Διήγημα: “Τεζκατλιπόκα” του Αναστάσιου Αναστασιάδη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Τεζκατλιπόκα” του Αναστάσιου Αναστασιάδη συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Η βαριά, αποπνικτική μυρωδιά της κλεισούρας, της σκόνης αιώνων και του ξινισμένου παλιού χαρτιού, του προκαλούσε δυσφορία, αν και την είχε κάπως συνηθίσει, έπειτα από τις αμέτρητες ώρες που είχε περάσει μέσα σε σκοτεινά, γεμάτα υγρασία και ακάρεα παλαιοπωλεία.

Ένα από τα χόμπυ του ήταν η συλλογή παλαιών και σπάνιων αντικειμένων. Αυτό το κουσούρι το είχε κληρονομήσει από τον παππού του, καθηγητή αρχαιολογίας και ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Μιζούρι επί τρεις δεκαετίες. Μαζί μ’ αυτό είχε κληρονομήσει και την τεράστια ιδιωτική του συλλογή, για την οποία ένιωθε τεράστια υπερηφάνεια κάθε φορά που ξεναγούσε κάποιον στο υπόγειο του πατρικού του, ένα Βικτοριανού τύπου κτίσμα του 19ου αιώνα, σε αποικιακό στυλ, του οποίου τη πρόσοψη στόλιζαν τέσσερις συμμετρικοί πυλώνες που θύμιζαν αρχαιοελληνικές κολώνες δωρικού ρυθμού, και με το σχηματισμό τριγωνικού αετώματος να κοσμεί τη στέγη της διώροφης κατοικίας. Μιας κατοικίας βγαλμένης απευθείας από τα εσώψυχα του αμερικάνικου πατριωτισμού.

Με τον θάνατο του παππού του, βάλθηκε να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο τη συλλογή με όσο πιο σπάνια και περίεργα αντικείμενα μπορούσε να συλλέξει. Αυτή του η ενασχόληση με τον καιρό μετατράπηκε σε εμμονή και κύριο μέλημα της ζωής του. Η χρηματιστηριακή εταιρία της οικογενείας του έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, καθώς όλο και πιο συχνά παρατούσε πίσω του τα πάντα έτσι ώστε να ταξιδέψει ανά τον κόσμο αναζητώντας με μανία τα πιο σπάνια και μυστηριώδη τεχνουργήματα που μπορούσε να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Ανάμεσά τους μπορούσε κανείς να βρει αντικείμενα με τεράστια αξία, όχι μόνο λόγω του υλικού κατασκευής τους, αλλά περισσότερο λόγω της φήμης, ή καλύτερα της κακόφημης ιστορίας που τα ακολουθούσε. Άλλοτε βαμμένα με το αίμα κάποιου ζώου που θυσιάστηκε στο βωμό της λατρείας από το χέρι ενός σαμάνου κι άλλες φορές λουσμένο από το βαθυκόκκινο υγρό μιας ανθρωποθυσίας που τελέστηκε από έναν αιμοβόρο, ξεχασμένο από τον χρόνο, βάρβαρο λαό.

Κάπως έτσι ξεκίνησε και το καινούργιο του ταξίδι, το οποίο είχε κάτσει και σχεδιάσει μόλις πριν δύο ημέρες, κυριολεκτικά στο πόδι. Ήταν ένα συνηθισμένο απόγευμα σαν όλα τ’ άλλα, όταν κάτω από το χλωμό φως του λαμπατέρ στο μαονένιο γραφείο του, ολοκλήρωνε την μετάφραση μιας αρχαίας επιγραφής που είχε βρεθεί χαραγμένη πάνω από την είσοδο μιας πυραμίδας στο κεντρικό Μεξικό, κοντά στην αρχαία νεκρόπολη του Τεοτιουακάν. Από καθαρή τύχη, γύρω στο 1978, ένας ερασιτέχνης ερευνητής με το όνομα Ρόμπερτ Νιούμαν, μισθώνοντας εξοπλισμό και μια ομάδα ιθαγενών της περιοχής, κατάφερε να προσπελάσει ένα απάτητο κομμάτι της ζούγκλας της κεντρικής αμερικανικής χώρας, ανακαλύπτοντας μια άγνωστη μέχρι εκείνη τη στιγμή πυραμίδα του πολιτισμού των Αζτέκων. Οι λόγοι που τον είχαν οδηγήσει μέχρι εκεί, παραμένουν ακόμη και σήμερα άγνωστοι, μιας και δεν κατάφερε ποτέ να επιστρέψει από τη ζούγκλα ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η υπόλοιπη ομάδα του. Εκτός από έναν νεαρό ιθαγενή, απόγονο των Μέξικας, που βρέθηκε έπειτα από τρεις ημέρες εξαντλημένος και εξουθενωμένος στη πεδιάδα της αρχαίας πόλης, στη Λεωφόρο των Νεκρών, και κατάφερε αργότερα να εξιστορήσει τους καρπούς της μυθικής αυτής ανακάλυψης.

Την επιγραφή αυτή είχε καταφέρει μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια ν’ αποκωδικοποιήσει ο ίδιος του ο παππούς, μέσα από τους παράξενους συμβολισμούς, τα πικτογράμματα και τα ιδεογράμματα που τη σχημάτιζαν. Ολόκληρη, εκτός από ένα μικρό κομμάτι, που όμως φάνταζε το πιο σημαντικό ώστε να ολοκληρωθεί το νόημα και η σημασία της. Η μοίρα όμως είχε προδιαγράψει το μέλλον της και ο κλήρος είχε πέσει στον εγγονό του. Έπειτα από μια απίστευτη αλληλουχία συμπτώσεων που έφταναν στο όριο του μεταφυσικού, είχε καταφέρει να εντοπίσει έναν γνήσιο απόγονο μιας οικογένειας ιερέων της αρχαίας φυλής των Αζτέκων και μέσω κάποιου ανώνυμου συνδέσμου, έναντι αδράς αμοιβής, κατάφερε να ολοκληρώσει το υπόλοιπο κομμάτι της παράξενης αυτής επιγραφής. Ομολόγησε επιπλέον ότι δεν έφερνε καμιά ευθύνη για τη πορεία της έρευνας που θα ακολουθούσε ο εντολέας του, μιας και μέσα από το μικρό απόκομμα που του είχε δοθεί προς μετάφραση, μπορούσε να καταλάβει πως επρόκειτο για κάποια ιερή κατάρα που συνόδευε έναν πανάρχαιο θησαυρό του μέγιστου ουράνιου θεού Τεζκατλιπόκα*. Θεό του θανάτου και του πολέμου.

Αναζητώντας μανιωδώς την πληροφορία που θα τον έφερνε μπροστά σ’ αυτή τη μεγαλειώδης ανακάλυψη, είχε καταλήξει σε τούτο το καταγώγιο. Ένα στενό, ημιυπόγειο κατάστημα, δίχως ίχνος επιγραφής που να σε προϊδεάζει για το τι ακριβώς επρόκειτο. Στη συνοικία Ιζταπαλάπα, μια από τις πιο κακόφημες περιοχές της πόλης του Μεξικού, όπου οι απαγωγές και οι δολοφονίες ήταν ένα καθημερινό φαινόμενο ακόμη και καταμεσής των κεντρικών δρόμων. Κάτι όμως που διόλου δεν τον τρόμαζε.

Το βλέμμα του προσπαθούσε να διακρίνει, μέσα στο ημίφως που κατάφερνε να διαπεράσει τα βρώμικα τζάμια των μακρόστενων παραθύρων, τα δεκάδες στοιβαγμένα αντικείμενα. Άλλα στριμωγμένα πάνω στα λιγοστά σκονισμένα ράφια, και άλλα σε ντάνες που ξεκινούσαν από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Ξύλινα, ασημένια, επάργυρα, επίχρυσα. Άλλα στολισμένα με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους και άλλα τόσο απλοϊκά και λιτά που δεν τα έπιανε το μάτι σου, παρά την όποια ενδιαφέρουσα ιστορία ίσως να έκρυβαν πίσω τους. Βιβλία ογκώδη, παλιά, ταλαιπωρημένα από τους αιώνες και σκοροφαγωμένα, γραμμένα σε διάφορες άγνωστες για τον περισσότερο κόσμο γλώσσες, όχι όμως και για κάποιον σαν τον Άνταμς, όπου η μοίρα και όχι η τύχη μπορούσε να τραβήξει στο εσωτερικό ενός τέτοιου ναού της σκοτεινής γνώσης και ιστορίας.

Ένιωθε μια αόρατη δύναμη να τον ελκύει στη πιο σκοτεινή γωνιά του μικροσκοπικού καταστήματος. Ακολούθησε τον βόμβο που γυρνούσε στο μυαλό του σαν εθισμένος από τη μεθυστική της μελωδία. Τον είχε γραπώσει από τον γιακά και τον έσερνε προς το μέρος της. Ένας τρόμος πλημμύρισε το είναι του και συνάμα μια αγωνία και προσμονή για το άγνωστο αντικείμενο που είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του τον τελευταίο χρόνο. Αν και δεν γνώριζε την αληθινή του εικόνα, ήταν σίγουρος ότι θα το αναγνώριζε ανάμεσα σε χιλιάδες.

Όπως κι έγινε. Το βλέμμα του καρφώθηκε με μιας στο κέντρο του δεύτερου ραφιού, στον δυτικό και σκοτεινό τοίχο του καταστήματος. Η έλξη ήταν τόσο βίαιη όπου κάθε φυσική του αντίσταση έμοιαζε παράλογα ανίσχυρη. Το βήμα του έγινε πιο γρήγορο αναγκάζοντας τον παραπατήσει. Σκόνταψε, και η σκοτεινή δύναμη τον συγκράτησε αστραπιαία, αποτρέποντας την άτσαλη πτώση του. Ένιωσε ανήμπορος. Είχε χάσει πλέον κάθε έλεγχο των άκρων και των κινήσεών του, ενώ οι σκέψεις και το μυαλό του είχαν βιαστεί δίχως καμία συναίνεση. Μια κλειδαριά πάσχιζε να κρατήσει τον απρόσμενο εισβολέα έξω από το μικρό κελί στο βάθος του μυαλού του, όπου συνήθως κλειδωνόταν για να ξεφύγει από επικίνδυνες καταστάσεις σαν κι αυτή. Δεν ήταν η πρώτη φορά που καλούνταν να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση, κι έτσι με τα χρόνια είχε ανακαλύψει αυτόν τον εσωτερικό τρόπο αυτοπροστασίας. Όμως, πρώτη φορά ερχόταν αντιμέτωπος με κάτι τόσο δυνατό και ανυπέρβλητο που του ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσει δίχως απώλειες. Κι αυτή τη φορά είχε χάσει ήδη το ίδιο του το σώμα. Κυρίαρχος αυτού ήταν κάτι άλλο, κάτι τόσο σκοτεινό που η προέλευση του έμοιαζε αδύνατον να προσδιοριστεί.

Μόνη του επαφή πλέον με τον έξω κόσμο ήταν τα δύο στενά παράθυρα αυτού του εσωτερικού κελιού όπου είχε κλειδωθεί. Έμοιαζε με μια μαριονέτα που κινούνταν δίχως ψυχή, κι όμως ο ίδιος μπορούσε να παρακολουθήσει από μέσα της ως παρατηρητής των γεγονότων. Οι κόρες των ματιών του διαστέλλονταν όσο προχωρούσε στο βάθος του διαδρόμου. Το περίγραμμα του ξύλινου κατασκευάσματος διαγραφόταν ανάμεσα στις σκιές και το εσωτερικό του εξέπεμπε μια ιδιάζουσα λάμψη σαν να ήταν κατασκευασμένο από τα πιο πολύτιμα μέταλλα του κόσμου. Είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής. Το πόδι του χτύπησε σε ένα κλειστό μπαούλο που είχε τοποθετηθεί στο πάτωμα, ακριβώς κάτω από το ράφι που τον ενδιέφερε. Σταμάτησε. Ο τρόμος έδωσε στιγμιαία τη θέση του στον ενθουσιασμό, κάνοντάς τον να ξεχάσει τη δυσμενή θέση στην οποία πραγματικά βρισκόταν. Επιτέλους, είχε μπροστά στα μάτια του το αντικείμενο για το οποίο κόντεψε να χάσει ακόμη και την ίδια του τη ζωή. Ο παππούς του θα ήταν σίγουρα περήφανος για το κατόρθωμά του. Το οβάλ σχήμα του ταίριαζε απόλυτα σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Μια ξύλινη μάσκα, σκουρόχρωμη και στιλπνή σαν τον έβενο. Όσο απλή ήταν η κατασκευής της, τόσο περίτεχνα έμοιαζαν τα μαγικά σκαλιστά σχέδια που τη στόλιζαν απ’ άκρη σ’ άκρη.

Τα χέρια του σηκώθηκαν στο ύψος της μάσκας, σαν ξύλινα χέρια μιας μαριονέτας με ανθρώπινη σάρκα και οστά όπου έλεγχε κάποια αόρατη δύναμη. Ο ίδιος παρακολουθούσε τις άβουλες κινήσεις του δίχως καμία επιβολή επάνω στο ίδιο του το σώμα. Έπιασε τη μάσκα με απαλές κινήσεις σαν να ήταν φτιαγμένη από κάτι τόσο ευαίσθητο που κινδύνευε να εξαϋλωθεί στο άγγιγμα του. Την έφερε κοντά στο πρόσωπο του και για πρώτη φορά μπόρεσε να την εξετάσει με κάθε λεπτομέρεια. Πάνω της ήταν σχεδιασμένο ένα δεύτερο πρόσωπο με έντονα χαρακτηριστικά και μια παχιά λωρίδα να το διαπερνά κατά μήκος. Σκαλισμένα σχέδια σχημάτιζαν φτερά γύρω από τους κροτάφους, καθώς ανάμεσα τους, κύκλοι συνοδεύονταν από εντυπωσιακά πελεκημένα πετρώματα όπου το βαθύ σκούρο της μεταλλικής τους επιφάνειας λειτουργούσε σαν ένα είδος καθρέπτη. Από το στόμα εξείχαν κοφτερά δόντια και μια τεράστια ανθρώπινη γλώσσα κρεμόταν σαν να τον κορόιδευε με χλευασμό. Σύμφωνα με απεικονίσεις που είχε μελετήσει σε κείμενα και παλιά χειρόγραφα όλο το προηγούμενο διάστημα, δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον ίδιο το θεό Τεζκατλιπόκα. Το πιο περίεργο πάνω σ’ αυτή τη μάσκα δεν ήταν τα εντυπωσιακά και αληθοφανή της χαρακτηριστικά, αλλά το ότι δεν υπήρχαν οπές για τα μάτια και το στόμα, πράγμα που καθιστούσε φύσης αδύνατον τη λειτουργία της ως αντικείμενο μεταμφίεσης. Περισσότερο παρέπεμπε σε νεκρικό προσωπείο.

Γύρισε ανάποδα τη μάσκα κοιτάζοντας την εσωτερική της πλευρά. Ήταν τόσο σκοτεινή που σου έδινε την εντύπωση ότι το βαθύ μαύρο που τη σκέπαζε είχε τη δυνατότητα να σε καταπιεί στα ενδότερα της, σαν μια μαύρη συμπαντική ρουφήχτρα σε κάποιο χαοτικό διαστρικό παράλληλο κόσμο. Προτού προλάβει να περάσει από το μυαλό του οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη, σαν ένας άλλος ισχυρότατος μαγνήτης που ελκύει την ακολασία και την αμαρτία, τον τράβηξε μέσα της. Τα χέρια του κλονίστηκαν και με σπασμωδικές κινήσεις έφεραν τη μάσκα στο πρόσωπό του. Για μια στιγμή πίστεψε ότι κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο του κορμιού του. Αποδείχτηκε μια στιγμιαία ψευδαίσθηση, πιθανότατα δημιούργημα του ίδιου αρχαίου παντοδύναμου θεού. Η εικόνα γύρω του μαύρισε καθώς τα παράθυρα του προσωπικού του κελιού καλύφθηκαν από το σκοτεινό εσωτερικό του καταραμένου αντικειμένου. Η επιφάνεια του μαύρου ξύλου ακούμπησε στο δέρμα του και σαν πυρωμένο μέταλλο ένιωσε να του κατακαίει το πρόσωπο. Κόλλησε ολότελα επάνω του και η μυρωδιά της καμένης σάρκας αιωρήθηκε στο διάδρομο του καταστήματος.

Δευτερόλεπτα αργότερα, που έμοιαζαν με κάποιο αιώνιο αστρικό ταξίδι μέσα στο χώρο και το χρόνο, το απόλυτο σκοτάδι είχε μετατραπεί σε εκτυφλωτικό φως, αναγκάζοντας τον να σκεπάσει το πρόσωπο του ανάμεσα στις παλάμες ώστε να προστατευθεί από τις καυτές ακτίνες που έπεφταν κάθετα επάνω του. Ο Ουράνιος θεός της δημιουργίας είχε φτάσει στο απόγειο της ενέργειας του, σκορπίζοντας την ολόγυρα με τη λάμψη του. Ο ήχος ξέφρενων τυμπάνων και κρουστών τον πλημμύρισε με φόβο και πανικό. Δεν ήταν μόνος, είχε βρεθεί κάπου αλλού σε ένα άγνωστο μέρος, από τη μια στιγμή στην άλλη. Κατέβασε τα χέρια του και ανοίγοντας με μικρές κάθε φορά κινήσεις τα βλέφαρα ώστε να συνηθίσει το δυνατό μεσημεριανό φως, διαπίστωσε ότι περιτριγυριζόταν από πλήθος κόσμου, ντυμένο με περίεργα παλιομοδίτικα ρούχα, πρόσωπα βαμμένα με έντονα χρώματα και πολύχρωμα φτερά στα κεφάλια. Δεξιά κι αριστερά του, σχηματιζόταν ένα ανθρώπινο τείχος, ενώ στο κέντρο απλωνόταν μπροστά του ένας χωμάτινος διάδρομος, στρωμένος με φτερά, κοσμήματα και κομμάτια ενός σκουρόχρωμου υαλώδες πετρώματος που αντανακλούσε τις φωτεινές ακτίνες που έπεφταν επάνω τους. Με τη παρότρυνση του πλήθους, προχώρησε μπροστά, νιώθοντας σαν βασιλιάς, ως ένα πρόσωπο ιερό, ξεχωριστό και ιδιαίτερο στον καινούργιο αυτό κόσμο όπου απρόσμενα είχε βρεθεί.

Το πλήθος ούρλιαζε εκστασιασμένο. Τον ρυθμό των τυμπάνων συνόδευε ένα ξέφρενο ποδοβολητό κι ένας ύμνος στην ξεχασμένη γλώσσα του αρχαίου λαού ξεχυνόταν σαν κύμα χτυπώντας τον πότε από δεξιά και πότε από αριστερά. Μπροστά του ξεπρόβαλε μια τεράστια λιθόχτιστη πυραμίδα, κάτασπρη από τον ασβέστη, να λαμποκοπά σαν ζωντανή κινούμενη φλόγα από την αντανάκλαση του λαμπερού ουράνιου σώματος που χανόταν στα βάθη του καταγάλανου ουρανού. Πολύχρωμα σχήματα αιλουροειδών και ερπετών στόλιζαν την κατάλευκη επιφάνεια της ενώ στο κέντρο ακριβώς, πέτρινα σκαλοπάτια τον οδηγούσαν στο ψηλότερο βάθρο της πυραμίδας. Δεξιά κι αριστερά, ως άλλοι Κέρβεροι, δύο Ιαγουάροι, με την παγωμένη τους ματιά ίδια με τα υαλώδες πετράδια που έβλεπε παντού σκορπισμένα, παραφυλούσαν τους αναβάτες του ιερού αυτού οικοδομήματος.

Έκανε το πρώτο βήμα και οι γυμνές του πατούσες ένιωσαν το πυρωμένο πέτρωμα να τον κατακαίει. Είχε αρχίσει και ο ίδιος να νιώθει την έκσταση της γιορτινής αυτής ατμόσφαιρας, ανακάμπτοντας λίγο από το θάρρος του. Στο επόμενο σκαλί, μία ηλικιωμένη γυναίκα με ηλιοκαμένο και σκασμένο από τα χρόνια πρόσωπο, του παρέδωσε ένα καλάθι γεμάτο μέχρι επάνω με πήλινα αυγά. Συνέχισε την ανοδική του πορεία ενώ έσπαζε κι από ένα πήλινο αυγό σε κάθε σκαλί που πατούσε. Το καλάθι είχε αρχίσει να ελαφραίνει. Ο ήχος των τυμπάνων και η οχλαγωγία είχαν σχεδόν σβήσει όσο πλησίαζε προς τη κορυφή. Ένα ελαφρύ αεράκι τον χτύπησε απαλά στο πρόσωπο, δροσίζοντας τον. Έπειτα από ώρα, αντιλήφθηκε ότι η μάσκα η οποία ήταν υπαίτια γι’ αυτό του το ταξίδι στο χρόνο, είχε εξαφανιστεί από πάνω του.

Στο επόμενο βήμα, άφησε πίσω του και το τελευταίο σκαλί. Είχε φτάσει επιτέλους στο πλάτωμα που δημιουργούσε η κορυφή της παράξενης αυτής πυραμίδας. Ένα μπαλκόνι με θέα την καταπράσινη ζούγκλα ενός Μεξικού που είχε σβήσει στους αιώνες. Το πλήθος από κάτω ωρυόταν, όμως η απόσταση δεν άφηνε τους ήχους να φτάσουν μέχρι εκεί ψηλά. Ένιωθε ότι αγγίζει τον ουρανό, πιο κοντά από ποτέ στους αρχαίους θεούς που πάντοτε αναζητούσε. Ανάλαφρος, με τη ψυχή του καθάρια από κάθε δυσοίωνη σκέψη και αμαρτία. Δυο άντρες τον πλησίασαν αρπάζοντας τον από τα μπράτσα. Ένιωσε μια περίεργη αρνητική ενέργεια να τον κατακλύζει. Ένα χαστούκι τον συνέφερε στη πραγματικότητα. Στην άκρη της κορυφής, ένας ηλικιωμένος άνδρας, βαμμένος παντού με το χρώμα του αίματος και σημαδεμένος από ανεξίτηλα περίτεχνα σχέδια σ’ ολόκληρο το κορμί του, στραμμένος προς το μέρος του κόσμου, έδειχνε να ψελλίζει μια προσευχή με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό. Παγωμένος ιδρώτας έλουσε την πλάτη του. Από τιμώμενο πρόσωπο είχε μετατραπεί σε θύμα μιας απάνθρωπης τελετής μέσα σε μια στιγμή. Ή μήπως η πορεία του ήταν προδιαγεγραμμένη από την πρώτη κιόλας στιγμή αυτού του τελευταίου του ταξιδιού;

Οι άνδρες τον τράβηξαν με βία, ξαπλώνοντας τον πάνω σε ένα είδος πέτρινου αιματοβαμμένου βωμού. Ακόμη δύο από τους παρευρισκόμενους άνδρες κράτησαν με δύναμη τα πόδια του. Ήθελε να ουρλιάξει, μα δεν θα είχε κανένα νόημα πια. Ο ηλικιωμένος ιερέας πλησίασε. Στο χέρι του κρατούσε μια λόγχη, λαξευμένη με το ίδιο στιλπνό πέτρωμα. Του έριξε μια τελευταία ματιά ψιθυρίζοντας σε μια ακατάληπτη γλώσσα. Κατέβασε με ορμή τη λόγχη και ένας οξύς πόνος διαπέρασε το στήθος του. Ένιωσε τα πάντα να σβήνουν, όμως τα οπτικά και ακουστικά του νεύρα διατηρούσαν ακόμη τις δυνατότητες τους. Ο εγκέφαλος του λειτουργούσε, ακόμα. Ήλπιζε όχι για πολύ. Την άκουσε να χτυπάει δυνατά. Ο ιερέας ύψωσε τη ματωμένη του καρδιά όσο γινόταν πιο ψηλά. Μπορούσε να τη δει να συσπάτε ακόμη, έξω από το ίδιο του το στέρνο. Έπειτα, όλα έσβησαν από τα μάτια του.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Λέγομαι Αναστάσιος Αναστασιάδης. Γεννημένος το 1983 στην πόλη της Θεσσαλονίκης όπου διαμένω όλα αυτά τα χρόνια, με ένα διάλειμμα πέντε ετών για σπουδές στην πόλη των Σερρών. Απόφοιτος Λογιστικής, εργάζομαι στη Θεσσαλονίκη όπου ζω μόνιμα με την οικογένεια μου ως πατέρας δυο παιδιών. Λατρεύω την metal μουσική, ιδίως στην ακραία της για πολλούς μορφή, και την ηλεκτρική κιθάρα. Τον ελεύθερο χρόνο μου τον αφιερώνω στον στατικό μοντελισμό, τις ταινίες και το διάβασμα. Αγαπημένο είδος λογοτεχνίας είναι η Αστυνομική και η λογοτεχνία Τρόμου, ξένη και ελληνική. Χωρίς κάποια συγγραφική δημοσίευση μέχρι στιγμής, ευελπιστώ για κάτι θετικό στο μέλλον.

*Στη μυθολογία των Αζτέκων, ο Τεζκατλιπόκα ή Τεσκατλιπόκα (ισπ. Tezcatlipoca) είναι ο θεός του σκότους, του πειρασμού, της μαγείας, του πολέμου και των υλικών πραγμάτων. Είχε στην κατοχή του ένα μαγικό καθρέφτη που έβγαζε καπνούς και σκότωνε τους αντιπάλους του, γι’ αυτό είναι επίσης γνωστός σαν “θεός του Καθρέφτη που Καπνίζει”. (wikipedia)

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά