Διήγημα: “Συμβόλαιο για μελλόνυμφους” της Έλενας Στεργιοπούλου

by Έλενα Στεργιοπούλου

Το διήγημα “Συμβόλαιο για μελλόνυμφους” της Έλενας Στεργιοπούλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Το μελωδικό σφύριγμα του Ηλία ανταγωνιζόταν με αυτό της καφετιέρας. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να συμμεριστεί τη χαρά του. Οι πατούσες της, ντυμένες με χοντρές κάλτσες, σέρνονταν βαριά στα γυαλισμένα πλακάκια του διαδρόμου. Η μυρωδιά του καφέ μπούκωσε τα ρουθούνια της μόλις μπήκε στην κουζίνα.

«Πάνω στην ώρα σηκώθηκες! Έλα να σου βάλω αχνιστό καφεδάκι να πιεις, να ξεκινήσει η εβδομάδα σου όμορφα».

Η Μελίνα αφέθηκε σε μια καρέκλα, αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το μέρος του. Ευτυχώς ήταν ακόμα απασχολημένος με τα αυγά μάτια που τηγάνιζε, κι έτσι δεν είχε δει τους μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα δικά της. «Καλύτερα όχι», ψιθύρισε.

«Μα εσύ δεν είσαι καλά. Τι συνέβη; Μήπως σε πείραξε το κρασάκι χθες βράδυ;»

Η Μελίνα δεν απάντησε.

«Μήπως δεν σου άρεσε το δαχτυλίδι;» συνέχισε ο Ηλίας με μάτια που γούρλωναν ολοένα και περισσότερο. «Μήπως σε ξάφνιασα και δεν το σκέφτηκες πριν πεις το ‘ναι’; Μήπως δεν θέλεις τελικά να με παντρευτείς;»

«Είμαι έγκυος», είπε εκείνη κοφτά και του έδειξε το τεστ εγκυμοσύνης που κρατούσε. Δύο γραμμές. Θετικό.

Τα μάτια του Ηλία επανήλθαν στο φυσιολογικό τους μέγεθος. Οι ζάρες στο μέτωπό του προέρχονταν πλέον από ένα πλατύ χαμόγελο. «Μα αυτό είναι υπέροχο νέο!»

«Ξεχνάς κάτι». Η απελπισία φόρεσε στο πρόσωπό της μάσκα αρχαίας τραγωδίας. Όταν κατάφερε να ξαναμιλήσει, ψέλλισε˙ «Αν- αν μαθευτεί στο χωριό ότι έμεινα έγκυος πριν τον γάμο, θα μας κρεμάσουν κουδούνια οικογενειακώς… Κι έχω και ανύπαντρες αδερφές».

Τα συνήθως γελαστά μάτια του Ηλία σοβάρεψαν. «Τότε να κινηθούμε άμεσα», της είπε. «Από σήμερα κιόλας αρχίζουμε να κανονίζουμε για τον γάμο. Δεν υπάρχει λόγος να το καθυστερούμε, αφού είμαστε ήδη αρραβωνιασμένοι».

«Ακόμα και τώρα να αρχίσουμε, θέλει χρόνο η οργάνωση. Να βρούμε μέρος, ημερομηνία, κουμπάρους, καλεσμένους, νυφικό, γαμπριάτικο, βέρες, προσκλήσεις, μπομπονιέρες… Αχ, δεν θα προλάβουμε προτού φανεί η κοιλιά μου!» Η Μελίνα σηκώθηκε από την καρέκλα και έπεσε στην αγκαλιά του Ηλία.

«Θα προλάβουμε», είπε εκείνος χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. «Μπορούμε να παντρευτούμε με πολιτικό».

Η Μελίνα τραβήχτηκε από την αγκαλιά του και τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα. «Τρελάθηκες; Ξέχασες πόσο θρήσκοι είναι οι γονείς μου;»

«Τότε… ας τον κάνουμε σε κλειστό κύκλο. Δεν χρειάζεται να καλέσουμε πολύ κόσμο. Λίγος και καλός!»

«Είσαι σοβαρός; Αλήθεια νομίζεις ότι θα μάθει το χωριό πως παντρεύομαι και δεν θα ξεκινήσουν όλοι καραβάνι για να ‘ρθουν;»

«Θα τα καταφέρουμε», είπε εκείνος, πιο πολύ για να το πιστέψει ο ίδιος πια. «Πάμε στη δουλειά και το ξαναβλέπουμε απόψε. Θα πρέπει να υπάρχει κάποια λύση…».

Λίγες ώρες αργότερα, την ώρα που ο Ηλίας αποχαιρετούσε έναν πελάτη, το κινητό του άρχισε να χτυπάει επίμονα.

«Υπάρχει λύση!», ακούστηκε ενθουσιασμένη η Μελίνα.

Εκείνος αναρωτήθηκε εάν πράγματι είχε βρεθεί κάποια λύση – και εάν θα έβγαινε από αυτήν αλώβητος – ή εάν ευθύνονταν οι ορμόνες της εγκυμοσύνης για την αλλαγή στη διάθεση της αρραβωνιαστικιάς του.

~*~*~*~*~

«Είσαι σίγουρη ότι αυτός είναι ο σωστός δρόμος; Έχουμε φύγει εδώ και ώρα από τα τελευταία σπίτια». Τα δάχτυλα του Ηλία χτυπούσαν νευρικά επάνω στο τιμόνι, σαν να έπαιζε σε αόρατο πιάνο.

Το τοπίο που ξετυλιγόταν από τα παράθυρα του αυτοκινήτου ήταν ίδιο κι απαράλλαχτο τα τελευταία χιλιόμετρα, σαν καρέ που επαναλαμβανόταν. Μια απέραντη πεδιάδα, μουντή, με χρώμα σκούρο πράσινο ξεθωριασμένο που χανότανε ακροφιλώντας το γκρίζο.

«Είμαι απόλυτα βέβαιη», γέλασε εκείνη. Το γέλιο της ήταν δροσερό, κελαρυστό, αταίριαστο με την καταχνιά του τόπου. «Να, δες τον χάρτη».

Ο Ηλίας έριξε μια πλάγια ματιά, αρνούμενος να αφήσει από το βλέμμα του τον δρόμο, ούτε για λίγο. Σαν να μην τον εμπιστευόταν, σαν να περίμενε ότι θα κάνει μιαν απότομη στροφή και θα του τη φέρει.

«Για πες…» Ο Ηλίας ξερόβηξε˙ ο καιρός αυτός καθόταν σαν βραχνάδα στον λαιμό του. «Για πες μου, τι είναι αυτό το μέρος και πώς το βρήκαμε;»

«Η νέα συνάδελφος στη δουλειά μού το πρότεινε. Παντρεύτηκε εκεί πέρυσι. Είναι παραμυθένιο το μέρος, Ηλία μου, μου έδειξε φωτογραφίες! Το σημαντικότερο είναι ότι μπορούμε να κλείσουμε τον γάμο μας πολύ σύντομα, και ακόμα περισσότερο ότι τα αναλαμβάνουν όλα αυτοί! Τα πάντα!»

Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν μπροστά τους ορθώθηκε μια πανύψηλη, σιδερένια πύλη με φιδογυριστά κιγκλιδώματα. Μόλις το αυτοκίνητο έφτασε μπροστά της, άρχισε να ανοίγει ώσπου μπροστά τους απλώθηκε ένας φαρδύς, πλακόστρωτος δρόμος. Δεξιά κι αριστερά, όπου έφτανε το μάτι, απλωνόταν μια τεράστια έκταση καλυμμένη με περιποιημένο γρασίδι. Στο βάθος, τυλιγμένη με μιαν αύρα βικτωριανής γοητείας, έστεκε η έπαυλη που θα φιλοξενούσε τα όνειρά τους. Μπροστά της, μια στητή φιγούρα με σκούρο φόρεμα, σφιχτό κότσο και πλατύγυρο καπέλο περίμενε για να τους προϋπαντήσει.

~*~*~*~*~

«Ο γάμος λοιπόν θα γίνει σε τρρία Σάββατα από σήμερρα», είπε η γυναίκα με τα μωβ μαλλιά. Όσο μιλούσε, το χέρι της γλιστρούσε στο χαρτί αφήνοντας πίσω του γράμματα με καμπύλες και ουρές.

«Ακριβώς!» επιβεβαίωσε η Μελίνα, καθώς ο Ηλίας τις κοιτούσε σκεπτικός.

«Ο στολισμός θα γίνει κατ’ εξοχήν με κόκκινα τρριαντάφυλλα και γυψοφίλη, και για το φαγητό καταλήξατε στο μενού…»

«Τρία», είπαν ταυτόχρονα οι μελλόνυμφοι.

«Τρρία», επανέλαβε η διαχειρίστρια του κτήματος, συνεχίζοντας να γράφει. «Τέλος, επιθυμείτε να καλέσετε συγγενείς, φίλους και συναδέλφους. Όπως είπαμε, οι καλεσμένοι θα ειδοποιηθούν από εμάς, εσείς δεν θα χρρειαστεί να κάνετε τίποτα», είπε κοιτώντας εξεταστικά το ζευγάρι πάνω από τα ολοστρόγγυλα γυαλιά της.

«Αχ, κυρία Μυράνθη, είστε υπέροχη!» αναφώνησε η Μελίνα.

«Έτσι δουλεύουμε, δεκαετίες τώρρα», είπε εκείνη. «Και τώρρα σας αφήνω να μελετήσετε το συμβόλαιο και να συμπληρρώσετε τα στοιχεία σας με ησυχία, έως ότου πρροετοιμάσουμε το βεστιάρριο. Εκεί θα είναι ο επόμενος σταθμός μας για να διαλέξετε από την τερράστια γκάμα νυφικών και κοστουμιών που διαθέτουμε».

«Κάτι δε μου αρέσει σε όλο αυτό», ψιθύρισε ο Ηλίας στη Μελίνα όταν έμειναν οι δυο τους. «Χίλια ευρώ μόνο; Για τόσες υπηρεσίες;»

«Μα γιατί, βρε αγάπη μου; Γιατί είσαι τόσο καχύποπτος; Συστημένοι ήρθαμε στο κάτω-κάτω».

«Γιατί ξέρω από συμβόλαια, και κανείς δεν είναι τόσο καλός ώστε να προσφέρει τόσα πολλά, χωρίς να ζητάει κάτι αντίστοιχο για αντάλλαγμα. Δεν μου το βγάζεις απ’ το μυαλό πως κάποιο λάκκο έχει η φάβα. Όλο και κάποια ψιλά γράμματα θα έχει το συμβόλαιο, όμως εγώ θα τα ξετρυπώσω».

Έφερε μπροστά του το έγγραφο και άρχισε τη μελέτη. Όταν σήκωσε το κεφάλι του, το βλέμμα του ήταν γεμάτο ερωτηματικά.

«Λοιπόν;»

«Δεν βρήκα κάτι ύποπτο. Πράγματι, η τιμή είναι χίλια ευρώ κατ’ αποκοπή, χωρίς επιπλέον προσαυξήσεις, και οι υπηρεσίες που προσφέρουν είναι αυτές που μας είπε…»

«Δηλαδή τα πάντα! Είδες που δεν υπήρχε λόγος να ανησυχείς; Άντε, ας συμπληρώσουμε τα στοιχεία μας για να υπογράψουμε», είπε η Μελίνα.

Ύστερα, άρπαξε την πένα με το φτερό και στρώθηκε στη δουλειά. Όση ώρα εκείνη έγραφε, ο Ηλίας δεν μιλούσε. Τα μάτια του ήταν δυο στενές σχισμές.

«Καλώς», συμφώνησε στο τέλος και πήρε την πένα στο χέρι του. Έμοιαζε με βαρίδι, όπως το προαίσθημα που δυσκόλευε την αναπνοή του.

«Έτοιμοι;» ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή από την πόρτα.

Το χέρι του Ηλία πετάχτηκε, αφήνοντας μια γραμμή στο τελείωμα της υπογραφής του. Πόση ώρα στεκόταν εκεί χωρίς να την καταλάβουμε; αναρωτήθηκε.

~*~*~*~*~

«Μην ανησυχείτε, δεν θα φαίνονται τα τρρίδυμα».

«Συγγνώμη, κυρία Μυράνθη, δεν σας άκουσα. Μπορείτε να το επαναλάβετε;»

Η Μελίνα είχε αφαιρεθεί χαζεύοντας τη φιγούρα της στον καθρέφτη. Το νυφικό έμοιαζε κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της. Εφάρμοζε τέλεια στις καμπύλες της και αναδείκνυε τους στρογγυλούς της ώμους. Θα έχει άραγε προλάβει η κοιλιά μου να μεγαλώσει σε τρεις εβδομάδες; αναρωτιόταν.

«Ναι. Είπα να μην ανησυχείτε. Το νυφικό αυτό άνετα θα σας χωρράει ακόμα κι αν κυοφορρείτε τρρίδυμα».

Τα μάγουλα της Μελίνας φλογίστηκαν. «Πώς καταλάβατε ότι είμαι έγκυος;»

Η Μυράνθη χαμογέλασε αινιγματικά – χείλη ενωμένα σφιχτά με μια ελαφριά κλίση προς τα πάνω – ενώ τα μάτια της παιχνίδισαν. Τότε μόνο συνειδητοποίησε η Μελίνα ότι το χέρι με το δαχτυλίδι αρραβώνων χάιδευε την κοιλιά της.

«Τα περρισσότερρα ζευγάρρια που βιάζονται να παντρρευτούν έχουν ήδη μωρρό στα σκαρριά», είπε η Μυράνθη ανασηκώνοντας τους ώμους.

Η Μελίνα δεν μίλησε. Την είχε απορροφήσει και πάλι η θέα του ολόλευκου νυφικού.

~*~*~*~*~

«Κάτι δεν μου αρέσει, κάτι δεν μου αρέσει…» μονολογούσε ο Ηλίας, καθώς κάρφωνε με απανωτές πιρουνιές την ομελέτα του.

«Αυτό λες από την ώρα που φύγαμε από το κτήμα χθες. Δεν καταλαβαίνω τι δεν σου αρέσει, είναι μια υπέροχη ευκαιρία».

«Μου φάνηκαν αλλόκοτα όλα… Το μέρος, οι άνθρωποι…»

«Σταμάτα να ανησυχείς και αφέσου να το ζήσουμε. Σήμερα να πάρουμε και τους γονείς, να τους πούμε τα ευχάριστα! Ελπίζω μόνο να μην υποψιαστούν κάτι οι δικοί μου…»

«Χίλια χρόνια θα ζήσουν…»

«Τι εννοείς;»

«Το κινητό σου…»

Η Μελίνα χλώμιασε, αλλά δεν το σήκωσε. «Δεν νιώθω έτοιμη ακόμα», είπε αδύναμα.

Το κινητό συνέχισε να κουδουνίζει για ώρα με τον εκνευριστικό μονότονο ήχο του, μέχρι που σταμάτησε. Η κοπέλα πήρε μια βαθιά ανάσα˙ συνειδητοποίησε πως τόση ώρα είχε ξεχάσει να αναπνέει. Για λίγο δεν μιλούσε κανείς, όλα ήταν ήρεμα. Μέχρι που άρχισαν τα κινητά και των δύο να χτυπούν σα δαιμονισμένα.

«Νομίζω πως πρέπει να το σηκώσουμε», ψιθύρισε ο Ηλίας.

Κοιτάχτηκαν έντονα για μια στιγμή, μισο-φοβισμένα, μισο-μπερδεμένα, κι ύστερα εξαφανίστηκαν ο καθένας σε άλλο δωμάτιο. Όταν ξαναβρέθηκαν στην κουζίνα, είχε φτάσει πια αργά το μεσημέρι.

«Μίλησα με γονείς, το μισό συγγενολόι, όλους τους φίλους, κάποιους συναδέλφους, ακόμα και με παλιούς συμμαθητές… Θα έρθουν όλοι λένε», είπε ζαλισμένος ο Ηλίας. «Εσύ;»

«Παρόμοια κατάσταση. Μόνο που μίλησα ήδη με όλο το συγγενολόι, είχαν μαζευτεί στο πατρικό μου˙ ξεκίνησαν από τώρα τα γλέντια και τους χορούς».

«Απορώ πώς βρήκαν τα στοιχεία όλων αυτών των ανθρώπων και πώς πρόλαβαν να επικοινωνήσουν μαζί τους».

«Α! Τους έκλεισαν και λεωφορεία για να έρθουν όλοι μαζί από το χωριό», συνέχισε ακάθεκτη η Μελίνα. «Δεν είναι τέλειοι; Θα τους παραχωρήσουν και δωμάτια στην έπαυλη για διανυκτέρευση μετά τον γάμο! Απορώ πώς δεν έχουν γίνει διάσημος προορισμός, να ψάχνεις ημερομηνία και να μη βρίσκεις… Πραγματικά ήμασταν πολύ τυχεροί!»

~*~*~*~*~

«Τρρίδυμα…»

Όπως κάθε πρωί τις τελευταίες εβδομάδες, η Μελίνα ήταν αγκαλιά με την τουαλέτα. «Είπες κάτι;» φώναξε στον Ηλία, κοιτώντας ακόμα το περιεχόμενο του στομαχιού της να επιπλέει στο νερό της λεκάνης.

«Όχι, καρδιά μου, δεν είπα τίποτα», ακούστηκε η φωνή του.

«Τρρίδυμα…»

Με την άκρη του ματιού της, η Μελίνα είδε μια φιγούρα να στέκεται παραδίπλα. Τινάχτηκε απότομα και αυτό την έκανε να ζαλιστεί.

«Είσαι καλά; Είσαι καλά;»

Άνοιξε τα μάτια και είδε τον Ηλία σκυμμένο από πάνω της.

«Ναι», είπε εκείνη με το βλέμμα να πεταρίζει στον χώρο. «Νόμισα ότι είδα κάτι παράξενο, αλλά μάλλον ήταν ιδέα μου…»

Ο Ηλίας, συνοφρυωμένος, τη βοήθησε να σηκωθεί. «Τι εννοείς;»

«Νομίζω πως άκουσα κάποιον να λέει ‘τρίδυμα’, κι ύστερα είδα την κυρία Μυράνθη δίπλα μου στο μπάνιο».

«Παράξενο», είπε ο Ηλίας. Έπειτα την κάρφωσε με το βλέμμα. «Ξέρεις, χθες… Μη φρικάρεις σε παρακαλώ. Δεν νομίζω να είναι αλήθεια εξ’ άλλου».

«Τι;»

«Να, μου είπε μια πελάτισσα ότι κάποτε ήταν καλεσμένη σε γάμο στο κτήμα αυτό…» ξεκίνησε κομπιάζοντας ο Ηλίας.

«Και;»

«Δεν πήγε τελικά. Το περίεργο όμως είναι πως όλοι οι γνωστοί της που πήγαν έμοιαζαν πολύ διαφορετικοί μετά τον γάμο. Σαν να ήταν άλλοι άνθρωποι, όχι εκείνοι που ήξερε».

«Δηλαδή;»

«Ε, δεν το είπε ξεκάθαρα, αλλά κατάλαβα ότι αναφερόταν σε κάτι μεταφυσικό. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να πω ότι δεν με έβαλε σε σκέψεις».

Η Μελίνα τον κοίταξε με τα μάτια γουρλωμένα. «Λες να το ακυρώσουμε;»

«Αύριο είναι ο γάμος. Νομίζω πως… προλαβαίνουμε;»

Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ο Ηλίας και η Μελίνα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. «Περιμένουμε κανέναν;» είπαν ταυτόχρονα.

Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκαν δύο στιβαροί άνδρες με κοστούμια. «Ήρθαμε για να σας μεταφέρουμε στο κτήμα», μίλησε ο πιο ψηλός.

Κρύες σταγόνες ιδρώτα έτρεξαν στη ραχοκοκαλιά της Μελίνας. Το μέτωπο του Ηλία ζάρωσε, όταν μίλησε. «Τι εννοείτε;»

«Το κτήμα σάς παραχωρεί δύο ξεχωριστά δωμάτια για να διανυκτερεύσετε το βράδυ πριν τον γάμο. Δεν το είδατε στις οδηγίες;»

«Μα σήμερα είναι Παρασκευή, έχω δουλειά», είπε ο Ηλίας.

«Κι εγώ», ψέλλισε η Μελίνα.

«Το κτήμα έχει ήδη συνεννοηθεί με τις δουλειές σας», ξαναείπε ο ψηλός κι έπειτα τους οδήγησε στις δύο λιμουζίνες που περίμεναν στην είσοδο.

~*~*~*~*~

«Κοίτα τι λαμπερή που είναι η πανσέληνος!»

«Εσύ είσαι πιο λαμπερή. Είσαι η πιο όμορφη νύφη που έχω δει στη ζωή μου!»

Ο κόσμος είχε πια αρχίσει να αραιώνει, να αποσύρεται στα υπνοδωμάτια. Κάποιοι συνέχισαν να χορεύουν νωχελικά, άλλοι τσιμπολογούσαν μεταμεσονύχτια σνακ συνοδεύοντας το ποτό τους. Ο Ηλίας και η Μελίνα κατάφεραν μετά από ώρες να ξεκλέψουν λίγο χρόνο οι δυο τους στον κήπο, μακριά από τους καλεσμένους.

«Είδες; Όλα πήγαν καλά τελικά. Άδικα ανησυχούσαμε», είπε η Μελίνα με ένα πλατύ χαμόγελο.

Ο Ηλίας την έκλεισε στην αγκαλιά του. «Ισχύει. Είναι πανέμορφη βραδιά, πραγματικά αξέχαστη», ψιθύρισε στο αυτί της.

«Τρρίδυμα…»

Η Μελίνα πετάχτηκε. «Είπες κάτι, αγάπη μου;»

Ο Ηλίας την κοίταξε απορημένος.

«Μελίνα, ήρθε η ώρα», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. Η μητέρα της Μελίνας εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά τους.

«Τι εννοείς, μητέρα;»

«Α, δεν είμαι η μητέρα σου. Σύντομα όμως ελπίζω να γίνεις εσύ η κόρη μου».

«Μητέρα, τι ήπιες; Δεν ξέρεις τι λες…»

«Μια χαρά ξέρω τι λέω. Η διαδικασία ξεκίνησε χάρη στην Πανσέληνο, η Πύλη άνοιξε. Σύντομα, όλοι όσοι περιμέναμε στο Εκείθεν Μέρος, θα απορροφηθούμε από τα φιλόξενα αυτά σώματα. Μια δεύτερη ευκαιρία να ζήσουμε μας περιμένει!»

Η Μελίνα πισωπάτησε. Οι νεόνυμφοι κοίταξαν ολόγυρα προσπαθώντας να βγάλουν νόημα. Η πανσέληνος έλουζε τα πάντα με έναν λευκό μανδύα.

«Μελίνα, τρέξε!» φώναξε ξαφνικά ο Ηλίας όταν είδε ένα άτακτο μπουλούκι να τους ζώνει περιμετρικά. Οι τρίχες στο σβέρκο του ορθώθηκαν.

Οι νέοι δεν πρόλαβαν να κάνουν δέκα δρασκελιές όταν βρέθηκαν περικυκλωμένοι από γνωστά και άγνωστα πρόσωπα. Το μόνο που μπόρεσαν να κάνουν ήταν να σφιχταγκαλιαστούν, με τα μάτια ερμητικά κλειστά. Η Πανσέληνος τούς κοιτούσε από ψηλά και χασκογελούσε.

~*~*~*~*~

Μια νεαρή μητέρα καθόταν σε μια καφετέρια πίνοντας ήρεμα τον χυμό της. Καθόταν σε ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο, για να μπορεί να έχει δίπλα της το τριπλό καρότσι. Ξαφνικά, μια κοπέλα πέρασε βιαστική από μπροστά της, τόσο βιαστική που δεν παρατήρησε ότι της έπεσε μια τσάντα.

«Δεσποινίς; Δεσποινίς, κάτι σας έπεσε», φώναξε η νεαρή μητέρα και η κοπέλα γύρισε το κεφάλι της απότομα.

«Αχ, σας ευχαριστώ πολύ. Ήδη με βρήκε μια συμφορά σήμερα, αν χανόταν και αυτή η τσάντα, θα ήμουν εντελώς χαμένη;»

«Τι συνέβη;»

«Αχ, σε τρεις μέρες παντρεύομαι, και μόλις ειδοποιηθήκαμε από το κτήμα ότι πλημμύρισε και δεν θα μπορέσουν να διοργανώσουν τον γάμο… Αλλά τι σας λέω κι εσάς, δεν μου φταίτε σε τίποτα. Καλέ, τι χαριτωμένα τρίδυμα είναι αυτά! Να σας ζήσουν!»

«Ευχαριστώ», χαμογέλασε η νεαρή μητέρα. «Λοιπόν, νομίζω πως είστε τυχερή. Έχω λύση στο πρόβλημά σας. Τυχαίνει να γνωρίζω ένα κτήμα, με πολύ προσιτή τιμή, που μπορεί άμεσα να σας διοργανώσει τον γάμο. Ακόμα και την ίδια ημερομηνία που είχατε ορίσει αρχικά. Ορίστε, πάρτε αυτή την κάρτα. Και ό,τι χρειαστείτε να με πάρετε τηλέφωνο. Με λένε… Μελίνα».

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά