεύμα, γιατί το σώμα μου αργούσε ν’ αντιδράσει από τη νηστεία που το υπέβαλα, μα δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μετά από αυτή την ανακάλυψη δεν μπορούσα να γυρίσω πίσω.

Είχα βάλει αυτή τη σκέψη καλά στο μυαλό μου. Ήξερα ότι μπορεί να πεινάσω και μάλιστα να πεθάνω ανήμπορος και αδύναμος στη χώρα του πουθενά, αλλά το τόλμησα. Ο δρόμος που είχα πάρει δεν ήταν καθόλου ελπιδοφόρος, και πώς να ήταν, αφού όλο και πιο πολύ βυθιζόμουν στα έγκατα των δοξασιών και των μακάβριων θρύλων που πλαισίωναν τον θάνατο. Βρέθηκα σε μαύρα από τη στάχτη βουνά, με κεραυνούς να πέφτουν δημιουργώντας αιμάτινη βροχή, και αιώνιες ψυχές να πλανώνται στον φλεγόμενο ουρανό, εκεί όπου τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε.

Γύρω μου το τοπίο ήταν γεμάτο από μνήματα. Υπήρχαν παντού σαν να είχαν φυτρώσει στη θέση των δέντρων, μαζί με φτερωτά αγάλματα από αγγέλους, ανήμπορα να βοηθήσουν πια, και τον λυπητερό αέρα να λυσσομανά ανάμεσα στα κρύα χέρια τους.

Εκείνο που έψαχνα ήταν το «βιβλίο των νεκρών» και, έχοντας ξοδέψει μια ζωή στα αποκρυφιστικά βιβλία και κείμενα, είχα καταφέρει να βρω την είσοδο του Κάτω Κόσμου, εκείνη για την οποία μιλούσαν όλοι οι αρχαίοι λαοί. Το τίμημα ήταν η ζωή μου, καθώς το έλεγαν ρητά οι νόμοι: Κανείς ζωντανός δεν επιτρέπεται να το αγγίξει. Μόνο όσοι περνούσαν στην άλλη πλευρά είχαν το προνόμιο αυτό.

Το έρεβος απλώθηκε παντού τριγύρω κατακλύζοντας το σώμα μου. Κούρνιασε σαν ζώο στα σωθικά μου παίρνοντας τον έλεγχο της ανάσας μου. Άρχισα να πνίγομαι καθώς δεν μπορούσα να πάρω αέρα, πέφτοντας μέσα σ’ ένα σκοτεινό βυθό. Πτώματα ξαπλωμένα μέσα εκεί σάπιζαν αργά, με κοιτούσαν με μάτια άδεια καθώς περπατούσα αργά στον βούρκο του πυθμένα.

Η ψυχή μου ταξίδευε μέσα στα χρόνια, μα τίποτα γύρω μου δεν άλλαζε πραγματικά. Όπου και να γυρνούσα και να ρώταγα, οι θλιβερές φιγούρες με τα ημίψηλα καπέλα και τα μαύρα κοστούμια με απέφευγαν -ακόμα και τα αγάλματα. Πάσχιζα να μάθω τα μυστικά του βιβλίου. Αγωνιούσα να μάθω τι γνώση θα αποκτούσα και, επιτέλους, να γίνω κάτι τεράστιο για τη λογοτεχνία του κόσμου, να ξεκλειδώσω όλα τα απόκρυφα μυστικά και να τ’ αποκαλύψω στον κόσμο. Μετά μπορούσα να πεθάνω. Δεν ήξερα αν θα προλάβαινα, μα έκανα μία ευχή: να γράψω ένα μικρό κομμάτι, έστω ένα πεντάστιχο ποίημα, μια φράση σαν τελευταία ανάσα για να υπάρξω -και μέσω αυτής να γεννηθώ ξανά. Ίσως και μέσα από τους αναγνώστες μου, που με τη σειρά τους θα εμπνέονταν από εμένα και ίσως έψαχναν να βρουν το απομεινάρι της χαμένης ψυχής μου. Ένα μικρό λαμπερό κομμάτι από τη γνώση και το φως μου.

Μα ένιωθα ήδη τη ψυχή μου να τρεμοπαίζει σαν αδύναμη φλόγα έχοντας χαθεί σ’ αυτόν τον αλλόκοτο κόσμο με τον ανύπαρκτο ήλιο. Κανείς δεν άκουγε τα παρακάλια μου και σε όσα σπίτια και να χτυπούσα δεν υπήρχε κανείς να μου ανοίξει. Αναρωτιόμουν γιατί ήταν τόσο ψυχροί οι άνθρωποι και γιατί έμεναν σε πέτρινα μνήματα. Γιατί όλα τα φυτά γύρω ήταν ξεραμένα και πεθαμένα.

Είχα αρχίσει να χάνω τη μνήμη μου και ο κόσμος που είχα αρχικά αφήσει ξεθώριαζε. Δεν θυμόμουν τον λόγο που ήρθα εδώ. Γυρνούσα άσκοπα ρωτώντας τ’ αγάλματα, αφήνοντας την τελευταία μου πνοή στα χέρια τους που απλόχερα ζητιάνευαν για ένα κομμάτι της ψυχή μου….

Θυμάμαι που καθόμουν δίπλα εκεί στο μνήμα ζωντανός, μα τώρα κοιτώ το κουφάρι μου να χάνεται στον χρόνο με τα φύλλα να το σκεπάζουν. Γυρνάω πίσω και κοιτώ τον κόσμο να κινείται γεμίζοντας τα σπίτια που τώρα έχουν πόρτες ανοιχτές. Πηγαίνω κάπου και ρωτώ, μα και πάλι δεν μιλάνε παρά μόνο βαθιά στα μάτια με κοιτάνε.

Βλέπω τ’ όνομά μου σ’ ένα μάρμαρο σπασμένο και μισό και θυμάμαι τη μόνη εκείνη τη γραφή που λαχταρούσα να έχω. Εκείνη που έγραφε για εκείνον, για εμένα, γινόταν τώρα λόγια σ’ ένα βιβλίο πάνω. Ακουμπώ το χέρι μου και γίνομαι γραφή που μετουσιώνεται στη ψυχή κάποιου ανθρώπου ασήμαντου στον κόσμο επάνω.

Μεγάλωσα, τα χρόνια πέρασαν και λάτρεψα τα βιβλία και τη γνώση των ζωντανών. Διάβασα τόσα που τα ήξερα σχεδόν όλα και αυτό για μένα δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να μάθω τη γνώση των νεκρών. Κάτι μέσα μου με οδηγούσε σ’ αυτό και με γοήτευε. Έτσι, μια μέρα κάποιος μου έφερε ένα κείμενο, μία γραφή πάνω σε πάπυρο από την αρχαία Περσία και, καταφέρνοντας να αποκωδικοποιήσω το κρυφό μήνυμα, μπόρεσα ν’ αποκαλύψω το μέρος για την χαμένη πύλη που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο, εκείνη που περιγράφουν αναρίθμητες αρχαίες αλλά και σύγχρονες γραφές.

Κανείς δεν με πίστευε όταν τους έλεγε ότι θα βρω την πύλη εκείνη. Όπου και να το έλεγα όλοι γελούσανε, μα εγώ το περίμενα ότι θα με περνούσαν για τρελό. Μάζεψα τα πράγματά μου και κατευθύνθηκα στο σημείο που υποδείκνυαν τα γραφόμενα. Όταν τελικά έφτασα εκεί ήταν το μοναδικό μέρος στη γη όπου κατοικούσε μόνο ο θάνατος. Τα πάντα ξετυλίγονταν έρημα και κατεστραμμένα γύρω μου, χωρίς κανένα ίχνος ζωής. Όλα δημιουργούσαν ένα περιβάλλον εχθρικό και, ακόμα χειρότερα, οι προμήθειες που είχα πάρει μαζί λιγόστευαν δραματικά.

Κοίταζα το κρύο μάρμαρο απο κοντά καθώς δεν είχα δύναμη να σηκώσω το άμοιρο κεφάλι μου απο την αδυναμία και την αδελφή της, την ασιτία. Όταν κάποια στιγμή πέθανα είδα τ’ αγάλματα να με κοιτάνε. Μόνο τότε η πύλη άνοιξε και, φανερώνοντας τα μυστικά της, με λύτρωσε από την αιώνια αγωνία.

Κρύα χέρια με κράτησαν σε μια σκοτεινή αγκαλιά κι εγώ σαν βρέφος κοίταξα επάνω στα σκοτεινά της μάτια. Εκείνη στοργικά με κοιτούσε μέσα από το σκοτάδι. Μου μίλαγε και με παρηγορούσε λέγοντάς μου ότι θα έρθει μια μέρα που θα γεννηθώ ξανά και θα διψώ για μάθηση. Είπε: “Δεν θα μένεις πια σκοτεινό κουφάρι να λησμονάς, παρά μόνο θ’ αναζητάς εμένα, τη μόνη γνώση ανάμεσα από τους αιώνες…”

Και όσο στο μνήμα περπατάς
τόσο πιο πολύ θα μάθεις ν’ αναζητάς
όσο το σκότος μόνο θ’ ανακαλύπτεις

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά