Διήγημα: “Τι θα θυσιάσεις;” της Αργυρώς Χαρίτου

by Αργυρώ Χαρίτου

Ένα νέο διήγημα φαντασίας και τρόμου από την Αργυρώ Χαρίτου, συγγραφέα του μυθιστορήματος φαντασίας “Οι Πλανευτές”.

Ένας θόρυβος την ξύπνησε. Αφουγκράστηκε τη σιωπή, μήπως ήταν η ιδέα της. Τον άκουσε ξανά. Είχε γίνει σταθερός, σαν κάποιος να χτυπούσε τα νύχια του σε μια μεταλλική επιφάνεια.

Μόλις βγήκε από τα σκεπάσματα, το σώμα της ανατρίχιασε. Πόσο κρύο κάνει σήμερα; Ξυπόλυτη όπως ήταν πήγε αμέσως στο δωμάτιο των διδύμων για να δει αν ήταν σκεπασμένες. Οι πατούσες της είχαν αρχίσει να πονάνε από το κρύο. Τι… στο καλό; Τι συμβαίνει; Μπορεί να ήταν Δεκέμβριος, αλλά δεν δικαιολογούταν αυτό το κρύο, ιδίως μέσα στο σπίτι. Έπιασε το καλοριφέρ και της έκαψε το χέρι.

Προχώρησε προς τα κρεβάτια των μωρών. Τις σκέπασε και καθώς χάιδευε τη μια της κόρη, μια παγωμένη ανάσα άγγιξε τον σβέρκο της. Το κεφάλι της μούδιασε, η ανάσα της κόπηκε, το στομάχι της σφίχτηκε. Γύρισε να δει αν απλά η νύχτα ή η ιδέα της την είχαν τρομάξει, όμως όχι. Λίγα εκατοστά μακριά της βρισκόταν μια μορφή.

Αυτό που μαγνήτισε το βλέμμα της ήταν τα μεγάλα, μαύρα σαν μύγας, μάτια που είχε. Απομακρύνθηκε αγγίζοντας τον τοίχο με όλο της το κορμί, θαρρείς και ήταν το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε να τη σώσει. Πίεζε τις παλάμες της πάνω του. Ευχόταν να γινόταν άυλη και να χαθεί μέσα του.

Το πλάσμα παρέμενε ακίνητο, δίνοντάς της ελάχιστα εκατοστά χώρο. Όταν η μια από τις δίδυμες άλλαξε πλευρό, τα μαύρα μάτια του κλείδωσαν πάνω στο μωρό. Η μάνα, παραμερίζοντας τον φόβο της, έκοψε το οπτικό του πεδίο μπαίνοντας μπροστά από τη μικρή. Το πλάσμα γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος της. Μύριζε μούχλα και σαπίλα, γη και χώμα. Ανακατεύτηκε το είναι της, αλλά προσπάθησε να κρύψει κάθε έκφραση δυσαρέσκειας. Μόνο τους άτακτους χτύπους της καρδιάς της δεν μπορούσε να ελέγξει. Επικεντρώθηκε στο πρόσωπό του. Το στόμα του δεν τίποτ’ άλλο από μια λεπτή γραμμή, χωρίς χείλη, και η μύτη του χοντρή και στρόγγυλη, σαν κακοφτιαγμένο καρτούν. Τα τρία δάχτυλά του, που άγγιζαν το κρεβάτι, φαίνονταν λεπτά, αδύνατα και ολόμαυρα.

Το πλάσμα κινήθηκε προς τα πίσω, κοιτάζοντας πάλι το μωρό. Εκείνη, για να του αποσπάσει την προσοχή, μίλησε:

«Τι θέλεις;»

Προσπάθησε ν’ αγγίξει αυτό το αποτρόπαιο πλάσμα, όμως εκείνο χάθηκε στιγμιαία και βρέθηκε πάλι μπροστά της, λίγα εκατοστά πιο πίσω τώρα. Η αγάπη για τα παιδιά της τής έδινε θάρρος και έκανε δειλά ένα βήμα προς το μέρος του.

«Ποιος είσαι;»

Ένας οξύς πόνος στο κεφάλι την ανάγκασε να κλείσει τ’ αυτιά της, πέφτοντας στα γόνατα. Τριγύρω υπήρχε πάγος. Όπου είχε σταθεί εκείνο το πλάσμα υπήρχε πάγος. Μια συριστική φωνή μέσα στο κεφάλι της τής μιλούσε. Ήταν σαν ξυράφι πάνω σε μεταλλική επιφάνεια. Η καρδιά της δονούταν τώρα ξέφρενα και ιδρώτας έτρεχε από κάθε πόρο του σώματός της.

«Φύγε… μακριά… από τα…». Δυσκολευόταν ν’ ανασάνει. Έτρεμε από κρύο και φόβο. Αισθανόταν ότι κάποιος τρυπούσε το κρανίο της, ότι ο εγκέφαλός της θα εκραγεί. « Φύγε… φύγε από τα… παιδιά μου», του είπε με τη δύναμη της μητρικής αγάπης.

«Είιιισαι… δυυυυνατή». Την είχε πλησιάσει. Είχε γείρει από πάνω της και συνομιλούσαν με τις σκέψεις.

«Τι… τι θέλεις;»

Σηκώθηκε όρθιο και αμέσως σταμάτησε ο πόνος. Εκείνη έμεινε στα γόνατα, σηκώνοντας το κεφάλι για να τον δει. Πρόσεξε ότι αιωρούνταν. Δεν είχε πόδια ή δεν φαίνονταν. Ένας γκρι κατεστραμμένος, ξεσκισμένος σχεδόν, μανδύας τον κάλυπτε. Αν είχε περισσότερο φως, ίσως έβλεπε αν ήταν και λερωμένος. Ήταν πολύ ψηλός, έφτανε σχεδόν το ταβάνι, και τρομερά αδύνατος, με καμπούρα.

Πάνω στο χέρι της έπεσε μια σταγόνα αίμα. Σκούπισε τη μύτη, και τα δάχτυλα γέμισαν αμέσως με το άλικο χρώμα.

«Η μιιια σου κόοορη πρέεεπει να έεερθει μαααζί μου», της είπε.

Πετάχτηκε όρθια και πήγε να τον χτυπήσει ενώ φώναζε: «Όχι». Χτύπησε και πάλι τον αέρα. Εκείνος βρισκόταν πίσω της, ανάμεσα στα κρεβάτια των μωρών.

«Μην τολμήσεις να τ’ αγγίξεις!»

Τα μωρά συνέχιζαν να κοιμούνται παρά τα όσα γίνονταν.

«Ποιιια κόοορη εεεπιλέγεις;»

«Καμιά!»

Πάλι έπεσε στα γόνατα, σκυμμένη, με το κεφάλι λίγα εκατοστά πάνω από πάτωμα. Το αίμα συνέχιζε να τρέχει, λεκιάζοντας το χαλί. Ήθελε ν’ ανασηκωθεί, αλλά ζαλιζόταν. Εκείνο το γέλιο που άκουγε μέσα της ήταν τόσο τρομακτικό… Η ανάσα της έβγαινε κοφτή, τα δάχτυλα είχαν αγκυλώσει από το κρύο και η καρδιά χτυπούσε πλέον ακανόνιστα. Τις πατούσες της δεν τις αισθανόταν πια.

Την άγγιξε στο πηγούνι με το λεπτό, μακρύ, παγωμένο του δάκτυλο. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε. Η γραμμή που είχε για στόμα καμπύλωσε προς τα πάνω σαν χαμόγελο. Της φάνηκε παράξενο που χαμογελούσε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβρισκε αστείο σε όλο αυτό. Την χτύπησε η μυρωδιά του αίματος και το ένιωθε να κυλά στα ξερά της χείλη.

«Τί θέεελεις να θυυυσιάσεις;»

Τι στο διάολο εννοεί;

«Θα σε αφήηησω να το σκεεεφτείς». Έσφιξε σε γροθιές τα χέρια της.

Εξαφανίστηκε απότομα από το δωμάτιο και η θερμοκρασία επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα. Όλο της το σώμα ήταν μουδιασμένο. Έγειρε πάνω στην ντουλάπα και έμεινε εκεί προσπαθώντας να καταλάβει… Τι στην ευχή συνέβη μόλις;

Ο λαιμός της είχε ξεραθεί και συγκρατούσε με κόπο τα δάκρυα. Σκούπισε τη μύτη της με το μανίκι της πιτζάμας, μα δεν υπήρχε αίμα ούτε στο πρόσωπό της ούτε στο χαλί. Έπρεπε να βρει μια λύση, ενώ οι απορίες την έκαιγαν. Γιατί επιλέχτηκε εκείνη να σηκώσει αυτό το φορτίο;

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει, όμως μια κόρνα από περαστικό αυτοκίνητο την ξύπνησε. Βρισκόταν στο πάτωμα, μπροστά από τη ντουλάπα. Τα άκρα και η μύτη της είχαν παγώσει. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τα πόδια, φέρνοντας το σώμα της σε εμβρυακή στάση. Δεν ήταν όνειρο;

Σηκώθηκε με δυσκολία, έριξε ένα σάλι πάνω της για να ζεσταθεί, και πήγε στα κρεβάτια των μωρών. Ποιον θα θυσίαζε για να τα σώσει; Απογοητευμένη, βγήκε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα. Τα βήματά της την οδήγησαν στο σαλόνι.

Κοίταξε για λίγο το στολισμένο δέντρο, με τα φωτάκια του ν’ αναβοσβήνουν νωχελικά, πριν καθίσει στο σκαμπό του πιάνου της. Αν και είχε ώρα ακόμα για να ξημερώσει, προτίμησε να παίξει κάτι για να ηρεμήσει. Σήκωσε το καπάκι, χάιδεψε απαλά τα πλήκτρα κι έπειτα άρχισε να τα πατάει ρυθμικά, γεμίζοντας τον χώρο με νότες. Η μουσική που ανάβλυζε ήταν πένθιμη.

Ποιον θα μπορούσα να θυσιάσω; Άφησε τα δάκρυά της ελεύθερα. Μόνο εμένα.

Απορροφημένη στη μουσική, αισθάνθηκε δυο στιβαρά χέρια να την αγκαλιάζουν. Ανατρίχιασε και της ξέφυγε μια τσιρίδα.

«Δεν ήθελα να σε τρομάξω», απολογήθηκε ο άντρας της.

Προσπαθώντας να βρει και πάλι την ψυχική της ηρεμία, γύρισε και τον αγκάλιασε από τη μέση.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε χαϊδεύοντας τα μαλλιά της.

«Είδα έναν εφιάλτη».

«Πάμε να ετοιμάσω καφέ και να μου τον πεις».

Τον άφησε να την παρασύρει μέχρι την κουζίνα. Κάθισε και, καθώς εκείνος ετοίμαζε τον καφέ τους, εκείνη τελείως αποστασιοποιημένη από την όλη κατάσταση, σαν να βρισκόταν ακόμα μέσα σε όνειρο, του είπε, με κάθε ειλικρίνεια, όλα όσα συνέβησαν. Όταν τελείωσε την εξιστόρηση, εκείνος στεκόταν απέναντί της πίνοντας τον καφέ του. Έσκυψε το κεφάλι και μόνο τότε αντιλήφθηκε ότι κι εκείνη είχε μπροστά της μια χριστουγεννιάτικη κούπα γεμάτη με το μαύρο δυναμωτικό. Άφησε το άρωμα του καφέ να τη γεμίσει. Έπιασε την καυτή κούπα απολαμβάνοντας τη ζεστασιά που μετέφερε σε όλο της το σώμα. Αν και τον έπινε γλυκό και με γάλα, εκείνη τη στιγμή τον ήθελε σκέτο. Η γεύση του πάνω στη γλώσσα της, αν και πικρή, αποδείχθηκε βάλσαμο στα νεύρα της.

«Να φανταστώ ότι σκέφτηκες αμέσως να θυσιάσεις τον εαυτό σου». Δεν ήταν ερώτηση. Η πρότασή του την έβγαλε από την απόλαυση του μαύρου ροφήματος.

«Φυσικά, ποιον άλλον;»

«Εμένα. Εσύ είσαι σημαντική για τα μωρά», της απάντησε.

«Άσε μας, ρε Σπύρο. Εσύ δεν είσαι, δηλαδή; Αυτό το υφάκι να μην είχες…». Εκείνος χαμογέλασε.

«Πότε πρέπει να δώσεις την απάντησή σου;»

«Δεν… δεν ξέρω ακόμα».

«Αγάπη μου, ένα όνειρο ήταν, ηρέμησε. Μάλλον αγχώνεσαι για το αν είσαι καλή μητέρα», της είπε χαμογελώντας, καθώς άπλωσε το χέρι του να πιάσει το δικό της. Του χαμογέλασε κι εκείνη, αν και μέσα της αγωνιούσε.

«Σπύρο, εσύ τι θα επέλεγες;» σταύρωσε τα χέρια και τον κοίταζε σοβαρά.

«Κάτι πολύ δικό μου. Μην με κοιτάς με γουρλωμένα μάτια, θα σου εξηγήσω. Είμαστε σημαντικοί κι οι δυο για τα μωρά. Οπότε, πέρα από το να χάσω εσάς, φοβάμαι μην χάσω μια από τις αισθήσεις μου, κυρίως τη γεύση. Τρέμω στην ιδέα μην τη χάσω. Να μην γευτώ ξανά τον καφέ, τα γλυκά και τα φαγητά που φτιάχνεις».

Η Ζωή κατέβασε το κεφάλι της. Είχε σκεφτεί να θυσιάσει τον εαυτό της, όχι όμως κάτι από εκείνην. Πέρασε το χέρι του στον λαιμό της και την τράβηξε κοντά του, αφήνοντάς της ένα φιλί στο μέτωπο.

«Είσαι χαζούλα που στεναχωριέσαι για ένα όνειρο». Η Ζωή χαμογέλασε, πνίγοντας έναν λυγμό. Ξέροντας.

Μόλις ξημέρωσε, αποφάσισε να κάνει ένα μπάνιο. Έξω από το δωμάτιο των παιδιών, όμως, είδε τη Μορφή. Ένα σφίξιμο στην καρδιά μούδιασε όλο της το κορμί. Τα ρούχα της έπεσαν στο ξύλινο έδαφος και έπιασε το κεφάλι της. Η συριστή φωνή ακούστηκε μέσα της.

«Έεεχεις δυυυο μέεερες», της είπε. «Τα μεσααανυχτά των Χριιιστουγέννων θα έεερθω για τηηην αααπάντηση».

Μπήκε στο μπάνιο και κλείδωσε πίσω της. Στηρίχθηκε με την πλάτη στην πόρτα, προσπαθώντας να ελέγξει το τρέμουλό της. Μέσα στο ντους, άνοιξε μονομιάς το καυτό νερό, μήπως και τη βοηθούσε. Πρόσεξε ότι αυτή τη φορά δεν είχε πέσει η θερμοκρασία. Εδώ θα μείνει δυο μέρες;

Άφησε το νερό να τρέχει στο κορμί της, κλείνοντας τα μάτια της. Ξαφνικά, η σκέψη της ταξίδεψε στην καρκινοπαθή θεία της, η οποία της είχε εξιστορήσει πόσο οι άνθρωποι τυραννιούνται από τις χημειοθεραπείες…

«Αυτό είναι. Πρέπει να το πω στον Σπύρο». Αμέσως βγήκε από το μπάνιο, σκουπίστηκε γρήγορα, ντύθηκε, μα ανοίγοντας την πόρτα την περίμενε το πλάσμα. Αν και αδύνατο είχε κλείσει όλη την πόρτα με το ύψος του. Στραβοκατάπιε.

Έσκυψε αρκετά για να φτάσει το βλέμμα της Ζωής. Εκείνη έμεινε στήλη άλατος, σαν τη γυναίκα του Λωτ.

«Αυυυτό που θααα θυυυσιάσεις θααα πρέεεπει να εεείναι κάαατι που αααγαπάς το ίιιδιο μεεε τα παιιιδιά σοοου». Αυτήν τη φορά δεν την είχε πονέσει η φωνή.

Η Μορφή εξαφανίστηκε από μπροστά της κι εκείνη έμεινε μετέωρη στην πόρτα. Στηρίχθηκε στην κάσα και έκρυψε στην παλάμη το πρόσωπό της. Είχε πάρει τη σκληρή απόφαση να θυσιάσει έναν ετοιμοθάνατο, αλλά…

Τα μωρά έπαιζαν στο σαλόνι με τον μπαμπά τους. Οι μικρές μόλις την είδαν ζήτησαν επίμονα να τους παίξει μουσική κι, έτσι, κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια που άρεσαν στις μικρές. Η μυρωδιά μούχλας και υγρασίας έκαναν την εμφάνισή τους. Γύρισε στα πλάγια το κεφάλι της και είδε τη Μορφή δίπλα στο δέντρο. Τα δάχτυλά της έχασαν μερικές νότες.

«Όλα καλά;» τη ρώτησε ο Σπύρος.

Η Μορφή έβαλε το δάχτυλο στο στόμα. Η παρουσία της έπρεπε να κρατηθεί μυστική. Η Ζωή γύρισε προς τον άντρα της, χαμογέλασε και άρχισε να τραγουδά, ενώ οι μικρές χόρευαν. Η θερμοκρασία ήταν ξανά σε φυσιολογικά επίπεδα.

Όταν έβαλε τα παιδιά για ύπνο, η Μορφή βρισκόταν εκεί, έξω από το δωμάτιο. Άρχισε να τη συνηθίζει. Η μυρωδιά όμως συνέχιζε να την αναγουλιάζει. Άρχισε να ψεκάζει με αποσμητικό χώρου τον διάδρομο. Όταν πήγε για ύπνο, την καληνύχτισε. Ήταν τόσο παράλογη αυτή η κίνηση.

Δεν φοβόταν πια αν θα έκανε κακό στα παιδιά. Φοβόταν ότι δεν θα έβρισκε τι να θυσιάσει, και εκείνη, μόνο εκείνη, θα ευθυνόταν αν έχανε τις κόρες της.

Είχε φτάσει παραμονή των Χριστουγέννων και είχε ετοιμασίες για την αυριανή ημέρα. Οι δουλειές θα τη βοηθούσαν ν’ αποσπάσει το μυαλό της. Καθώς είχε παραδοθεί στις ετοιμασίες, η Μορφή εμφανίστηκε στην κουζίνα. Ο Σπύρος και τα μωρά ήταν στο παιδικό δωμάτιο και έπαιζαν.

«Παιιίξε», της ζήτησε επιτακτικά.

«Δεν προλαβαίνω τώρα», απάντησε.

Πέταξε το μπολ με τα λαχανάκια για να πιάσει το κεφάλι της. Το ένιωθε σαν να είχε ανοίξει στα δυο από τον πόνο. Τα λαχανάκια διασκορπίστηκαν παντού κάτω από το τραπέζι, πάνω στο χαλί.

«Άσε με… να μαζέψω… και θα παίξω». Ο πόνος σταμάτησε. Έψαξε με το βλέμμα της το δωμάτιο, όμως η Μορφή είχε εξαφανιστεί. Έψαχνε πού είχε πέσει το μπολ, όμως εκείνο βρισκόταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας, γεμάτο με τα λαχανάκια.

Η ώρα είχε πλησιάσει μεσάνυχτα. Σε πέντε λεπτά θα ήταν Χριστούγεννα. Είχε πάρει την απόφασή της. Κάθισε στο πιάνο της και άρχισε να παίζει πάλι μια θλιβερή μελωδία. Η Μορφή εμφανίστηκε αμέσως μόλις άκουσε την πρώτη νότα.

Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τα δάχτυλα να χαϊδεύουν τα πλήκτρα, δημιουργώντας συναισθήματα με τις μελωδίες της. Η μυρωδιά της σαπίλας είχε γίνει πιο έντονη, την αισθανόταν κοντά της. Άνοιξε τα μάτια και στεκόταν δίπλα της, καθόταν μαζί της στο σκαμπό, σχεδόν την άγγιζε. Δεν σταμάτησε να παίζει. Τι σημασία είχε άλλωστε. Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα που θα την έβλεπε.

Όταν τελείωσε το κομμάτι, γύρισε και την κοίταξε. «Έχω την απάντηση που ζητάς».

Η Μορφή δεν είπε τίποτα. «Σου προσφέρω τη μουσική μου. Διέγραψε την από τη μνήμη μου».

«Ναιιι, την αααγαπάς όοοσο καιιι τα παιιιδιά σοοου, όοομως δεεεν…», για μια στιγμή η ελπίδα μέσα της μεγάλωσε, «…θα στηηη σβήηησω. Θυυυσιάζεις την αααγάπη σοοου για τη μοοουσική για να σώωωσεις τα παιιιδιά σου. Αν παιιίξεις έεεστω κι μιιια μεεελωδία, αν συυυνθέσεις έεενα κομμάτι, ακόμα καιιι στο μυαλό σου, τοοότε αααυτομάτως έεενα σου παιιιδί θα πεεεθάνει».

Η Ζωή γούρλωσε τα μάτια και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Είναι άλλο να ξεχάσεις και να απορείς πώς ήταν να παίζεις και άλλο να θυμάσαι, να επιθυμείς, να θέλεις να παίξεις, αλλά να στο απαγορεύουν. Πήγε να μιλήσει, όμως τη σταμάτησε μ’ ένα νεύμα.

«Παίξε», τη διέταξε καθώς σηκωνόταν από το σκαμπό.

Με δάκρυα στα μάτια, έπαιξε το τελευταίο κομμάτι που είχε συνθέσει. Η Μορφή πια αχνοφαινόταν καθώς της ψιθύριζε «Εις το επανιδείν…». Τότε δεν καταλάβαινε τι εννοούσε…

5 χρόνια μετά

Μεσάνυχτα Χριστουγέννων, και η Ζωή βρισκόταν ήδη στο πιάνο κι έπαιζε. Η Μορφή εμφανίστηκε και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τα πλήκτρα. Οι μελωδίες εναλλάσσονταν από άγριες σε αργές, από ευχάριστες σε θλιμμένες.

Την πρώτη φορά που εμφανίστηκε, μετά από έναν χρόνο από το συμβάν, η Ζωή είχε τρομάξει. Όμως η Μορφή την είχε επισκεφτεί για να της ζητήσει να παίξει μόνο για εκείνην. Έκτοτε, για μια μέρα του χρόνου, κάθε μεσάνυχτα Χριστουγέννων, η Ζωή παίζει για όση ώρα επιθυμεί η Μορφή. Κάθε φορά θυμάται πόσο αγαπούσε τη μουσική. Κάθε φορά τη θυσιάζει ξανά και ξανά, χωρίς δεύτερη σκέψη, για ό,τι πολυτιμότερο έχει…

Cover art by Agnes Cecile

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά