Διήγημα: “Το σκυλί της Καπετάνισσας” της Έρσης Λάβαρη

by Nyctophilia

Το διήγημα “Το σκυλί της Καπετάνισσας” της Έρσης Λάβαρη συμμετείχε στη στήλη “Your Nightmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Ήτανε μια πολύ πετυχημένη ταρίχευση. Το καλοδιατηρημένο τρίχωμα, σκούρο καφετί στο κεφάλι, τη ράχη και τα πόδια και με μπαλώματα από λευκό και μαύρο στην κοιλιά, την μουσούδα και γύρω από τα μάτια, έλαμπε λες και ήταν ολοκαίνουριο, ανέγγιχτο από τον χρόνο και τον σκόρο, σάμπως και φύτρωνε ακόμη από πλάσμα ζωντανό. Τα αυτιά ήτανε όρθια και οι άκρες τους έγερναν προς τα κάτω, τα ένθετα γυάλινα μάτια σπίθιζαν στο φως, η ουρά ήτανε τεντωμένη και τα πέλματα πατούσαν βαριά στην ξύλινη πλατφόρμα, το ύφος συγκεντρωμένο και σοβαρό, λες και το ζώο βρισκότανε σ’ εγρήγορση. Το σώμα του ήταν ψηλό, στιβαρό. Ο χρόνος περνούσε από πάνω του όπως οι αχτίδες του ήλιου· το άγγιζε, μα δεν έβρισκε τον δρόμο του κάτω από το τρίχωμα για να το αλλάξει και να το στρεβλώσει, να το σαπίσει από μέσα.

Ο Άλκης το θυμόταν στο μεγάλο σπίτι των παππούδων του από τότε που ήτανε πιτσιρίκι, αλλά ακόμη δεν είχε πάψει να τον ανατριχιάζει αυτό το διαολεμένο βαλσαμωμένο σκυλί. Όταν έμενε μαζί τους στα παιδικάτα του, ο παππούς του το έκρυβε στο πατάρι γιατί το είχε χαμπαριάσει πως ο πελώριος ελληνικός ποιμενικός του προκαλούσε εφιάλτες· αλλά από τότε που ο εγγονός τους έφυγε για σπουδές και σταμάτησε να τους επισκέπτεται στο εξοχικό τους τα καλοκαίρια, η γιαγιά του το έβαλε ξανά κάτω από το παράθυρο στο τέρμα του διαδρόμου του πρώτου ορόφου. Ήτανε το αγαπημένο της σκυλί από τότε που ήταν κοπέλα, και μέχρι που να ταξίδευε κι εκείνη στο επέκεινα δεν ήθελε να το χάνει από τα μάτια της, κι ας το ‘χε πλάι της πεθαμένο. Στεκότανε τώρα ακίνητο, ένας όγκος σκοτεινός έτσι που ο ήλιος το χτύπαγε από πίσω κι έριχνε σκιές από χρώμα μέσα από το βιτρό του παραθύρου, με την μορφή του να μισοχάνεται πίσω από μπλε και κόκκινες λάμψεις σαν φιγούρα σε ιμπρεσιονιστικό πίνακα.

Πρώτα στο αεροπλάνο από τη Στοκχόλμη στην Αθήνα, έπειτα στο τραίνο από τον Σταθμό Λαρίσης προς το Πλατύ και στην ανταπόκριση για την Φλώρινα, και τώρα στο αυτοκίνητο που νοίκιασε από το πρακτορείο πίσω από τον σταθμό για να ανεβεί ως το Νυμφαίο, που λίγα χιλιόμετρα απ’ έξω του ορθώνεται ακόμη το παλιό εξοχικό της οικογένειας Αγαλλιανού, ο Άλκης το σκυλί σκέφτεται. Του κάνει εντύπωση που άφησε την θύμηση να του κολλήσει τόσο πεισματικά, αλλά αναρωτιέται μήπως το επέτρεψε επειδή κατά βάθος αποφεύγει να φέρνει στο νου του τον πραγματικό λόγο της επιστροφής του στη Φλώρινα: την Ελένη Αγαλλιανού, τη γιαγιά του, που εδώ και μια εβδομάδα φαίνεται να πνέει τα λοίσθια.

Είναι πολύ πικραμένος όταν φτάνει στη «Νέβεσκα», το αρχοντικό κτήμα της οικογένειας. Όχι μόνο γιατί ετοιμάζεται να χάσει την μεγάλη αδυναμία της ζωής του, την Ελενίτσα του, αλλά κι επειδή όλον αυτόν τον καιρό, έξι χρόνια κοντά, δεν επέστρεψε καθόλου στην Ελλάδα για να την δει. Έτσι αφοσιωμένος που ήταν στις σπουδές του, στα φοιτητικά γλέντια του, στα ταξίδια του στην Ευρώπη και στην Σουηδέζα φιλενάδα του, στιγμή δεν του πέρασε απ’ το μυαλό να γυρίσει στην πατρίδα για τους αγαπημένους του. Και να ‘τος τώρα, απέραντα δυστυχισμένος, να επιστρέφει με την ουρά στα σκέλια και μετανιώνοντας όλες εκείνες τις σύντομες κλήσεις μέσω Skype, μια φορά τον μήνα στην καλύτερη περίπτωση, που όταν έφτανε η ώρα να τις ξεκινήσει πάντοτε τις βαρυγκωμούσε.

Ξεφυσάει μουδιασμένος και ανάβει τα φώτα ομίχλης όταν βρίσκεται πια λίγο έξω από το χωριό. Τα σύννεφα έχουν κατέβει τόσο χαμηλά, που πνίγουν όλη την άσφαλτο. Αν και δεν του αρέσει να οδηγεί υπό τέτοιες συνθήκες, τώρα χαμογελάει. Ταιριάζει απόλυτα με την διάθεσή του αυτή η ομίχλη. Ολοένα και πυκνώνει μέχρι να φτάσει στη «Νέβεσκα», που τα φώτα της τρεμοπαίζουν μακριά μόλις στρίβει στον χωματόδρομο, κι όταν βγαίνει από το αυτοκίνητο όλα γύρω του είναι γκρι. Το όχημα, το έδαφος, τα δέντρα, ακόμη και το σπίτι. Σηκώνει το βλέμμα μέχρι το παράθυρο του διαδρόμου του πρώτου ορόφου, και σμίγει τα φρύδια όταν διακρίνει τα όρθια αυτιά του ποιμενικού παραμορφωμένα πίσω από τις αποχρώσεις του βιτρό. Για δες, σκέφτεται. Να και λίγο χρώμα.

Βάζει τα χέρια στις τσέπες και βηματίζει προς την βεράντα, εξαντλημένος από την θλίψη και το ταξίδι. Βρίσκει τον Καπετάνιο να τον περιμένει ήδη μπροστά στην πόρτα. Χαμογελάει κι αφήνεται στην αγκαλιά του παππού του, που είναι ψηλός και γεροδεμένος ακόμη παρά την ηλικία του, με τ’ άσπρα του μαλλιά πυκνά και χτενισμένα και τα γένια του δασιά και περιποιημένα.

«Αγόρι μου», του λέει μόλις τον αφήνει, και τον σφίγγει τρυφερά στα μπράτσα. «Πόσο σε πεθυμήσαμε!»

«Εγώ να δεις, Καπετάνιε» απαντάει και χαμογελάει αληθινά για πρώτη φορά την τελευταία εβδομάδα, από τότε που έμαθε τα νέα για την Ελενίτσα του. «Πώς είσαι; Πώς είναι η γιαγιά;»

Ο Καπετάνιος σκυθρωπιάζει. Κι ο Άλκης μαζί του. Το πρόσωπο του παππού του δεν είναι καμωμένο για να σηκώνει τέτοια θλίψη.

«Εγώ εντάξει είμαι, κρατάω καλά. Αλλά η γιαγιά σου… Μπορεί και ίσα ίσα να την πρόλαβες». Κουνάει το κεφάλι του με λύπη, με απογοήτευση. «Ποτέ δεν το φανταζόμουν ότι θα ‘φευγε πριν από ‘μένα. Πήγαινε πάνω να την δεις. Εμείς θα τα πούμε άλλη ώρα. Θα σου ετοιμάσω κάτι να φας και να πιείς, πρέπει να είσαι εξουθενωμένος».

Ο Άλκης τον ευχαριστεί μ’ ένα νεύμα. Αφήνει το ταξιδιωτικό του σακίδιο στο μεγάλο καθιστικό και ανεβαίνει αργά την ξύλινη σκάλα, ανήσυχος γι’ αυτό που πρόκειται ν’ αντικρίσει. Στέκεται στην άκρη του διαδρόμου κι έρχεται αντιμέτωπος με το σκυλί, που τον τρομάζει περισσότερο από την σκέψη της Καπετάνισσας που ψυχορραγεί. Κάνει μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος του και μένει να το κοιτάζει: το γυαλιστερό του τρίχωμα, τα λαμπερά του μάτια, τα κλειστά του σαγόνια, το κορμί του το γεμάτο ένταση… Όσο περισσότερο το παρατηρεί, τόσο περισσότερο το φοβάται. Νιώθει το στήθος του να χωλαίνει όσο το πλησιάζει, τον σφυγμό του να ταχύνει, να συγκεντρώνεται σάλιο στο στόμα του που δεν μπορεί να το καταπιεί. Απλώνει το χέρι του στο μισοσκόταδο σε μια παιδιάστικη παρόρμηση να το αγγίξει, και η αδρεναλίνη του τού παίζει ζόρικο παιχνίδι. Από την μια το κεφάλι τού φαίνεται ζεστό κάτω από την μαλακή γούνα, κι από την άλλη φαντάζεται πως ακούει ένα αχνό, ένα υπόκωφο γρύλισμα. Αποτραβιέται απ’ τον ποιμενικό, έπειτα όμως κουνάει το κεφάλι ενοχλημένος. Πώς είναι δυνατό να φοβάται ένα νεκρό σκυλί;

Ρουθουνίζει και στρέφεται στα δεξιά του, προς την τελευταία πόρτα του διαδρόμου. Ο σκύλος μοιάζει να την φρουρεί από την θέση του κάτω από το παράθυρο. Χτυπάει σιγανά κι έπειτα την ανοίγει, και πείθει τον εαυτό του να περάσει το κατώφλι της κρεβατοκάμαρας που μοιράζονται οι παππούδες του απ’ την ημέρα που παντρεύτηκαν. Δεν ξέρει τι τον θλίβει πιο πολύ: η θέα της Καπετάνισσας κατάκοιτης κάτω από τα σκεπάσματα, ή η μυρωδιά της αρρώστιας και της δυστυχίας που πλανιέται σ’ ολόκληρο το δωμάτιο;

Καλύπτει την απόσταση που τον χωρίζει απ’ το κρεβάτι με μεγάλες δρασκελιές, γονατίζει κοντά στο προσκέφαλο και πιάνει μαλακά το χέρι της γιαγιάς του. Εκείνη δεν αντιδρά. Ο Άλκης την περιεργάζεται με αγωνία, όμως ησυχάζει όταν βλέπει τα σκεπάσματα ν’ αναδεύονται από τις εύθραυστες αναπνοές της. Ρίχνει μια βιαστική ματιά στο κομοδίνο της, και παρατηρεί ένα ποτήρι νερό, ασπιρίνες, ένα θερμόμετρο, τα χάπια της πίεσης και τα αντικαταθλιπτικά της. Ειδικά ετούτα τα τελευταία, ο Καπετάνιος του είπε ότι συχνά ξεχνούσε πως τα ‘χει πάρει, με αποτέλεσμα πολλές φορές να καταπίνει διπλές και τριπλές δόσεις. Σκέφτεται τώρα μήπως ευθύνεται κι αυτό για την άνοιά της.

«Καπετάνισσα;» της ψιθυρίζει, και χαϊδεύει τρυφερά τα δάχτυλά της. «Ελενίτσα μου;»

Η γιαγιά του ανοίγει τα μάτια της, όμως εκείνος ταράζεται που τα βλέπει. Δεν είναι σαν της Καπετάνισσας που θυμάται. Είναι θολά, σαν ο χρόνος και τα φάρμακα να τα ‘χουν θαμπώσει, και το βλέμμα της είναι άγριο, μακρινό. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα τον κοιτάζει σαν να τον αναγνωρίζει, και μάλιστα με πολλή, με απέραντη αγάπη.

«Αλέξανδρε;» μουρμουρίζει. «Εσύ είσαι;»

Ο Άλκης νιώθει το στομάχι του να βουλιάζει.

«Όχι, γιαγιά» της λέει μαλακά. «Εγώ είμαι, ο Άλκης».

Η Καπετάνισσα φαίνεται ν’ απορεί. Μοιάζει να υπολογίζει, να σκέφτεται, κι έπειτα σιγά σιγά δείχνει να συνέρχεται.

«Άλκη…», λέει αργά, σαν να δοκιμάζει τη λέξη, και το ύφος της αλλάζει. «Με συγχωρείς, ονειρευόμουν. Ονειρευόμουν τον αδελφό μου».

Εκείνος ταράζεται. Τον αδελφό της; Απ’ όσο ξέρει η γιαγιά του δεν έχει αδελφούς, μονάχα τρεις αδερφές με τις οποίες έχασε κάθε επικοινωνία αφότου παντρεύτηκε τον Καπετάνιο. Ο Άλκης δεν τις έχει γνωρίσει.

«Αλήθεια;» τη ρωτάει ανήσυχος. «Δεν σ’ έχω ακούσει να μιλάς για τον αδερφό σου».

Η Καπετάνισσα συνοφρυώνεται. Δεν μιλάει, όμως σε λίγο το βλέμμα της ανταριάζει ξανά. Αρχίζει να μουρμουρίζει λόγια ακατάληπτα, και με την κάθε λέξη το πρόσωπό της αγριεύει. Ο Άλκης ταράζεται. Οι ανάσες της γυναίκας είναι ακανόνιστες και τα μάτια της υγρά, κι όσο η φωνή της δυναμώνει αρχίζει να τρέχει σάλιο από τις άκρες των χειλιών της. Σιγά σιγά ο Άλκης καταλαβαίνει τι είναι αυτό που επαναλαμβάνει η Καπετάνισσα:

«Πού είναι ο σκύλος μου;» φωνάζει και ασθμαίνει, και προσπαθεί να σηκωθεί, αλλά δεν μπορεί. Πέφτει ξανά στο κρεβάτι από την αδυναμία και τον πόνο, γιατί στην τελευταία κρίση της έσπασε τη λεκάνη της. «Πού είναι ο σκύλος μου;»

Ο Άλκης προσπαθεί να την αγγίξει τρυφερά, να της μιλήσει σιγανά και να την ηρεμήσει, όμως όσο περισσότερο την ακουμπά, τόσο περισσότερο αγριεύει. Πρώτα στην σκάλα κι έπειτα στον διάδρομο ακούγονται σε λίγο τα βαριά βήματα του Καπετάνιου, που προβάλλει στο τέλος από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Σπεύδει προς την γυναίκα του και την κλείνει σφιχτά στην αγκαλιά του, και παρόλο που τον χτυπάει, παρόλο που προσπαθεί να του ξεφύγει και παρόλο που φωνάζει με αγωνία, εκείνος δεν την αφήνει από τα χέρια του. Ο Άλκης την παρακολουθεί έντρομος πρώτα να συστρέφεται, να κραυγάζει και να κλαίει, έπειτα να κουράζεται να παλεύει, κι ύστερα να ηρεμεί. Βλέπει τον παππού του να την ξαπλώνει ξανά στην πλευρά της, να σκουπίζει τρυφερά τα δάκρυα και το σάλιο της, να της προσφέρει λίγο νερό, και να τακτοποιεί τα σκεπάσματα γύρω της.

«Εδώ είναι το σκυλί σου», της λέει γλυκά, αποθέτοντας ένα τελευταίο χάδι στο μέτωπό της πριν σηκωθεί. «Ακριβώς έξω από την πόρτα».

Η Καπετάνισσα κλείνει τα μάτια της, κι εκείνος στρέφεται προς τον εγγονό του. Τον πιάνει μαλακά από το μπράτσο και τον οδηγεί έξω. Κλείνει προσεκτικά πίσω τους την πόρτα όταν βγαίνουν στον διάδρομο, στέκονται κι οι δυο για ν’ ανασάνουν και κοιτάζουν το σκυλί· ο Καπετάνιος με θλίψη, ο Άλκης με φόβο. Δείχνει λες κι αυτές τις στιγμές που διήρκεσε η κρίση της Καπετάνισσας αγρίεψε κι αυτό μαζί της.

«Τι τρέχει μ’ αυτό το σκυλί;» ρωτάει ο Άλκης στο τέλος, κι η φωνή του είναι ξερή από το τρέμουλο.

«Έλα», του λέει ο παππούς του αντί ν’ απαντήσει. «Πάμε να πιούμε κάτι».

Κατεβαίνουν μαζί στο καθιστικό κι από ‘κει τραβάνε για την τραπεζαρία, με τα βήματά τους ν’ αντηχούν σαν κρότοι στο σιωπηλό σπίτι.

«Τι θα πιείς;» ρωτάει ο Καπετάνιος καθώς ανάβει τα φώτα της τραπεζαρίας.

Ο Άλκης κάθεται. Παρακολουθεί τον παππού του να ετοιμάζει για τον εαυτό του ένα διπλό Metaxa, και του κάνει νόημα πως θέλει το ίδιο. Είναι πολύ, πολύ κουρασμένος.

«Στη γιαγιά σου», λέει ο Καπετάνιος μ’ ένα αχνό χαμόγελο και σηκώνει το ποτήρι.

«Στη γιαγιά», λέει κι ο Άλκης και τραβάει μια γερή γουλιά από το δικό του, κι ας έχει άδειο στομάχι.

Μένουν για λίγο σιωπηλοί, όμως ο Άλκης δεν αντέχει άλλο. Χρόνια τώρα γυρεύει απαντήσεις γι’ αυτό το σκυλί.

«Τι το ξεχωριστό έχει αυτός ο ποιμενικός, τέλος πάντων;» ρωτάει μέσα από τα δόντια του.

Ο Καπετάνιος αναστενάζει.

«Η γιαγιά σου είχε έναν αδερφό, τον Αλέξανδρο» του λέει στο τέλος. «Ήτανε δίδυμοι. Πολύ δεμένοι».

Ο Άλκης σμίγει τα φρύδια. Αισθάνεται προδομένος, κι ας μην ξέρει ακριβώς το γιατί.

«Πώς είναι δυνατόν; Γιατί δεν μου είπατε τίποτα;»

Ο Καπετάνιος είναι πολύ σοβαρός.

«Η γιαγιά σου αντιμετωπίζει τις πίκρες της με παράξενο τρόπο», λέει αργά. «Εάν μια στενοχώρια δεν φαίνεται, είναι σαν να μην υπάρχει. Έτσι και με τον αδελφό της».

«Τι έγινε;»

Ο Καπετάνιος ανασηκώνει τους ώμους.

«Δεν γνωρίζω τις λεπτομέρειες. Ξέρω όμως πως ο πατέρας της ήτανε αλκοολικός. Αλκοολικός και βίαιος». Κάνει μια παύση και τον κοιτάζει με νόημα. «Η γιαγιά σου υπέφερε όταν ήταν παιδί. Ο πατέρας της έκανε ανείπωτα πράγματα σ’ εκείνην, τη μητέρα της και τις αδελφές της. Η Ελένη υπέμενε τα χειρότερα. Ήταν η μικρότερη κόρη. Κι ο πατέρας της όσο πιο πολύ μεγάλωνε, τόσο περισσότερο ήθελε να τυραννάει τα κορίτσια. Εκείνη ήταν ο ευκολότερος στόχος, λόγω της ανημποριάς της ηλικίας της».

Ο Άλκης είναι εμβρόντητος. Κατεβάζει το υπόλοιπο ποτό του σαν να είναι σφινάκι. Παίρνει το μπουκάλι και ξαναγεμίζει το ποτήρι του. Πώς είναι δυνατόν; Πώς είναι δυνατόν κάποιος να πόνεσε την γιαγιά του, την Ελενίτσα του, κάτι τόσο αγνό, τόσο αγαθό, τόσο εύθραυστο, τόσο αγαπημένο;

«Κι ο αδελφός της;» τολμάει να ρωτήσει.

«Ο Αλέξανδρος μπήκε ανάμεσα σ’ εκείνη και τον πατέρα της όταν ήταν έτοιμος να της καταφέρει ένα χτύπημα θανάσιμο. Το δέχτηκε εκείνος. Της έσωσε τη ζωή, αλλά έχασε τη δική του».

Ο Άλκης περνάει τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του και στηρίζει το κεφάλι του στους αγκώνες. Από τη μια δεν μπορεί να το χωνέψει, ούτε την ιστορία ούτε πως του την έκρυψαν. Κι από την άλλη… Τι συνέβη με το σκυλί;

«Ο Αλέξανδρος είχε μια σκύλα», συνεχίζει ο Καπετάνιος, λες κι άκουσε τις σκέψεις του εγγονού του. «Ήτανε γκαστρωμένη. Γέννησε μερικές ώρες αφότου έχασε τον αφέντη της, κι έκανε ένα μοναδικό κουτάβι. Αρσενικό. Το σκυλί που έχουμε πάνω».

Ο Καπετάνιος κοιτάζει τον Άλκη σαν να περιμένει να καταλάβει κάτι αυτονόητο.

«Η Ελένη μεγάλωσε το κουτάβι. Κι όταν ο πατέρας της άρχισε να συνέρχεται από τον σκοτωμό του μοναχογιού του, άρχισε να τη μεταχειρίζεται χειρότερα, επειδή την κατηγορούσε. Το σκυλί την προστάτευε, όπως ακριβώς ο Αλέξανδρος. Κι ο πατέρας της κατέληξε να το φοβάται τόσο πολύ, που μέχρι που πνίγηκε στο ίδιο του το ξερατό δεν την ξαναπείραξε. Και η Ελένη… Συνέδεσε το σκυλί με τον αδελφό της».

«Συνέδεσε το σκυλί με τον αδελφό της», επανέλαβε δύσπιστος ο Άλκης, και κατέβασε ξανά ολόκληρο το ποτό του.

«Ναι», απάντησε ο Καπετάνιος. «Ήτανε πολύ λογική γυναίκα πριν την άνοια. Αλλά ήτανε πάντοτε πεπεισμένη πως αυτό το σκυλί είχε γεννηθεί με την ψυχή του αδερφού της. Ποτέ δεν της βγήκε απ’ το μυαλό. Ποτέ δεν θέλησε να καταλάβει πως δεν γίνονται τέτοια πράγματα. Γι’ αυτό το κράτησε. Είναι για ‘κείνη ό,τι έχει απομείνει από τον αδελφό της».

Ο Άλκης κάλυψε το πρόσωπο με τα χέρια. Παρόλο που το μυαλό του θόλωνε απ’ το ποτό, σκέφτηκε όλ’ αυτά τα χρόνια που τον τρόμαζε και τον ανησυχούσε αυτός ο ταριχευμένος ποιμενικός. Που δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά του, που ένιωθε την παρουσία του, που αισθανότανε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Και θυμήθηκε εκείνη τη ζέστη που εξέπεμπε, εκείνο το υπόκωφο γρύλισμα. Σαν μια ψυχή ολοζώντανη, παγιδευμένη μέσα σ’ ένα πεθαμένο σώμα.

Σηκώνεται απότομα, βγαίνει από την τραπεζαρία κι ανεβαίνει με θόρυβο την παλιά σκάλα. Στέκεται στο κεφαλόσκαλο, στρίβει στον διάδρομο και πλησιάζει με ταχύ βήμα το σκυλί. Και να ‘τα, εδώ είναι. Αυτά τα δυο γυάλινα μάτια που καθρεφτίζουν τις αντανακλάσεις απ’ το βιτρό. Και τώρα που τα κοιτάζει από κοντά, καταλαβαίνει τι είναι αυτό που τόσα χρόνια τον τρομάζει, τον απωθεί. Δεν είναι σκυλίσια μάτια αυτά. Είναι ανθρώπινα.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Γεννήθηκα το 1997 στην Αθήνα, είμαι απόφοιτος του τομέα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και ετοιμάζομαι να ξεκινήσω το μεταπτυχιακό μου στην Κλασική Αρχαιολογία και την Αρχαία Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα. Αρθρογραφώ στο περιοδικό Ολόγραμμα, αγαπώ τους πολιτισμούς της προϊστορικής Μεσογείου και της Εγγύς
Ανατολής, την κλασική τέχνη, τα ταξίδια, τα αγχέμαχα όπλα και την λογοτεχνία. Αν και ήμουν ονειροπαρμένη από μικρή ξεκίνησα να γράφω περίπου στα τέλη της εφηβείας μου, και αποτέλεσμα αυτής της ασχολίας είναι τα ως τώρα τρία μου βιβλία. Ελπίζω να έρθουν περισσότερα στο μέλλον.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά