Διήγημα: “Όσα δεν αφηγήθηκε ο Άρθουρ Γκόρντον Πυμ” του Ισίδωρου Μαυρογεώργη

by Nyctophilia

Το διήγημα του Ισίδωρου Μαυρογεώργη “Όσα δεν αφηγήθηκε ο Άρθουρ Γκόρντον Πυμ” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Ανοιχτά της Νέας Υόρκης, 8 Οκτωβρίου 1849

Ο καπετάνιος του Όσιαν Πρίνσες ένιωθε νευρικός. Δεν ήταν το ταξίδι αλλά ο επιβάτης με το χλωμό δέρμα που τον έκανε να νιώθει έτσι. Αφετηρία τους η Νέα Υόρκη και προορισμός το Μπουένος Άιρες, ωστόσο, πριν επιστρέψουν, θα συνέχιζαν μέχρι τη Γη του Πυρός. Από εκεί το Άσπρο Καράβι θα παραλάμβανε τον επιβάτη του, άγνωστο για πού. Εκείνο το καράβι τον έκανε επίσης νευρικό. Κάτασπρο, χωρίς όνομα και σημαία, με την πλώρη ανασηκωμένη και τον ατμοκίνητο τροχό κουπιών στη χαμηλωμένη πρύμνη έμοιαζε να αψηφά τους κινδύνους της παγωμένης θάλασσας του νότου. Από εκείνο το καράβι τον παρέλαβε εβδομάδες πριν, για να τον αποβιβάσει στο Νιούπορτ Νιουζ της Βιρτζίνια. Τότε είχε βγει ελάχιστες φορές από την καμπίνα του. Ελπίζω το ίδιο να κάνει και τώρα. Προς το παρόν τον κοίταζε να διαβάζει ένα χειρόγραφο, να σκίζει σε πολύ λεπτές λωρίδες κάθε σελίδα που διάβαζε και να τις πετάει στη θάλασσα.

Βαλτιμόρη, Μέριλαντ, 6 Οκτωβρίου 1849

Η Βιρτζίνια έπαιζε στο πιάνο μουσική για τον Έντι της. Την άκουγε μαγεμένος. Θα μπορούσε να στέκεται και να την ακούει για ώρες. Το όμορφο πρόσωπό της έσφυζε από υγεία. Ο Πόου ένιωθε το μυαλό του γεμάτο ιδέες, το χειρόγραφό του με τίτλο «Όσα δεν αφηγήθηκε ο Άρθουρ Γκόρντον Πυμ» εξελισσόταν ιδανικά. Ήταν ευτυχισμένος.

«Αγάπη μου, ειδοποίησες τον Ρέινολντς να προσέχει;» τον ρώτησε σταματώντας το κομμάτι που έπαιζε. Εκείνος την κοίταξε απορημένος. Ποιον Ρέινολντς; Τι να προσέχει; Κοίταξε το χειρόγραφο που κρατούσε. Θυμήθηκε. Τζερεμάια Ρέινολντς!

«Ρέινολντς!» προσπάθησε να φωνάξει, αλλά μονάχα ένας αδύναμος ψίθυρος βγήκε από τα χείλη του. Σπασμένες μνήμες. Κατέρρεε. Προσπάθησε να φωνάξει δυνατότερα. «Ρέινολντς!» Μάταια. Η Βιρτζίνια, το πιάνο, το σπίτι, το χειρόγραφο, ξεθώριασαν, έσβησαν. Βρέθηκε ξαπλωμένος σε ένα κρεββάτι νοσοκομείου. Απελπισία τον κυρίευσε.

«Κύριε, βοήθησε τη φτωχή ψυχή μου…» ψιθύρισε. Όλα τριγύρω μαύρισαν. Έπεσε σε λήθαργο. Δεν συνήλθε ποτέ.

Μεταξύ Ουάσινγκτον και Βαλτιμόρης, 2 Οκτωβρίου 1949

Ο Πόου κοίταξε από το παράθυρο του τρένου τις φθινοπωρινές εικόνες που εναλλάσσονταν. Τέτοιες στιγμές σχεδόν ένιωθε τη Βιρτζίνια να του ψιθυρίζει στο αυτί. Τελευταία την ένιωθε κοντά του όσο ποτέ κι αυτό τον γέμιζε δύναμη. Οι προσπάθειες του Ρέινολντς να τον αποθαρρύνει από την ολοκλήρωση του μυθιστορήματός του, είχαν φέρει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα.

«Αγαπητέ Έντι», είχε γράψει στο γράμμα του ο διάσημος εξερευνητής, «σε ικετεύω να σταματήσεις. Κατέστρεψα το προσχέδιο που μου έστειλες. Κάνε το ίδιο κι εσύ. Mην το δείξεις σε άλλον και πάνω απ’ όλα πρέπει να το ξεχάσεις κι ο ίδιος. Κινδυνεύεις. Δεν μπορώ να γράψω περισσότερα ή να σου δώσω στοιχεία για το μυθιστόρημα, όμως, αν θέλεις, έλα να με βρεις στη Νέα Υόρκη και θα σου εξηγήσω. Μπορώ να σου πω για άλλες εξερευνήσεις, πράγματα που δεν έχουν δημοσιευτεί ποτέ και είμαι σίγουρος πως θα σου φανούν χρήσιμα. Μη μου ζητάς όμως να σου δώσω εγώ το φτυάρι για να σκάψεις τον ίδιο σου τον τάφο. Υπάρχουν μέρη που δεν είναι για τον άνθρωπο. Η Ανταρκτική είναι ένα από αυτά. Κινδυνεύει η ζωή σου, πρέπει να το καταλάβεις αυτό».

Χαμογέλασε πικρά. Ποια ζωή; Η ζωή του είχε ήδη τελειώσει μαζί με τη Λιγεία, τη Μορέλλα, την Ελεονώρα, τη Βερενίκη του. Ήταν νεκρός εδώ και δυόμισι χρόνια, από τότε που η γη τού πήρε για πάντα τη Βιρτζίνια. Κατάπιε νευρικά το σάλιο του. Ευχήθηκε να είχε λίγο αψέντι μαζί του. Ή έστω κονιάκ. Ναι, είχε κόψει το ποτό για πολλοστή φορά, αλλά ποτέ δεν είναι αργά για μια καινούρια αρχή.

«Συγγνώμη, ο κύριος Πόου;» Ο ποιητής σήκωσε το κεφάλι του και είδε ένα κοντόσωμο μεσήλικα να έχει σκύψει πάνω από το κάθισμά του. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν η αφύσικη χλωμάδα στο δέρμα του. Κάποια ηπατική πάθηση, προφανώς, σκέφτηκε. Φορούσε ένα ακριβό κοστούμι, αν και κάπως αταίριαστο επάνω του. Μύριζε έντονα λεβάντα.

«Ο ίδιος. Με ποιον έχω την τιμή;» Τακτοποίησε το χειρόγραφό του στο σάκο του και τον κοίταξε με ενδιαφέρον.

«Χαίρομαι πολύ που σας συναντώ, κύριε». Του έτεινε το χέρι. «Είμαι θαυμαστής του έργου σας. Κρίμα που η Αμερική ακόμη δεν σας έχει αναγνωρίσει στον ίδιο βαθμό με τον παλαιό κόσμο, πέρα από τον Ατλαντικό».

«Η χαρά είναι δική μου», έκανε ο Πόου κολακευμένος κι έσφιξε το χέρι του άλλου. «Από εκεί είστε εσείς; Η προφορά σας, αν μου επιτρέπετε, δεν είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική. Μικρός έζησα για λίγο στην Αγγλία και τη Σκωτία και είμαι σίγουρος πως δεν είστε από κει. Ούτε και από τη Γαλλία, σίγουρα». Οι κινήσεις του είχαν μια συμπαθητική αδεξιότητα, ωστόσο η χειραψία τού άφησε μια δυσάρεστη αίσθηση. Επιπλέον έμοιαζε να αναδίδει μια αδιόρατη μυρωδιά χώματος ή μούχλας κάτω από το άρωμα λεβάντας. Δυσάρεστη αλλά όχι και ασυνήθιστη. Ξέχασες πώς μύριζαν όλοι οι τοίχοι του σπιτιού στη Βαλτιμόρη;

«Ναι», συμφώνησε εκείνος, χωρίς να το διευκρινίσει περισσότερο. «Απίστευτη σύμπτωση. Μόλις προχθές συζητούσα με κάποιο φίλο μου για σας. Σας πειράζει να καθίσω εδώ;»

Ο Πόου του έκανε νόημα να καθίσει. Δεν τον ενθουσίαζε η ιδέα, αλλά ο άγνωστος του είχε εξάψει την περιέργεια. Το ίδιο και η άκρη ενός μπουκαλιού στην τσέπη του. Είναι κονιάκ; Μοιάζει πάντως. Εκείνος κάθισε απέναντί του και, αντιλαμβανόμενος το βλέμμα του, έβγαλε το μπουκάλι.

«Είναι κονιάκ», είπε σαν να διάβασε τη σκέψη του. «Παλιό και εκλεκτό. Ό,τι πρέπει για μια τέτοια μέρα». Το ξετάπωσε, ήπιε δυο γενναίες γουλιές και του το πρόσφερε. «Θέλετε;»

Αν ήθελε λέει! Του το άρπαξε από το χέρι και τον συναγωνίστηκε σε γενναιότητα. Μια ευχάριστη ζεστασιά τον πλημμύρισε. Του το επέστρεψε απρόθυμα.

«Ο Θεός σάς στέλνει».

«Κάποιος με στέλνει, οπωσδήποτε», γέλασε εκείνος.

«Και τι σας φέρνει στα μέρη μας, αν επιτρέπετε; Αναψυχή ή δουλειές;»

«Αναψυχή; Όχι, έχω έρθει να διεκπεραιώσω κάποιες υποθέσεις και δεν βλέπω την ώρα να επιστρέψω. Φοβάμαι πως ο ήλιος στην πατρίδα σας είναι πολύ δυνατός για μένα. Εσείς πηγαίνετε στη Νέα Υόρκη;»

«Όχι, στη Φιλαδέλφεια, θα πρέπει να επιμεληθώ μια ποιητική συλλογή», του είπε ψέματα. Ξαφνικά δεν τον εμπιστευόταν. «Της κυρίας Μαργαρίτα Σεν Λεόν Λουντ. Την ξέρετε; Εξαιρετική ποιήτρια. Πρόκειται για την πρώτη της συλλογή. Ο σύζυγός της είναι κατασκευαστής πιάνων…» Συνειδητοποίησε πως φλυαρούσε και σταμάτησε αμήχανα.

«Γιατί μου λέτε ψέματα;»

«Δεν…»

«Κοιτάξτε με στα μάτια και πείτε μου πως δεν πάτε στη Νέα Υόρκη να συναντήσετε τον Τζερεμάια Ρέινολντς για το βιβλίο που σκοπεύετε να γράψετε».

Κοίταξε τα μάτια του. Οι κόρες θύμιζαν τροχούς άμαξας που στριφογύριζαν γύρω από τον άξονά τους. Προσπάθησε να ακολουθήσει την κίνηση. Ο άγνωστος άγγιξε τους κροτάφους του ποιητή με τα δάχτυλά του. Όσο τα μάτια του ζωήρευαν, τόσο τα μάτια του Πόου γίνονταν απλανή.

«Ναι. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο πηγαίνω στη Νέα Υόρκη».

«Δεν θα πάτε όμως. Θα κατεβείτε στη Βαλτιμόρη».

«Θα κατεβώ στη Βαλτιμόρη. Είμαι ο κύριος Βάλντεμαρ;»

Ο άγνωστος τον κοίταξε παραξενεμένος.

«Ναι. Είσαι ο κύριος Βάλντεμαρ. Θα μου δώσεις το χειρόγραφό σου και θα πάω σε άλλο βαγόνι. Εσύ θα μείνεις εδώ και θα κοιμηθείς μέχρι τη Βαλτιμόρη».

«Μέχρι τη Βαλτιμόρη…»

«Ακριβώς. Εκεί θα κατεβείς και θα περιπλανηθείς στην πόλη μέχρι να εξαντληθείς και να πεθάνεις».

«Ναι…»

«Πες το!»

«Θα κατεβώ στη Βαλτιμόρη και θα περιπλανιέμαι στην πόλη μέχρι να εξαντληθώ. Θα συνεχίσω να περπατώ μέχρι να πεθάνω. Είστε ο Μέσμερ;»

«Ναι, είμαι ο Φραντς Μέσμερ και είσαι ο Έρνεστ Βάλντεμαρ».

«Χάρηκα που σας γνώρισα. Εις το επανιδείν, κύριε Μέσμερ».

«Αντίο, κύριε Βάλντεμαρ».

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά