Διήγημα: “Το καταραμένο άσμα” του Παναγιώτη Σαχπαζίδη

by Nyctophilia

Το διήγημα του Παναγιώτη Σαχπαζίδη “Το καταραμένο άσμα” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Θα σου πω μια ιστορία. Βέβαια η λέξη «ιστορία» κρύβει μέσα της μερικές σταγόνες μύθου. Στο χέρι σου… ή καλύτερα στ’ αφτιά σου είναι αν θα την πιστέψεις ή όχι. Διάβασε όμως προσεκτικά κι αν φερθείς συνετά, τότε σίγουρα δεν θα έχεις λόγο να πεθάνεις.

Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό της δωδεκάτης Αυγούστου του 1857. Ο Ρούφους Γκρίζγουολντ γνώριζε πως λίγες στιγμές του απέμεναν μέχρι να αφήσει την τελευταία του πνοή, έτσι, σε μια αναλαμπή αυτοκριτικής και μετάνοιας, αποφάσισε να τιμήσει τον άσπονδο φίλο του που είχε πεθάνει περίπου οκτώ χρόνια πριν, τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Τον μισούσε, τον ζήλευε, μα ταυτόχρονα είχε τεράστιο σεβασμό στο ταλέντο του. Έτσι, κάποτε, σε μια έκδοσή του συμπεριέλαβε σχεδόν τα άπαντα του Πόε μαζί με μια, σχετικά μικρή και διόλου κολακευτική, βιογραφία. Επίτρεψέ μου ν’ αναφέρω εδώ πως το «σχεδόν τα άπαντα» δεν το έγραψα στην τύχη. Κάθε άλλο. Είχε συμπεριλάβει τα πάντα εκτός από ένα μικρό ποίημα, το οποίο το κρατούσε πάντα απάνω του και δεν το είχε δείξει ποτέ σε κανέναν. Μία μικρή κίτρινη σελίδα· γραμμένη από τον ίδιο τον Πόε· που έφτασε στα χέρια του όταν πήρε τα έργα και την προσωπική αλληλογραφία του νεκρού συγγραφέα, από τη θεία του, Μαρία Κλεμ, αδερφή του πατέρα του. Για την ακρίβεια, ήταν το χαρτί που κρατούσε στα χέρια του όταν τον βρήκαν σε παράξενη ψυχική κατάσταση να περιφέρεται στους δρόμους της Βαλτιμόρης, λέγοντας διαρκώς σιγανά κάτι σαν «Reynolds» και «ο Θεός να λυπηθεί την ψυχή μου».

Θέλοντας να αποδώσει έναν τελευταίο φόρο τιμής, λίγο πριν ξεψυχήσει σε σανατόριο της Νέας Υόρκης, έδωσε στην καλή του φίλη, την ποιήτρια Εστέλ Άννα Λούις, το άγνωστο ως τότε χειρόγραφο, λέγοντάς της πως το έχει γράψει ο ίδιος ο Πόε και πως ήταν καταραμένο με θάνατο και δυστυχία. Τα τελευταία του λόγια ήταν πως έπρεπε να το κρατήσει, δίχως να το καταστρέψει, και να το μεταβιβάσει σ’ ένα πρόσωπο που εκτιμάει, χωρίς ποτέ να γίνει γνωστή η ύπαρξη του ποιήματος λόγω της κατάρας.

«Rainin’ ol’ sorrow», είπε σιγανά και ξεψύχησε.

Όπως ήταν φυσικό η Λούις ποτέ δεν πίστεψε τα λόγια του ετοιμοθάνατου φίλου της. Τα πήρε ως ένα απλό επιθανάτιο παραλήρημα και τίποτα παραπάνω. Βέβαια, ύστερα από ένα χρόνο χώρισε με τον άνδρα της, άφησε την Νέα Υόρκη κι έφυγε για το Λονδίνο. Για να τον εκδικηθεί, του άφησε το ποίημα του Πόε με σκοπό να πάθει κάποιο κακό, χωρίς ποτέ να του αναφέρει την κατάρα. Ο πρώην άνδρας της, Σίντνεϊ Ντέιβιντ Λούις, αναγνωρίζοντας την αξία του αδημοσίευτου ποιήματος του Πόε δεν το έδειξε ποτέ σε κανέναν, παρά μόνο στην κόρη του Σάρα. Λίγο πριν πεθάνει, τρία χρόνια αργότερα από καρκίνο, το κληροδότησε στη μοναχοκόρη του.

Η Σάρα Λούις, ανύπαντρη μητέρα ετών δεκαοκτώ, μα με αναγνωρισμένο το παιδί της από τον Μάικλ Λεβίν, γέννησε στις εικοσιπέντε Οκτωβρίου του 1885 τον Σαμ Μάικλ Λεβίν. Εκείνος, νεαρός, περίπου το 1910, τραγουδούσε στα σκοτεινά τζαζ μπαράκια της Νέας Υόρκης.

Δεν πέρασε απαρατήρητος, γιατί είχε μια πολύ ωραία και μελωδική φωνή, με αποτέλεσμα να συνεργαστεί με ορισμένα γνωστά ονόματα της εποχής, όπως τον τραγουδοποιό Τζο Γιάνγκ, τον στιχουργό Γουόλτερ Ντόναλντσον και τον συνθέτη Χάρι Γουόρεν.

Όλα θα πηγαίναν καλά στη ζωή του, αν δεν έφτανε ποτέ στα χέρια του το καταραμένο, χαμένο, χειρόγραφο ποίημα του Πόε. Το 1936, τρία χρόνια μετά από την κυκλοφορία του «Szomorú vasárnap», ενός γνωστού τραγουδιού του Ούγγρου πιανίστα Ρέζο Σερές, ο Λεβίν, που είχε αλλάξει το όνομά του σε Σαμ Μάικλ Λούις, αποφάσισε να το ηχογραφήσει μαζί με τον καλό του φίλο, μουσικό πνευστών οργάνων, τον Χαλ Κεμπ. Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να πάρουν τα δικαιώματα του μικρού μινόρε τραγουδιού, να προσαρμόσουν απάνω του Αγγλικούς στίχους και να το διαθέσουν στην αγορά. Δεν έβρισκαν όμως τους κατάλληλους στίχους να το πλαισιώσουν. Αρκετά μερόνυχτα πάνω από ένα πιάνο με ουρά στο τζαζ στέκι της οδού Λίνκολν, το κάπνισμα δεκάδων τσιγάρων και την κατανάλωση αριθμού μποτιλιών ουίσκι, ικανών να προκαλέσουν παραζάλη σ’ έναν μικρό στρατό, ο Λούις αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τους ξεχασμένους στίχους του ποιήματος του Πόε. Το να το πράξει ήταν το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο! Αν κάτι που έχει συμβεί δεν το γνωρίζει κανένας, τότε είναι σαν να μην έχει συμβεί ποτέ. Πόσο μάλλον όταν οι θλιμμένοι κι άγνωστοι στίχοι του Πόε, ταίριαζαν γάντι με τη μελαγχολική μουσική του Σερές. Έτσι, δίχως να χάσει καιρό, έφερε από το σπίτι του το κίτρινο χαρτί, το ξεδίπλωσε και γεννήθηκε το «Gloomy Sunday».

Εδώ είναι η στιγμή να κάνω ένα βήμα προς τα πίσω και ν’ αναφέρω πως το τραγούδι του Σερές θεωρείτο καταραμένο, διότι ένα μεγάλο ποσοστό εκείνων που το άκουγαν, αυτοκτονούσε! Τουλάχιστον έντεκα αυτοκτονίες στην Ουγγαρία κι άλλες δέκα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ως το 1941 είχαν λάβει χώρα κατά τη διάρκεια του τραγουδιού. Αρκετοί σε αυτές τις χώρες απέδωσαν τις αυτοκτονίες στους δραματικούς στίχους του τραγουδιού -μιας και μιλούσε για τον έρωτα ενός νεαρού που, αφού βρήκε την αγαπημένη του νεκρή δίπλα του, αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει για να την συναντήσει μετά θάνατον- και στη δυσχερή κατάσταση των χωρών που τις μάστιζε η πείνα που είχε προκληθεί από τη Μεγάλη Οικονομική Ύφεση του 1929.

Θα ήταν η απόλυτη αιτιολόγηση πως έφταιγε η ανέχεια γι’ αυτό το θλιβερό αποτέλεσμα· τουλάχιστον για την Ουγγαρία εκείνος ο λόγος είχε μια λογική, αν γινόταν γνωστό το εν λόγω τραγούδι στη διασκευή του Λούις. Μα όχι. Το τραγούδι έγινε διάσημο λίγα χρόνια αργότερα, το 1941, από την Μπίλι Χολιντέι που, παρά τις πωλήσεις, λογοκρίθηκε από το B.B.C. εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού αυτοκτονιών που είχε πάρει τη μορφή παράλογης επιδημίας. Κι ήταν αλήθεια, γιατί η Αμερική είχε βγει από τη μεγάλη κρίση του 1929 έναν χρόνο πριν από την κυκλοφορία της διασκευής της Χολιντέι, άρα, κατ’ αρχήν, άρχιζε η οικονομική άνθιση κι, έπειτα, η χώρα δεν είχε λάβει ακόμη μέρος στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ώστε να υπάρχει η κατάθλιψη που προκαλείται στα εν ζωή θύματά του. Και σαν να μην έφτανε μονάχα αυτό, η Χολιντέι διαγνώστηκε λίγα χρόνια αργότερα με κύρωση του ύπατος και πέθανε στην ηλικία των σαράντα τεσσάρων ετών, την ίδια χρονιά με τον Λούις, το 1959. Ο δε φίλος του Λούις, ο Κεμπ, που διασκεύασαν μαζί το τραγούδι, πέθανε το 1940 σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών.

Το πιο παράξενο απ’ όλα είναι η ιστορία του Σερές. Ο ίδιος ένας, εξ αιτίας ενός εργατικού ατυχήματος, αποτυχημένος ακροβάτης, έμεινε άνεργος, με αποτέλεσμα, για να βγάλει τα προς το ζην, ν’ ασχοληθεί με τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη, το πιάνο. Τότε του ήρθε η έμπνευση της σύνθεσης αυτού του θλιβερού τραγουδιού, μαζί με τον ποιητή και καλό του φίλο, Λάζλο Ζαβόρ. Έτσι, γράφοντας μουσική, προσπάθησε να κάνει ένα μεγάλο βήμα ενάντια στη φτώχεια. Του κάκου όμως. Το μόνο που κατάφερε ήταν ν’ αυτοκτονήσει αρκετά χρόνια αργότερα, πάμφτωχος, μη μπορώντας να πάρει κρατική άδεια για να φύγει από τη χώρα, υπό το φόβο της αυτομόλησης στην Αμερική, ώστε να καρπωθεί τα πνευματικά δικαιώματα του τραγουδιού του που, απ’ όλα όσα είχε γράψει, ήταν το μοναδικό που του προσέφερε επιτυχία. Άκαρπη μεν, αλλά επιτυχία.

Τι θα μπορούσες όμως να περιμένεις από μία αναθεματισμένη μελωδία, πλαισιωμένη από τους καταραμένους στίχους του πιο αμφιλεγόμενου Αμερικάνου συγγραφέα και ποιητή; Όχι κάτι λιγότερο από μπόλικο θάνατο, πασπαλισμένο με γεύση από ξεψύχισμα. Κάνε λοιπόν μια χάρη στον εαυτό σου και μην ακούσεις αυτό το τραγούδι. Ποτέ.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά