Διήγημα: “Το φυλακτό του Χ. Λ. Μπόρχες” του Πέτρου Τσαλιαγκού

by Nyctophilia

Το διήγημα “Το φυλακτό του Χ. Λ. Μπόρχες” του Πέτρου Τσαλιαγκού συμμετείχε στη στήλη “Your Nigthmares” 2021 με θέμα “Παράξενα Αντικείμενα”.

Στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα, ο μετέπειτα διάσημος συγγραφέας Μπόρχες είχε μια ιδέα που τον απασχόλησε περίπου για δύο χρόνια, αν και οι συνέπειες της υπήρξαν επίσης καταλυτικές και για αρκετό καιρό αργότερα. Πρόθεση του συγγραφέα, ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί καθηγητής της Φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες, ήταν να καταγράψει όλα τα μυθικά ζώα όπως αναφέρονταν και περιγράφονταν στην παγκόσμια λογοτεχνία και μυθολογία. Ωστόσο, μη μπορώντας να φέρει εις πέρας αυτό το έργο, μια που λίγους μήνες πριν οι οφθαλμίατροι του είχαν απαγορεύσει αυστηρά την ανάγνωση και τη γραφή, εξαιτίας μιας σπάνιας ασθένειας που σταδιακά τον οδηγούσε στη τύφλωση, χρειάστηκε να αναζητήσει τη βοήθεια ενός επιμελούς φοιτητή. Επειδή ήταν καλοκαίρι και οι περισσότεροι έλειπαν σε διακοπές, μια βιβλιοθηκάριος της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης τού σύστησε εμένα. Στο περίεργο βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε τελικά στα 1957, στην πρωτεύουσα του Μεξικού, με τον τίτλο “Το εγχειρίδιο της Φανταστικής Ζωολογίας”,  καταγράφονταν ογδόντα δύο μυθικά ζώα, αριθμός μικρός, αν αναλογιστεί κανείς τον τεράστιο πλούτο της παγκόσμιας μυθολογίας. Όπως και να ‘χει, το βιβλίο πέρασε σχεδόν απαρατήρητο. Η δική μου, πάντως, συμβολή περιορίστηκε στη δακτυλογράφηση των κειμένων που μου υπαγόρευε ο Μπόρχες, και στη φωναχτή ανάγνωση κεφαλαίων της παγκόσμιας μυθολογίας που μου υποδείκνυε. Αλλά δεν τα γράφω όλα αυτά για το ίδιο το βιβλίο παρά μόνο για το εξώφυλλό του, ένα λευκό εξώφυλλο που το κοσμούσε η φωτογραφία ενός φυλακτού που ανακάλυψε ο Μπόρχες και που έμελλε να αποδειχθεί η πηγή των δεινών  μου. Θα ξεκινήσω από την περιγραφή του αντικειμένου. Ήταν στρογγυλό  και μεταλλικό, στο μέγεθος ενός μικρού, επιτραπέζιου ρολογιού, διακοσμημένο με ανάγλυφες παραστάσεις απαράμιλλου κάλλους, που απεικόνιζαν με θαυμαστή ακρίβεια μια παράσταση που είχε κάνει τεράστια εντύπωση στον Μπόρχες, όταν πρωτοαντίκρισε το παράξενο αντικείμενο. Τότε, βέβαια, δεν γνωρίζαμε επακριβώς ότι η εγχάρακτη απεικόνιση αναπαριστούσε το παρακάτω απόσπασμα, όμως η θαυμαστή πολυμάθεια και η ακαταπόνητη μνήμη του Μπόρχες το εντόπισε, ύστερα από λίγη σκέψη, σε ένα από τα έργα του αρχαίου Έλληνα συγγραφέα Λουκιανού. Και ιδού:

«Και τότε, λοιπόν, αφού περάσαμε από ένα βατό σημείο του ποταμού, βρήκαμε κάτι τεράστια αμπελοκλήματα. Ο κορμός τους, που φύτρωνε από το χώμα, ήταν ίσιος και χοντρός, όμως τα κλαδιά τους ήταν τέλεια σχηματισμένες γυναίκες. Από τις άκρες των δαχτύλων αυτών των αλλόκοτων γυναικών φύτρωναν βόστρυχοι έμπλεοι καρπών, αντί για μαλλιά είχαν κληματσίδες και φύλλα καταπράσινα, ανάμεσα στα οποία διακρίνονταν τσαμπιά ζουμερά σταφύλια. Όταν πλησιάσαμε, μας καλούσαν με χαρωπά λόγια να γευτούμε από τα σταφύλια, όχι όμως να τα κόψουμε ολόκληρα, γιατί πονούσαν πολύ και ξεφώνιζαν σα να πέθαιναν. Κάποιοι τολμηροί, γοητευμένοι από την παράξενη ομορφιά τους, δοκίμασαν να τις αγκαλιάσουν και να τις φιλήσουν. Ένας- δυο μόλις απίθωσαν τα χείλη τους στα δικά τους μέθυσαν και τραβήχτηκαν τρεκλίζοντας ζαλισμένοι, ενώ δυο-τρεις άλλοι που αποπειράθηκαν πιο τολμηρά αγγίγματα δεν μπόρεσαν να απελευθερωθούν από το σφιχταγκάλιασμα των φυτογυναικών. Δεθήκανε μαζί τους από τα γεννητικά τους όργανα με τρόπο αξεδιάλυτο και αύθις πετάξανε από παντού ρίζες και βλαστούς, καρποφορώντας κι εκείνοι όπως οι γυναίκες. Οπισθοχωρήσαμε τρομαγμένοι και φύγαμε αφήνοντάς τους πίσω».

Το πώς απέκτησε ο Μπόρχες αυτό το παράξενο αντικείμενο το γνωρίζω καλά, καθώς υπήρξα, δυστυχώς, αυτόπτης μάρτυρας. Μετά από ένα κουραστικό πρωινό στην Εθνική Βιβλιοθήκη πηγαίναμε για φαγητό σε ένα κοντινό εστιατόριο, το Ινβερναντέρο, όπως είχε γίνει κι άλλες φορές. Ο Μπόρχες περπατούσε αργά, εξαιτίας της όρασής του, όταν ξαφνικά στάθηκε μπροστά στη βιτρίνα ενός παλαιοπωλείου και μου ζήτησε, με τόνο κάπως επιτακτικό, να μπούμε στο κατάστημα. Μπήκαμε, ο Μπόρχες κατευθύνθηκε αποφασιστικά προς μια γυάλινη προθήκη δίπλα στην πόρτα, και με αδημονία ρώτησε τον ιδιοκτήτη εάν μπορούσε να βγάλει έξω και να περιεργασθεί ένα αντικείμενο. Πραγματικά, δεν μπορούσα να εξηγήσω πώς ένας άνθρωπος σχεδόν τυφλός είδε από τόση απόσταση, μα όπως μου εξήγησε αργότερα δεν το είδε, το αισθάνθηκε, ήταν πιο πολύ μια ψυχική κατάσταση παρά μια εικόνα. Ο παλαιοπώλης ανταποκρίθηκε με προθυμία και τοποθέτησε σε ένα πάγκο το αντικείμενο.

Ξετυλίχθηκε τότε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου μια αλλόκοτη σκηνή. Ο παλαιοπώλης, μετά από έναν σύντομο, ψιθυριστό διάλογο με τον Μπόρχες, προφασιζόμενος πως κάτι έχει ξεχάσει στο υπόγειο, έφυγε αφήνοντάς μας μόνους. Ο Μπόρχες αμέσως έχωσε το αντικείμενο στην τσέπη του παλτού του και επιδόθηκε σε μια σειρά από περίεργες κινήσεις, σαν περιστροφές γύρω από τον εαυτό του. Κατόπιν μου έκανε νεύμα να βιαστούμε. Με αξιοσημείωτη για την κατάστασή του ταχύτητα βγήκε στον δρόμο και σχεδόν άρχισε να τρέχει πίσω, προς τη βιβλιοθήκη. Θα είχαμε διανύσει πενήντα μέτρα όταν ο καταστηματάρχης εμφανίστηκε στο κατώφλι του μαγαζιού και με φωνές μας καλούσε να σταματήσουμε, να γυρίσουμε πίσω και να του επιστρέψουμε αυτό που πήραμε. Κατά περίεργο όμως τρόπο, δεν έκανε καμία κίνηση να μας καταδιώξει. Οι φωνές του μου φάνηκε πως είχαν κάτι το θεατρικό, πως δεν εννοούσε τις απειλές  του. Όπως και να ‘χει, φτάσαμε στη βιβλιοθήκη μη δίνοντάς του σημασία. Στην είσοδο ο Μπόρχες με τράβηξε κοντά του, μου ζήτησε συγνώμη για τη συμπεριφορά του, μου έδωσε χρήματα και με παρακάλεσε να επιστρέψω στο μαγαζί για να πληρώσω τον ιδιοκτήτη. Έκανα αυτό που μου ζήτησε και επέστρεψα γεμάτος απορίες.  

“Θα αναρωτιέσαι, αγαπητέ μου”, είπε ο Μπόρχες, “τι σημαίνουν όλα αυτά που συνέβησαν, και επειδή δεν θέλω να σκεφθείς ότι είμαι κλέφτης ή παλαβός, θα σου εξηγήσω εν συντομία την αιτία της παράξενης συμπεριφοράς μου”. Την ώρα που μιλούσε είχε βγάλει το αντικείμενο από την τσέπη του και μου το επιδείκνυε περήφανος. Ομολογώ πάντως πως η θέα του μου προξενούσε ανάμικτα αισθήματα απέχθειας και σαγήνης.

“Πρόκειται”, μου εξήγησε, ενώ η φωνή του έτρεμε ελαφρά από τον ενθουσιασμό,” για ένα Σύμβολον, όπως το ονομάζουν στην Ελλάδα. Βέβαια, τέτοια αντικείμενα βρίσκονται και σε άλλους λαούς. Οι Ινδιάνοι της Βόρειας Αμερικής το λένε Μάνταλα, στο Θιβέτ Ιττάλ, δεν θυμάμαι τη λέξη με την οποία το γνωρίζουν οι αυτόχθονες της Αυστραλίας. Είναι σε κάθε περίπτωση ένα ιερό σύμβολο, ένα πανίσχυρο φυλακτό, και οι παραστάσεις που το κοσμούν απεικονίζουν τα ψυχικά ταξίδια των μάγων-θεραπευτών των λαών αυτών. Απαγορεύεται να τα φοράει οποιοσδήποτε άλλος, εκτός από αυτά τα ιερά πρόσωπα, μια που συμβολίζουν τη δύναμη και τις ικανότητες τους, αλλά και την υψηλή θέση που κατέχουν στην κοινωνία. Τα φυλακτά αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια και κληροδοτούνται μόνο μετά τον θάνατο του κατόχου τους, εκτός από κάποιες εντελώς ιδιάζουσες περιπτώσεις που ο θεραπευτής το χαρίζει σε έναν μαθητή του και αποσύρεται από την ενεργό δράση. Φυσικά,” συνέχισε να μου εξηγεί, “δεν αποκλείεται και η περίπτωση της κλοπής. Ο κλέφτης όμως, για να διατηρήσει το  Σύμβολον  την δύναμη του θα πρέπει να γνωρίζει το τελετουργικό. Παίρνοντάς το, δεν πρέπει να απομακρυνθεί, εάν δεν κάνει επτά περιστροφές γύρω από τον εαυτό του απαγγέλλοντας και το σχετικό ξόρκι, να κοιτάξει προς τις τέσσερις κατευθύνσεις του ορίζοντα και, τέλος, να τρέξει τουλάχιστον πενήντα μέτρα με μια ανάσα. Αυτές τις πληροφορίες, νεαρέ μου φίλε, τις γνωρίζω από το έργο μιας παράξενης γυναίκας, της Βεατρίκης Νταβίντ, κατόχου ενός τέτοιου φυλακτού, αν όχι αυτού του ίδιου που βλέπουμε μπροστά μας!”

Οι εξηγήσεις του Μπόρχες φώτισαν επαρκώς την περίεργη σκηνή. Εξάλλου γνώριζα τη μανία του συγγραφέα με τα φυλακτά και με τα παράξενα αντικείμενα από τα βιβλία του. Καθίσαμε στο εστιατόριο, είχαμε πραγματικά πεινάσει, και μέχρι να έρθει το φαγητό θαυμάζαμε το φυλακτό συζητώντας για διάφορα θέματα, μεταξύ αυτών και για το βιβλίο των Φανταστικών Όντων.  

 Όταν, σχεδόν μεσάνυχτα, επέστρεψα στο σπίτι μου, κάθε διάθεση για ύπνο με είχε εγκαταλείψει κι έτσι, ύστερα από μια νύχτα αϋπνίας, νωρίς το πρωί κατευθύνθηκα στη βιβλιοθήκη αναζητώντας πληροφορίες για την ερευνήτρια που είχε αναφέρει ο Μπόρχες. Ύστερα από αρκετή ώρα αναζήτησης πήρα στα χέρια μου τη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια των Απόκρυφων Επιστημών, όπου στο λήμμα Νταβίντ βρήκα ενδιαφέροντα πράγματα. Η Βεατρίκη Νταβίντ ήταν μια πάμπλουτη βαρόνη γαλλικής καταγωγής που στις αρχές του αιώνα, παρακινούμενη από ακόρεστη δίψα για κρυμμένη  γνώση, ταξίδεψε στην Ινδία, στο Θιβέτ στην Κίνα, και επιστρέφοντας έμεινε για αρκετό διάστημα στη Μέση Ανατολή. Ταξίδευε προσδοκώντας να γνωρίσει μυστικά που θα της επέτρεπαν να επικοινωνήσει με κόσμους πέρα από τον δικό μας. Στη Συρία, η τολμηρή, μα και ματαιόδοξη, βαρόνη μπήκε μεταμφιεσμένη σε προσκυνητή σε ένα μοναστήρι, όπου παρέμεινε  για αρκετό διάστημα ξεγελώντας τους μοναχούς. Έμαθε τη γλώσσα τους, μελέτησε σπάνια  χειρόγραφα με θρησκευτικά κείμενα, κατέγραψε τα ήθη και τις παραδόσεις τους, συνέλεξε αντικείμενα, τράβηξε φωτογραφίες και κατέγραψε τις εντυπώσεις της σε ημερολογιακή μορφή. Σε αυτό το μέρος, κατά πως φαίνεται, απέκτησε, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, το Σύμβολον. Δυστυχώς, κατά το ταξίδι της ασθένησε και πέθανε, όμως τα τεκμήρια της περιπέτειάς της, αποθηκευμένα σε οκτώ ευμεγέθη μπαούλα, έφτασαν άθικτα στους συγγενείς της με τη φροντίδα της οικονόμου της. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η οικονόμος της ήταν στην πραγματικότητα ένα Τάλμπα, μια φασματική μορφή, ένα είδος άυλης βοηθού που την ακολουθούσε από το Θιβέτ. Αυτά τα μυστηριώδη όντα προσκολλώνται σε έναν σημαντικό άνθρωπο και αποκτούν υλική μορφή μόνο εάν ο αφέντης τους πεθάνει, με μοναδικό σκοπό να εκπληρώσουν την τελευταία επιθυμία του. Η αλήθεια είναι ότι θεώρησα αυτές τις πληροφορίες εντελώς απίθανες, μα και διασκεδαστικές. Όταν προς το μεσημέρι συναντηθήκαμε με τον Μπόρχες και μου είπε ότι σκεφτόταν για εξώφυλλο του Βιβλίου των Φανταστικών Όντων μια φωτογραφία του Συμβόλου, συναίνεσα με ενθουσιασμό. Ένα αλλόκοτο αντικείμενο, σκέφτηκα, για ένα παράξενο βιβλίο.

Πέρασαν δύο-τρεις εβδομάδες, το υλικό είχε συγκεντρωθεί πια, το καλοκαίρι τελείωνε, και όλοι σιγά-σιγά επιστρέφαμε στις ακαδημαϊκές μας υποχρεώσεις. Εγώ στα μαθήματά μου και ο Μπόρχες στις διαλέξεις του. Εκ των πραγμάτων, οι επαφές μου με τον συγγραφέα περιορίστηκαν στο ελάχιστο και μου προξένησε χαρά η πρόσκλησή του, ένα απομεσήμερο του Οκτώβρη, να φάμε μαζί. Καθίσαμε στο Ινβερναντέρο, όπως συνήθως. Τον βρήκα ανήσυχο και κάπως ευερέθιστο, ο μειλίχιος τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τις καταστάσεις τον είχε εγκαταλείψει.

“Ομέρο”, μου είπε, “θέλω μια μεγάλη χάρη. Είναι ανάγκη να λείψω για ένα διάστημα, θα κάνω ένα μεγάλο ταξίδι εκτός της χώρας και χρειάζομαι έναν έμπιστο και συνετό άνθρωπο να μου φυλάξει το Σύμβολον. Να το πάρω μαζί δεν γίνεται, και να το αφήσω πίσω για τόσο καιρό είναι παρακινδυνευμένο”. Μιλούσε σιγανά αλλά με ένταση. Φυσικά συμφώνησα, δεν έβρισκα και τόσο σπουδαίο αυτό που μου ζητούσε. Τον διαβεβαίωσα ότι έτσι κι αλλιώς τους επόμενους μήνες είχα αρκετή μελέτη και, κατά συνέπεια, θα έλειπα ελάχιστα από το σπίτι μου. Μπορούσε να είναι σίγουρος, τον καθησύχασα, ότι το Σύμβολον δεν θα διέτρεχε τον παραμικρό κίνδυνο.

Επέστρεψα αργά το απόγευμα στο σπίτι έχοντας το αντικείμενο μέσα σε μια σκούρα πάνινη τσάντα, και το τοποθέτησα στο βάθος της ντουλάπας μου. Το κάλυψα με τα κουτιά των παπουτσιών μου και με ένα σωρό πράγματα, έτσι ώστε να χρειαστεί προσπάθεια για να το ανασύρει κάποιος. Δεν ανησυχούσα πάντως, γιατί δεν πίστευα ότι διέτρεχε κίνδυνο κλοπής το δωμάτιο ενός φτωχού φοιτητή. Ωστόσο, από τη πρώτη νύκτα με το φυλακτό στο σπίτι, έκανα ταραγμένο ύπνο και το απέδωσα στην ευθύνη που είχα επωμιστεί απέναντι στον συγγραφέα.

Είχε περάσει μια εβδομάδα από την αναχώρηση του Μπόρχες κατά την οποία έβγαινα ελάχιστα και περνούσα σχεδόν όλη την ημέρα διαβάζοντας εντατικά για τις εξετάσεις μου. Ένα βράδυ που έγειρα κουρασμένος και καταπονημένος να κοιμηθώ, περιήλθα σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης, που αργότερα, όταν την ανακάλεσα προσεκτικά στη μνήμη μου, τη βρήκα ιδιαίτερα ασυνήθιστη. Το ενύπνιό μου, εάν πρόκειται για κάτι τέτοιο, ξεκίνησε με ένα απαλό επαναλαμβανόμενο χτύπημα στη πόρτα. Σηκώθηκα και χωρίς να ρωτήσω ποιος είναι αυτός που με επισκέπτεται τόσο αργά, άνοιξα. Στο κατώφλι στεκόταν μια νεαρή γυναίκα που αμίλητη μπήκε στο δωμάτιο και έκατσε στη καρέκλα του γραφείου μου. Την ακολούθησα απορημένος με το θάρρος της, αλλά προτού προλάβω να αρθρώσω λέξη η γυναίκα, που τώρα έβλεπα ότι ήταν εξαιρετικά όμορφη, μου ζήτησε λίγο κρασί, γιατί ήταν διψασμένη. Ανέσυρα από το ψυγείο ένα μισογεμάτο μπουκάλι, με το οποίο είχα συνοδεύσει το γεύμα μου πριν κάμποσες ημέρες, και γέμισα ένα ποτήρι το οποίο ήπιε μονορούφι. Κατόπιν, μια θαμπή αίσθηση με κυρίευσε, μια ζάλη που σκέπασε τα πάντα και το πρωί ξύπνησα εξαντλημένος, με ένα φοβερό πονοκέφαλο και σε σύγχυση για το τι είχε συμβεί πραγματικά το βράδυ.

Δυστυχώς, αυτή ήταν μόνο η αρχή των βασάνων μου. Νύχτα παρά νύχτα, η μυστηριώδης γυναίκα μ’ επισκεπτόταν με τον ίδιο τρόπο -στον οποίο δεν μπορούσα να προβάλλω την παραμικρή αντίσταση. Έπινε ένα ποτήρι κρασί κι ύστερα η ίδια θολή αίσθηση κυρίευε τα πάντα. Ξυπνούσα τα πρωινά όλο και πιο αργά και όλο και πιο εξαντλημένος, στα όρια πλέον της  σωματικής και ψυχικής κατάρρευσης. Απορώ τώρα πώς δεν συνδύασα αμέσως την αινιγματική επισκέπτριά μου με το Σύμβολον του Μπόρχες ή γιατί δεν προσπάθησα να φύγω από το σπίτι μου να ζητήσω από ένα φίλο να με φιλοξενήσει. Ίσως γιατί γνώριζα πως θα ήταν μάταιο.

Όπως και να έχει το τέλος αυτής της αλλόκοτης περιπέτειας δεν άργησε να έρθει. Ήταν μια νύχτα ψυχρή, βρισκόμασταν πια στο τέλος του Φθινοπώρου, με ένα πελώριο φεγγάρι στον ουρανό που φώτιζε το δωμάτιό μου δημιουργώντας περίεργες σκιές. Η γυναίκα, που βρισκόταν για άλλη μια φορά στο δωμάτιό μου, αφού ήπιε το κρασί που ζήτησε, άρχισε, μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, να αλλάζει με έναν απίστευτο τρόπο. Τα χέρια της λέπτυναν και μάκρυναν, τα δάχτυλά της συστράφηκαν και πήραν τη μορφή τριχοειδών σπειρών, το πρόσωπό της έγινε μια σκληρή, τραχιά μάζα πάνω στην οποία λαμπύριζαν πορφυρά, σαν να έκαιγαν, τα μάτια της. Τα πόδια της, όμοια με πλοκάμια, απλώθηκαν στο πάτωμα και εισχώρησαν σε κάθε ρωγμή. Ευχήθηκα να βουλιάξω στη γνωστή ζαλάδα, να μη βλέπω όσα φοβερά συνέβαιναν, μα αντιθέτως, παρέμεινα διαυγής, ακίνητος κι άφωνος από τον τρόμο. Παρακολούθησα, ανίκανος να αντιδράσω, τα αλλόκοτα άκρα της να ψαχουλεύουν σπιθαμή προς σπιθαμή το δωμάτιο, να εισβάλλουν στη ντουλάπα, να ανακατεύουν τα πράγματά μου, να βρίσκουν και να ανασύρουν την πάνινη τσάντα. Κατόπιν, με έναν αποτρόπαιο συριστικό ήχο, να συρρικνώνονται πάλι, να γίνονται χέρια και να ακολουθούν τα υπόλοιπα μέλη του σώματός της, να ξαναπαίρνουν όλα την κανονική τους μορφή. Στο τέλος η γυναίκα σηκώθηκε, μου έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα, πέρασε από δίπλα μου κρατώντας τη τσάντα κι εξαφανίστηκε.

Από την αλλόκοτη αυτή εμπειρία συνήλθα μετά από πολλές ημέρες. Για ένα διάστημα αδυνατούσα σχεδόν να σηκωθώ από το κρεβάτι, καιγόμουν στον πυρετό, ξυπνούσα και μετά από λίγο βυθιζόμουν πάλι σε λήθαργο. Όταν πια στάθηκα στα πόδια μου θεώρησα ότι έπρεπε να ενημερώσω τον Μπόρχες για την απώλεια του αντικειμένου που μου εμπιστεύτηκε, αναφέροντας μόνο σε γενικές γραμμές τα παράξενα γεγονότα που συνέβησαν. Η απάντησή του στο γράμμα μου έφτασε μετά από  δέκα ημέρες. Ο συγγραφέας με ευχαριστούσε που του έγραψα, εξέφραζε τη χαρά του έμαθε νέα μου, με πληροφορούσε πως τον επόμενο μήνα θα επέστρεφε και, φυσικά, ένα βράδυ θα δειπνούσαμε μαζί και θα μιλούσαμε για το βιβλίο των Φανταστικών Όντων που θα εκδιδόταν σύντομα. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει, μου έγραφε, ήταν αυτό το Σύμβολον που ανέφερα πολλές φορές στο γράμμα μου. Ανησυχούσε για την υγεία μου εξαιτίας κάποιων περίεργων γεγονότων που υπονοούσα, απορούσε για το τι ήταν αυτό που μου έκλεψαν και, τέλος πάντων, δεν θυμόταν να μου έχει δώσει ποτέ κανένα απολύτως αντικείμενο.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Γεννήθηκα  στο Λαύριο Αττικής, όπου και κατοικώ  μέχρι σήμερα. Είμαι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών του ΕΑΠ στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Επιστημών της Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας στη Σχολική  Ψυχολογία και την Ειδική Αγωγή (μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης). Διαθέτω δίπλωμα επαγγελματικής ειδίκευσης στην Παιδοψυχολογία από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Διηγήματά μου έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες διηγημάτων της λογοτεχνίας του Φανταστικού, επιστημονικές ανακοινώσεις και δοκίμια μου σε αυτοτελείς τόμους και σε περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων.

προτεινουμε επίσης

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά