Διήγημα: “Τι θα μου απομείνει τότε;” του Γιώργου Πούλου

by Nyctophilia

Το διήγημα “Τι θα μου απομείνει τότε;” του Γιώργου Πούλου συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά από την πλατεία του χωριού. Λίγο πριν βγει, στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε τα άδεια καθίσματα του οχήματος. Ο οδηγός τον σκούντηξε ελαφρά, κλέβοντάς την προσοχή του.

«Δουλειά ή διασκέδαση;» τον ρώτησε ο καταϊδρωμένος μεσήλικας πίσω από το τιμόνι, σκουπίζοντας τις σταγόνες που έτρεχαν στο πρόσωπό του με το ξεφτισμένο γαλάζιο πουκάμισο της εργασίας.

«Δουλειά», απάντησε μηχανικά ο άνδρας.

«Ε, μα φυσικά. Λες κι έρχεται κανείς για τουρισμό στο Καμίνι», ξεφώνησε ο οδηγός.

«Πώς κι έτσι;» απόρησε ο συνομιλητής του.

Το βλέμμα του οδηγού υποχώρησε και πλανήθηκε στην εικόνα της καλοκαιρινής εξοχής που απλωνόταν μπροστά του. Όμορφη. Γαλήνια.

Έξυσε τη δεξιά πλευρά του κεφαλιού του που ακόμα κρατούσε νωχελικά μια ελάχιστη ποσότητα μαλλιών και στράφηκε στον νεαρό. «Το επόμενο δρομολόγιο περνάει σε τέσσερις ώρες από εδώ. Θα έχεις τελειώσει μέχρι τότε;»

Κάποιες φορές η αποφυγή μιας ερώτησης αποτελούσε από μόνη της μια απάντηση.

«Ελπίζω πως ναι», αποκρίθηκε ο άνδρας κι έκανε το πρώτο του βήμα στο πλακόστρωτο του χωριού.

«Το ίδιο κι εγώ, αγόρι μου», ήταν η φευγαλέα απάντηση που πήρε πριν οι πόρτες πίσω του κλείσουν και ο κινητήρας του γηραιού οχήματος βρυχηθεί απρόθυμα, στέλνοντας το σε αναστροφή και χαράζοντας την πορεία που θα άφηνε, έστω και προσωρινά, το Καμίνι πίσω του.

Ο καλοκαιρινός ήλιος άπλωνε ανελέητα τις ακτίνες του, αναγκάζοντας τον νεαρό να αναζητήσει καταφύγιο κάτω από την επιβλητική σκιά που έριχνε μια από τις καρυδιές, η οποία υψωνόταν πίσω από την μοναδική ταβέρνα του χωριού. Η ώρα ήταν δώδεκα και μισή και τα πρώτα τραπέζια στο προαύλιο είχαν ήδη αρχίσει να γεμίζουν με τους γνωστούς σε αυτά θαμώνες. Τα βλέμματά τους αιωρούνταν πάνω του ανά στιγμές, αποσπώμενα από σπαστές και παροδικές συζητήσεις, μόνο για να επιστρέψουν ξανά σε αυτόν.

Περπάτησε κατά μήκος της πλατείας, προσπερνώντας τους καθήμενους και τους προσερχόμενους, διασχίζοντας τον δρόμο απέναντι και φτάνοντας μπροστά από το παντοπωλείο. Μια καμπούρικη μαυροφορεμένη γυναικεία φιγούρα σκέπαζε με χαρτί από κούτες τα τελάρα του μαγαζιού. Οι γάμπες της έφεραν το σκούρο μπλε στίγμα του χρόνου πάνω στις σακούλες τους.

Την πλησίασε. Προσπάθησε να μαλακώσει τη φωνή του όσο περισσότερο γινόταν.

«Με συγχωρείτε για την ενόχληση, μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε με κάτι, σας παρακαλώ πολύ;»

Η γυναίκα συνέχισε τη δουλειά της χωρίς να ανταποκριθεί.

Αποφάσισε να υψώσει λίγο περισσότερο τον τόνο του, σε περίπτωση που δεν τον είχε ακούσει καλά.

«Με συ-»

«Τι θες;» έκοψε τη φόρα του απότομα η γυναίκα.

Σάστισε στιγμιαία, αλλά γρήγορα επανέφερε τις σκέψεις του. «Μπορείτε να μου πείτε που μένει η Κατερίνα Τζεβελέκου;»

«Τι τη θες;»

Η δεύτερη ερώτησή της ήρθε το ίδιο κοφτή με την πρώτη.

«Μου τηλεφώνησε πριν από λίγες μέρες», απάντησε ο άνδρας, «Είπε ότι χρειάζεται τη βοήθειά μου».

Η γυναίκα σκέπασε και το τελευταίο τελάρο και γύρισε επιτέλους να τον αντικρίσει. Το ζαρωμένο πρόσωπό της σκιαγραφούσε το περίγραμμα ενός σκληρού παρελθόντος, αλλά τα μάτια της ήταν πιο ευγενικά από ότι περίμενε. «Φύγε. Είσαι νέος. Δεν θα έπρεπε να σε απασχολούν αυτά».

«Σας παρακαλώ, μου είπε ότι είναι ανάγκη να τη δω. Δεν ακούστηκε πολύ καλά στο τηλέφωνο», είπε ο νεαρός, προσπαθώντας να βρει πάτημα στις σκέψεις που κρύβονταν πίσω από τα μάτια της.

Οι μύες του προσώπου της σφίχτηκαν, όμως γρήγορα αφέθηκαν ελεύθεροι ξανά. «Όπως θες. Δικό σου πρόβλημα», αποκρίθηκε, με την κούραση να μην μπορεί να κρυφτεί από τη φωνή της. «Τέρμα του δρόμου πριν τη διασταύρωση, κάνεις δεξιά, μετά πρώτο στενό αριστερά και συνεχίζεις προς τα πάνω. Θα το βρεις απέναντι από το σχολείο του παλιού χωριού».

Της φανέρωσε ένα ζεστό χαμόγελο, «Σας ευχαριστώ πολύ».

«Κακώς», του ανταπέδωσε και πριν προλάβει να της ζητήσει εξήγηση, τον ρώτησε «Για τι δουλειά σε θέλει;»

«Να τη βοηθήσω».

«Σε τι;»

«Να ξεφορτωθεί κάτι που δεν χρειάζεται πια».

Ετοιμάστηκε για την ερώτηση που περίμενε να ακολουθήσει. Προς έκπληξή του, η γυναίκα μουρμούρισε μονάχα δύο λέξεις.

«Καημένε… Καημένε…»

※※※

Εντόπισε το σπίτι με σχετική ευκολία. Το εγκαταλελειμμένο σχολείο λειτουργούσε ως φάρος, εδραιωμένο στα βραχώδη υψώματα του παλιού χωριού, εκείνου που δεν είχε καταφέρει να επιβιώσει από το σκοτάδι του ’44, ή που τουλάχιστον δεν του είχε επιτραπεί να επιβιώσει. Οτιδήποτε απέμενε εμφανιζόταν σαν απεριποίητη και ξεχασμένη πληγή, μια που είχε αφεθεί να κλείσει από μόνη της, κάτι που ποτέ δεν κατάφερε να κάνει σωστά.

Το έδαφος ήταν ξηρό, σπασμένο και άγονο. Οποιοδήποτε χρώμα τον καλωσόρισε σαν αντίκρισε για πρώτη φορά το Καμίνι, δεν τολμούσε να επεκταθεί πέρα από το νοητό σύνορο που έθεταν τα ερείπια του σχολείου. Μια αόρατη γραμμή που σηματοδοτούσε αλλαγές που ξεπερνούσαν το φράγμα του χώρου, φωλιάζοντας σε μέρη που ελάχιστοι τολμούσαν να ανατρέξουν και ακόμα λιγότεροι να παραμείνουν.

Το σπίτι έστεκε μπροστά του, φτιαγμένο από καρβουνιασμένη πέτρα, ηλιοκαμένο πυλό και φαγωμένο ξύλο. Ένα φάντασμα ανάμεσα στους τάφους, σκέφτηκε.

Βρήκε την σκιά να τον περιμένει στην πόρτα του σπιτιού.

Την προσπέρασε χωρίς να χάσει την εστίασή του. Εάν ήθελε να τον πληγώσει, εκείνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αποτρέψει. Τίποτα άλλο παρά μόνο να συνεχίσει. Εντόπισε τις σκοτεινές κλωστές που ξεπρόβαλλαν από το σώμα της σκιάς και ακολούθησε το κυματιστό τρεμόπαιγμά τους, γνωρίζοντας καλά τον προορισμό στον οποίο τον οδηγούσαν. Στο άλλο άκρο του ομφάλιου λώρου.

Ο αέρας είχε αρχίσει να χάνει την ζωντάνια του, με τα σωματίδιά του να αιωρούνται ψυχρά και αδιάφορα, αγκαλιάζοντας το δέρμα του χωρίς οίκτο, απορροφώντας την ενέργεια από οτιδήποτε αταίριαστο για αυτά στην ατμόσφαιρα, και κάνοντας τα κόκαλά του να πονάνε.

Συνέχισε να περπατάει, διασχίζοντας τον πετρόκτιστο διάδρομο και ξετυλίγοντας ένα βήμα τη φορά το νήμα που χάραζε την πορεία όχι έξω από, αλλά προς τον λαβύρινθο και στο παραμελημένο θηρίο που άθελα κατοικούσε στην καρδιά του.

Και η σκιά ακολουθούσε.

Μια γυναίκα τον περίμενε στην κρεβατοκάμαρα, το γέρικο κορμί της στηριγμένο στο κλεισμένο παντζούρι, που επέτρεπε στις σκούρες πορτοκαλί ακτίνες της μέρας να ρίξουν απαλά το φως τους στις γραμμές και στις καμπύλες που ακόμα παρέμεναν για να υποδείξουν ότι κάτι ανθρώπινο υπάρχει πίσω από την ροζιασμένη σάρκα, και τα άδεια μάτια, και τα τρεμάμενα χέρια.

«Κατερίνα;» είπε με φωνή σταθερή, μετρώντας τις αιωνιότητες που καραδοκούσαν μέσα από κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε.

Καμία απάντηση. Ρώτησε ξανά, «Κατερίνα, με ακούς;».

Με κάθε βήμα προς το μέρος της ο αέρας του δωματίου έφθινε, κάνοντας κάθε νέα ανάσα πιο επίπονη από την προηγούμενή της.

«Έκανα λάθος που σε έφερα εδώ», μίλησε επιτέλους εκείνη.

Στις άκρες των ματιών του διέκρινε την σκιά να ακολουθεί πιστά την κάθε του κίνηση, τυλίγοντάς τον σαν καπνός που παιχνιδιάρικα ξέφευγε από το άγγιγμά του, αλλά όχι από τις αισθήσεις του. Η εικόνα του δωματίου είχε αρχίσει να παραμορφώνεται, αραιωμένη στα αλμυρά νερά που ανέβλυζαν κάτω από τα βλέφαρά του.

Στάθηκε δίπλα της, ακουμπώντας διστακτικά το χέρι του στον ώμο της και γυρνώντας την προς το μέρος του, έως ότου τα μάτια τους αντικρίστηκαν για πρώτη φορά, με το γαλάζιο του ουρανού να συναντάει το καφέ της γης.

Οι ανάσες του έβγαιναν πια με δυσκολία. Η σκοτεινή κλωστή που οδηγούσε στο στήθος της λύγιζε κι έσπαγε στους σκοπούς ενός παράλογου ρυθμού, έναν που ο άνδρας ένιωθε βαθιά μέσα στον θόλο του κρανίου του, επιτρέποντάς του να αφουγκραστεί ψιθύρους και μυστικά που δεν έμελλαν να φανερωθούν σε κανέναν άλλον.

Δεν μπορώ να τους αφήσω, έλεγαν οι φωνές.

Το να προχωράς δεν σημαίνει να ξεχνάς, απαντούσε μια άλλη φωνή, καινούρια, συμπονετική.

«Τι θα μου απομείνει τότε;» ρώτησαν τα λυγισμένα χείλη της γυναίκας.

Κι εκείνος της απάντησε, «Μια ζωή».

Προσπάθησε να τον σπρώξει από πάνω της, με εύθραυστα άκρα να βρίσκουν πάνω σε ακλόνητους ώμους. Εκείνος δέχτηκε τα χτυπήματα, το ένα μετά το άλλο, αυτά από την γυναίκα και αυτά από τη σκιά της, εκείνα που άφηναν το προσωρινό στίγμα τους στο σώμα του κι εκείνα που θα κουβαλούσε μαζί του για αρκετό καιρό ακόμα. Αυτό ήταν το δώρο του. Αυτό που μπορούσε μονάχα να δώσει στους άλλους.

Έπεσε πάνω του, κρατώντας το πουκάμισό του όπως ένα κορίτσι κάποτε κρατούσε την μπλούζα της μητέρας της, ρουφώντας το άρωμα της αγάπης, αυτό που της υπενθύμιζε ότι ήταν ασφαλής, και πως το βράδυ θα έφερνε το πρωί, και πως όλα θα ήταν καλά. Κάποτε ένιωθε ασφαλής. Κάποτε όλα ήταν καλά.

Μερικές ακόμα αιωνιότητες πέρασαν, με εκείνον ανάμεσα στην γυναίκα και στην σκιά, με την πρώτη να θρηνεί για τις στιγμές που πέρασαν και τη δεύτερη για εκείνες που έμελλαν να έρθουν. Το σκοτάδι απέκτησε μορφή, δημιουργώντας λεπίδες από καταραμένο καπνό, στρέφοντάς τες στον άνδρα, προσπαθώντας να του υπενθυμίσει την θέση του στον κόσμο, την θέση του σε αυτό το σπίτι. Εκείνος πήρε τον πόνο, όπως κι έκανε πάντα.

Σαν η γυναίκα πρόλαβε τις πρώτες της ανάσες, σήκωσε το πρόσωπό της για να τον κοιτάξει, πιέζοντας τις λέξεις να σχηματιστούν πίσω από τα ραγισμένα χείλη ενός κουρασμένου προσώπου, έτοιμη να αφήσει τα θραύσματα να πέσουν και να φανερώσουν την αλήθεια. Την αλήθεια για το ποια ήταν. Την αλήθεια για το αν ήταν έτοιμη να το αντικρίσει.

«Πώς θα το κάνω να φύγει;» τον ρώτησε.

Εκείνος κράτησε το πρόσωπό της στα χέρια του, βλέποντας τον καπνό να υποχωρεί, αφήνοντας το υπέροχο πορτοκαλί του βασιλεύοντος ηλίου να δώσει ζωή στην εικόνα της, μια ρωγμή την φορά. Της χαμογέλασε.

«Θα μου πεις μια ιστορία;»

Κι εκείνη ξεκίνησε.

Μίλησε για το σπίτι της. Μίλησε για την μητέρα της, που την έπαιρνε τα καλοκαιριάτικα πρωινά μαζί της για να μαζέψουν κυδώνια από τον κήπο του παππού της, ξεδιαλύνοντας τους γρίφους πίσω από τα βότανα και τις ρίζες που είχε φυτέψει όσο ήταν έγκυος σε εκείνη, κάποιες για να προλάβουν την αρρώστια και κάποιες να κάνουν την ανάρρωση λίγο πιο γλυκιά. Μίλησε για τον πατέρα της, που σαν πληρωνόταν στο τέλος κάθε μήνα έφερνε στο σπίτι σοκολάτες, τις γάλακτος που άρεσαν στην ίδια και τις πικρές που έτρωγε μονάχα εκείνος. Μίλησε για τον παππού της και τη βιβλιοθήκη του, εκείνη που ζήλευε όλο το χωριό, γεμάτη καθώς ήταν με κείμενα και βιβλία από τα ταξίδια του στο εξωτερικό, αλλά και για τις Κυριακές που την έπαιρνε μαζί του στην εκκλησία, βάζοντάς την στα μπροστινά καθίσματα όπου μπορούσε να τον δει που ψέλνει. Μίλησε για την γιαγιά της, που σηκωνόταν κάθε πρωί για να ετοιμάσει τον καφέ του γιου της, σαν μια αφορμή για να καθίσουν μαζί στο τραπέζι, ανταλλάσσοντας λόγια για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, μα συνηθέστερα για το παρελθόν, και ορισμένες φορές όταν εκείνη ξυπνούσε νωρίτερα από το συνηθισμένο, η γιαγιά της την έπαιρνε στα πόδια της, αφήνοντάς την να βουτήξει το χθεσινό ψωμί στον καφέ, φανερώνοντας μυστικά για τον μπαμπά της που τον έκαναν να κοκκινίσει και να σηκωθεί να φύγει γρήγορα για την δουλειά του, αλλά όχι πριν τις φιλήσει και τις δύο στα μαλλιά.

Και όταν του μίλησε για την μέρα που ήρθαν οι άνδρες με τα μαύρα, τότε που η εξωτική λάμψη του χωριού είχε εγκλωβιστεί μέσα σε σκοτεινιασμένα σύννεφα και παντού δέσποζε η μυρωδιά του τζακιού, εκείνος την έσφιξε πιο δυνατά, ακουμπώντας την απαλά στην δροσερή πέτρα, ξεκουράζοντας το κεφάλι της στα γόνατά του, αρνούμενος να αφήσει το πρόσωπό της από τα βλέμμα του. Κι έτσι της έδωσε το θάρρος να του πει για τότε, τη μέρα που της είπαν να κρυφτεί στο αγαπημένο της σημείο, στην μικρή καταπακτή πίσω από το τζάκι, εκεί όπου χωρούσαν μονάχα τα φρέσκα ξύλα που έκοβε ο παππούς της κι εκείνη, και να μην βγει εάν κάποιος δεν τη βρει, οτιδήποτε και αν ακούσει.

Λάτρευε το κρυφτό. Λάτρευε τη μυρωδιά του τζακιού. Λάτρευε την οικογένειά της. Και για αυτό περίμενε, μέχρι κάποιος να ερχόταν για εκείνη. Όμως δεν χρειάζεται να περιμένει πια.

※※※

Όταν το λεωφορείο επέστρεψε, η ώρα είχε πάει πέντε. Η πλατεία ήταν άδεια και η μοναδική συντροφιά που βρήκε ήταν στις αδέσποτες, μα συνάμα καλοζωισμένες, γάτες που διστακτικά πλησίασαν τα πόδια του και κάθισαν μαζί του κάτω από την δροσιά της καρυδιάς.

Ο οδηγός μόλις τον είδε έγνεψε το κεφάλι του, φανερώνοντας να αφήνει μια πνοή εφησυχασμού.

Ο νεαρός άνδρας ανέβηκε και χτύπησε το εισιτήριό του. Τα καθίσματα του οχήματος ήταν άδεια.

«Βρήκες αυτό που ήθελες;» τον ρώτησε ο άνδρας πίσω από το τιμόνι, βγάζοντας ένα τσιγάρο από την τσέπη του πουκαμίσου του, προσφέροντάς του το τελευταίο που έμενε στο πακέτο.

Ο νεαρός το αρνήθηκε. «Βρήκα αυτό που χρειαζόμουν,» του απάντησε και πήρε το κάθισμα ακριβώς πίσω από τον οδηγό.

«Ωραίο χωριό, ε;» περιπαίχτηκε ο άνδρας, σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει το κλίμα που αισθάνθηκε στη φωνή του συνομιλητή του.

Καθώς οι καταπονημένες ρόδες του λεωφορείου δυσανασχετούσαν στην μανούβρα της αναστροφής, το βλέμμα του νεαρού βρήκε το γκρίζο κτήριο που εξείχε στο ψηλότερο τμήμα του χωριού. «Είναι παράξενο μέρος», του αποκρίθηκε, «αλλά πιστεύω ότι κρύβει αρκετή ομορφιά που ακόμα δεν έχει προλάβει να δείξει».

Πριν προλάβει να απαντήσει, ο οδηγός παρατήρησε τον μορφασμό του νεαρού σαν ο καπνός από το τσιγάρο κατευθύνθηκε στο πρόσωπό του, σβήνοντάς το γρήγορα στο σταχτοδοχείο. «Συγγνώμη. Προσπαθώ να το κόψω, αλλά είναι δύσκολο. Οι καιροί δεν βοηθάνε…»

«Ποτέ δεν βοηθάνε», μουρμούρισε ο νεαρός.

Όταν η εικόνα του χωριού είχε αρχίσει να μειώνεται σε ένα αναμνηστικό περίγραμμα της πραγματικής του εικόνας, ο οδηγός μίλησε ξανά.

«Ξέρεις, αυτό το χωριό δεν το λέγανε πάντα Καμίνι», είπε, ξύνοντας μηχανικά την αριστερή εναπομένουσα νησίδα μαλλιών του.

Και σαν το κτήριο του σχολείο μετατράπηκε σε μια αόριστη κουκκίδα που πάσχιζε για ζωή μέσα στον καμβά ενός απέραντου γαλάζιου, πράσινου και καφέ, ο νεαρός απάντησε:

«Ναι… Το θυμάμαι».

Λίγα χιλιόμετρα μακριά, μια μεγάλη γυναίκα φύτευε τις πρώτες ρίζες του νέου της κήπου μπροστά από το πατρικό της.

Μια απαλή σκιά της κρατούσε ακόμα συντροφιά, μόνο που αυτήν τη φορά ήταν μοναχά η δική της.

Βιογραφικό

Ονομάζομαι Γιώργος Πούλος. Είμαι 23 ετών, μένω στην Αθήνα και είμαι απόφοιτος του τμήματος Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Η ανάγνωση βιβλίων και κόμικς κατείχε πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην ζωή μου από όταν ήμουν μικρός, ωστόσο το θάρρος για να ασχοληθώ με την συγγραφή μου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά λίγο καιρό αφότου μπήκα στο πανεπιστήμιο. Μέσα σε ένα διάστημα τεσσάρων ετών, ολοκλήρωσα επιτυχώς ένα αξιέπαινο πλήθος διηγημάτων τα οποία βρήκαν τον δρόμο τους κατευθείαν στον κάδο απορριμμάτων, καθώς και μερικά ακόμα, πάνω στα οποία η κρίση μου αμφιταλαντεύτηκε ελαφρώς πριν κατασταλάξει στην οριστική καταστροφή τους. Όσα κατάφεραν να επιβιώσουν από αυτήν την εκκαθάριση τα μοιράστηκα με τα κοντινά μου πρόσωπα, ενώ δύο εξ αυτών τα έστειλα σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, με το πρώτο να επιστρέφει πίσω με την ουρά στα σκέλια, και το δεύτερο να στέκεται λιγάκι πιο τυχερό (συλλογή διηγημάτων Pandemia).

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά