Διήγημα: “Το τελευταίο κοντσέρτο” της Ισαβέλλας Πρίτσα

by Nyctophilia

Το διήγημα “Το τελευταίο κοντσέρτο” της Ισαβέλλας Πρίτσα συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Αναμνήσεις”.

Ήταν αργά μια νύχτα Τετάρτης όταν τον άκουσα πρώτη φορά να μιλά μέσα στις σκέψεις μου. Είχε μια φωνή βαθιά και ήρεμη, αλλά παράξενα γνωστή. Στην αρχή σκέφτηκα πως είμαι κουρασμένη, έπειτα πως είμαι τρελή. Ίσως σαν κάποιους σχιζοφρενείς που ακούνε φωνές να μιλάνε στο κεφάλι τους. Ακουστικές παραισθήσεις χωρίς νόημα. Έψαξα στο ίντερνετ γι’ αυτό και βρήκα εικόνες άπλυτων ανθρώπων που έπιαναν με μανία το κεφάλι τους, λες και δεν άντεχαν άλλο τον κόσμο, τη ζωή, τους ήχους. Διάφορα άρθρα για την αποσυνδετική διαταραχή ταυτότητας κι άλλα τόσα για τηλεπαθητικούς δεσμούς και ταίρια. Ήταν περίεργος ο κόσμος του ίντερνετ. Χωριζόταν σε επιστήμονες και τσαρλατάνους. Με όρια τόσο δυσδιάκριτα που είκοσι λεπτά αρκούσαν, για να πονοκεφαλιάσουν εμένα και τον άντρα μες στο μυαλό μου.

Την επόμενη μέρα ήμουν σίγουρη πως το φαντάστηκα. Πως εγώ δεν γινόταν να είμαι τρελή. Θα το ήξερα. Θα ‘χα μια υποψία έστω. Ήμουν έτοιμη να πιω τον καφέ μου όταν άκουσα μια βαθιά φωνή να λέει «καλημέρα». Παραλίγο να μου πέσει η κούπα απ’ τα χέρια.

«Πώς το κάνεις αυτό;» σκέφτηκα και δεν είχα ιδέα αν η φωνή με άκουσε.

«Δεν ξέρω», είπε «από χτες απλώς σε ακούω μες στο μυαλό μου».

«Τι εννοείς με ακούς;» είπα έντρομη.

«Δεν ξέρω. Απλώς σε ακούω. Τι σκέφτεσαι. Πώς θεωρείς πως βαριέσαι τις Τετάρτες κι αναρωτιέσαι αν συμβαίνει κάθε Τετάρτη σ’ όλη σου τη ζωή, ή μόνο τα τελευταία χρόνια…»

«Κόφ’ το!» σκέφτηκα. «Σταμάτα να κάνεις ό,τι κάνεις».

«Σταμάτα εσύ. Εσύ εισβάλλεις στο μυαλό μου. Ξέρεις πόσο ενοχλητικό είναι να ακούω τη γκρίνια σου όλη νύχτα; Μου χάλασες μια βραδιά σινεμά, αν θες να ξέρεις».

«Α, συγγνώμη… Δηλαδή, όχι συγγνώμη. Απλά βγες απ’ το μυαλό μου, χαζή φωνή», είπα και αμέσως σκέφτηκα πως αν κάποιος με παρατηρούσε θα με άκουγε να λέω μισόλογα ή να γυρνάω μόνη μου, με θυμωμένες εκφράσεις, στο διαμέρισμα, και τότε σίγουρα θα με περνούσε για τρελή.

Ωστόσο πέτυχε. Η φωνή σταμάτησε να μιλάει. Επιτέλους ησυχία. Ησυχία και φόβος πως η φωνή θα επέστρεφε. Πως αργά ή γρήγορα θα γινόμουν σαν αυτούς τους τύπους στο ίντερνετ, που γυρνούσαν με μάτια θολά, πιάνοντας με μίσος το κεφάλι τους. Το φαντάστηκα σε παραλλαγή με το δικό μου πρόσωπο. Κι αποφάσισα να λουστώ για παραπάνω λεπτά εκείνο το πρωί.

Μετά το μπάνιο είχα περισσότερα κέφια. Ναι, ήταν τρελό όλο αυτό, αλλά είχα κουραστεί τελευταία και ήθελα να πιστεύω πως έφταιγε μονάχα αυτό. Οι τρελοί ρυθμοί ζωής. Τίποτε άλλο. Έτσι θα έλεγα, μέχρι να με πιστέψω.

«Μα καλά, τι βλακείες σκέφτεσαι;» είπε πάλι η φωνή και παραλίγο να πέσω μπροστά σ’ ένα λεωφορείο.

«Είσαι ακόμα εδώ;» σκέφτηκα απελπισμένα.

«Ναι… αλλά περίμενα να ηρεμήσεις…» είπε κι ένοιωσα ένα μίσος να καίει γι’ αυτό τον άνθρωπο. Όχι, όχι, δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν μια φωνή μες στο μυαλό μου. Δεν υπήρχε! Αυτό έπρεπε να σκέφτομαι.

«Υπάρχω, ξέρεις», είπε, « αλλά όλη αυτή η παράνοια που σε διακατέχει, έχει πλάκα να ξέρεις».

«Σκάσε».

«Όπως επιθυμείς. Αλλά όταν σου περάσουν τα νεύρα ξέρεις πού να με βρεις. Στο μυαλό σου. Μουαχαχα» είπε ειρωνικά κι εξαφανίστηκε πάλι.

Πέρασαν έτσι μερικές μέρες ησυχίας. Στην αρχή ήταν καλά, όμως μετά από λίγες μέρες άρχισε να μου λείπει η φωνή. Ναι, ήταν τρελό, το ξέρω. Μα με τη φωνή μες στο μυαλό μου ένοιωθα λιγότερο μόνη. Σα να ‘χα ένα φίλο, ή έστω γνωστό, κάπου εκεί έξω, πρόθυμο για να μου μιλήσει.

«Γεια», είπα μετά από ένα μήνα εκκωφαντικής ησυχίας.

«Γεια», απάντησε αμέσως η φωνή.

«Ποιος είσαι;» ρώτησα με περιέργεια.

«Θα προτιμούσα να διατηρήσω την ανωνυμία μου. Ξέρεις… επειδή μπορεί να ‘σαι καμιά τρελή με τσεκούρι που να ‘ρθει σπίτι μου να με καθαρίσει».

«Κι εσύ τρελός μπορεί να ‘σαι» του αντιγύρισα.

«Υποθέτω υπό μία έννοια κι οι δυο μας είμαστε τρελοί. Μιλάμε ακόμα ο ένας στον άλλο, σωστά;»

«Σωστά», είπα κι ένοιωθα τα μάγουλά μου να κοκκινίζουν. Σαν να φλέρταρα με μια περίεργη συμπαντική δύναμη.

Αρχίσαμε να μιλάμε πιο πολύ μετά από ‘κείνη τη μέρα. Χωρίς ονόματα φυσικά. Του είπα πόσο μου άρεσε η μουσική και πόσο φοβόμουν τους ανθρώπους. Πως έπαιζα τσέλο και προτιμούσα τα μαθήματα σε παιδάκια, παρά τις συναυλίες. Πως μικρή ονειρευόμουν να κάνω κάτι ιδιαίτερο στη ζωή μου, όμως όλα ήταν συνηθισμένα, λίγο-πολύ, μέχρι τώρα.

Μου είπε πώς εκείνος δεν μπορούσε να τραγουδήσει ούτε για να σώσει τη ζωή του. Πως του άρεσαν τα ζώα και δούλευε σ’ ένα θαλάσσιο πάρκο. Πως του άρεσε η πίτσα και τα παιχνίδια στον υπολογιστή. Η φωνή του παρέπεμπε σε άλλου είδους τύπο, αλλά ήμουν χαρούμενη που τελικά ήταν έτσι όπως ήταν.

Ο καιρός περνούσε και γινόμουν όλο και πιο χαρούμενη. Είχα ένα φίλο, έστω και μέσα στο μυαλό μου, που μου ‘κανε παρέα όλη μέρα, κάθε μέρα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Λέγαμε τα πάντα, εκτός απ’ τα ονόματά μας κι ήταν υπέροχο. Αισθανόμουν πως σιγά σιγά τον αγαπούσα. Ξέρω πως ήταν τρελό, όμως ο,τι έλεγε ένοιωθα πως το είχα ξανακούσει κάποτε, κάπου σε κάποιο όνειρο.

Με έπεισε να δώσω μια συναυλία κλασσικής μουσικής. Είπε πως θα ήταν εκεί, στο μυαλό μου, να μου δώσει όσο κουράγιο χρειαζόμουν κι ακόμα πιο πολύ. Κι εγώ τον εμπιστεύτηκα. Έκανα εξάσκηση νύχτα- μέρα (διότι γνωστό νυχτοπούλι) κι έφτασα να παίζω το κοντσέρτο του Grieg για τσέλο υπέροχα. Κι άλλα μελαγχολικά κομμάτια εξίσου καλά. Ήμουν έτοιμη από θέμα τεχνικής. Κι όσο η φωνή με εμψύχωνε ήμουν έτοιμη και για τους ανθρώπους.

Το πρωί της συναυλίας δεν άντεξα, του το ‘πα.

«Έλα να με δεις. Έλα να βρεθούμε».

«Δεν γίνεται…Τα ‘χουμε πει αυτά».

«Ναι, αλλά γίνεται. Αφού το θέλεις. Το νοιώθω στη φωνή σου».

«Δεν γίνεται όμως».

«Να γίνει… Σε παρακαλώ», είπα κι αυτό πρέπει να μου ξέφυγε δυνατά στο λεωφορείο. Ήξερα πια πώς να το κρύβω. Έκανα πως μιλούσα στο κινητό και κανείς δεν πρόσεχε τίποτα.

«Δεν γίνεται, Έλλη» είπε και ξαφνικά πάγωσαν όλα. Ποτέ δεν του είχα πει το όνομά μου. Ποτέ δεν με άφησε. Πώς όμως τώρα η φωνή ήξερε πώς με λένε; Κι αλήθεια γιατί αισθανόμουν πως τον είχα ξανακούσει να με λέει έτσι; Ήταν σαν μια ανάμνηση ξεχασμένη, που όσο κι αν προσπαθούσα να ανασύρω ήταν ανέφικτο να θυμηθώ.

«Πώς ξέρεις το όνομά σου; Ποιος είσαι;» είπα στη φωνή και κατέβηκα για να μπω στο μετρό. Πρέπει να φαινόμουν τρελή σ’ όποιον με έβλεπε. Θα σκότωνα άνθρωπο με το βλέμμα μου. Ευτυχώς μόνο με το βλέμμα.

«ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΜΟΥ ΤΩΡΑ», ούρλιαξα σχεδόν και στη σκάλα του μετρό ο κόσμος παραμέρισε.

«Εσύ μου το πες», είπε καθώς έμπαινα στο βαγόνι.

«Πότε; Πότε στο είπα; Ποιος είσαι;» κι έπιασα ασυναίσθητα το κεφάλι μου. Ένοιωθα να παθαίνω ημικρανία. Να σφυρίζει το μυαλό και η καρδιά μου μαζί. Γιατί η φωνή, που τόσο καλά ήξερα, έμοιαζε τελικά να μην την ξέρω καθόλου.

«Ηρέμησε», είπε. «Παίξε καλά σήμερα και θα σου εξηγήσω μετά την παράσταση».

«Θέλω τώρα! Θέλω να ξέρω σε ποιον μιλάω».

«Σ’ εμένα μιλάς. Σ’ εμένα που μιλούσες πάντα» ψιθύρισε ήρεμα. Τρυφερά σχεδόν.

«Ποιος είσαι; Σε ξέρω; Πες μου!» κατέβηκα στο Μέγαρο Μουσικής κι άρχισα να προχωράω μπερδεμένη περιμένοντας μια απάντηση. Κι η φωνή είπε ένα όνομα. Ένα όνομα που κάπου είχα ξανακούσει αλλά δε μπορούσα να θυμηθώ. Γιατί δε μπορούσα να θυμηθώ;

Μπήκα στο κτήριο κι η φωνή δε μιλούσε. Όλη μέρα δε μιλούσε. Κι εγώ έκανα εξάσκηση κι έπαιζα και σκεφτόμουν. Κι αναρωτιόμουν αν ήταν κάποιος που γνώριζα. Μα αν τον γνώριζα πώς γινόταν να τον είχα ξεχάσει;

Λίγο πριν τη συναυλία τον άκουσα να μου ξαναμιλάει.

«Καλή επιτυχία. Δεν με χρειάζεσαι πια. Θα τα πας τέλεια, πιστεύω σ’ εσένα» κι ύστερα σιωπή. Απόλυτη σιωπή. Όμως αυτές οι λέξεις. Αυτές οι λέξεις.

Κούρδισα με τους υπόλοιπους και ξεκίνησα να παίζω. Καθώς έπαιζα μπροστά στο κοινό δεν σκεφτόμουν το άγχος μου, σκεφτόμουν τη φωνή. Το τι είπε . Είπε ότι πιστεύει σ’ εμένα. Πού το είχα ξανακούσει αυτό; Πριν από συναυλία πού το είχα ξανακούσει; Κι ύστερα κάπου προς το τέλος θυμήθηκα κάτι ξεχασμένο καιρό. Την τελευταία φορά που έπαιξα μπροστά σε κόσμο και γιατί σταμάτησα έκτοτε.

Πάντοτε μισούσα το πολύ κόσμο. Αγοροφοβική ως το κόκαλο. Ούτε εκείνου του άρεσε. Δεν ερχόταν ποτέ στις συναυλίες μου. Έμενε κλεισμένος σπίτι μας κι έπαιζε κάτι στον υπολογιστή. Συνήθως αυτό έκανε κάθε μέρα. Γι’ αυτό μαλώναμε και συχνά. Γιατί τα παρατούσε όλα κι ήταν κλεισμένος όλη μέρα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και ξεχνούσε όλα του τα όνειρα.

Όταν τον γνώρισα μου έλεγε πόσο αγαπούσε τα ζώα. Πως μια μέρα ήθελε να δουλέψει σ’ ένα θαλάσσιο πάρκο. Τα μάτια του έλαμπαν όταν μιλούσε γι’ αυτό. Κι εγώ λάτρευα αυτή τη λάμψη.

Τρία χρόνια μετά μέναμε μαζί. Κι εκείνος δεν έκανε τίποτα απ’ τα όνειρά του πραγματικότητα. Τα άφηνε στο συρτάρι. Εγώ έλειπα στο ωδείο ή σε μαθήματα κι αυτός εκεί, στην ίδια θέση. Πολλές φορές να μαλώνουμε για το πότε θα κάνει μπάνιο ή θα φάει. Κι εγώ να του λέω πως τον αγαπάω, πως θα μείνω εκεί κοντά του, μέχρι να βγει απ’ τα σκοτάδια του.

Μ’ είχε πείσει να παίξω μπροστά σε κόσμο. Μου είχε πει ότι έπρεπε ν’ ακολουθώ κι εγώ τα όνειρά μου. Αν το έκανα θα το έκανε κι αυτός. Κι εγώ πήγα στη συναυλία. Λίγο πριν παίξω με πήρε τηλέφωνο.

«Καλή επιτυχία. Δεν με χρειάζεσαι πια. Θα τα πας τέλεια, πιστεύω σ’ εσένα», είχε πει.

«Άντε καλά, θα τα πούμε όταν γυρίσω», είχα πει τρυφερά και του το ‘χα κλείσει, πιο αγχωμένη από ποτέ.

Έπαιξα το τελευταίο κομμάτι και υποκλίθηκα τρέμοντας. Δεν είχα κάνει κανένα λάθος, γιατί δε σκεφτόμουν το κοινό. Σκεφτόμουν εκείνον, τότε. Υπήρχε μια διαδικασία στις παραστάσεις κλασσικής μουσικής. Ο σολίστας έβγαινε τρεις φορές για να υποκλιθεί και στο τέλος του τρίτου χειροκροτήματος έπαιζε ένα μικρό κομμάτι μπόνους, εκτός προγράμματος.

Όταν άρχισα να παίζω το τελευταίο κομμάτι ήρθε στο μυαλό μου το τέλος εκείνης της νύχτας. Είχα γυρίσει σπίτι μετά από μια μέτρια συναυλία περιμένοντας να τον βρω στον υπολογιστή. Αντ’ αυτού βρήκα την αστυνομία. Είχε πέσει απ’ την ταράτσα. Είχε πεθάνει πριν δυο ώρες. Δεν με έβρισκαν γιατί είχα κλείσει το κινητό πριν τη συναυλία. Με είχαν βρει τώρα.

Μετά απ’ αυτό δεν θυμάμαι πολλά. Το σοκ και η θλίψη μάλλον τα έσβησαν όλα. Έτσι πίστευα. Είχαν περάσει πέντε χρόνια και χωρίς να το καταλάβω είχα κλειδώσει εκείνον και τον θάνατό του, σε μια σκοτεινή πλευρά του μυαλού μου. Μέχρι τώρα.

Τελείωσα το κομμάτι και υποκλίθηκα. Δεν αγχώθηκα ποτέ ξανά για συναυλία. Ούτε εκείνον τον ξανάκουσα. Όμως και δεν τον ξέχασα, ποτέ…

Βιογραφικό

Η Ισαβέλλα Πρίτσα είναι πτυχιούχος του τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, με ειδίκευση Ψυχολογίας, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και νυν φοιτήτρια στην κατεύθυνση ζωγραφικής, του Εικαστικού Τμήματος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών. Έχει πτυχίο πιάνου και ανώτερων θεωρητικών, ειδικού αρμονίας και αντίστιξης. Επίσης γνωρίζει κιθάρα, ιαπωνικά και ντραμς. Περνάει τον ελεύθερο χρόνο της τραβώντας φωτογραφίες, γράφοντας ιστορίες, παίζοντας D&D και ακούγοντας μουσική. Κατοικεί στην Αθήνα. Έχει εκδοθεί το βιβλίο της «η ανατομία ενός καλλιτέχνη» από τις εκδόσεις Ελκυστής το 2020. Επίσης έχει βραβευτεί στους διαγωνισμούς magic brush illustration contest 2020, διαγωνισμό φωτογραφίας του Ιανού 2020 και στο διαγωνισμό Larry Niven 2021 όπου πέντε διηγήματά της βραβεύτηκαν σε διάφορες κατηγορίες.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά