Διήγημα: “Requiem for a dead” της Σελίνας Χρυσουλάκη

by Nyctophilia

Το διήγημα της Σελίνας Χρυσουλάκη “Requiem for a dead” συμμετείχε στο writing challenge “Το χαμένο χειρόγραφο του Ε. Α. Poe” που διοργανώθηκε από τη Nyctophilia.gr τον Ιανουάριο του 2021.

Τάουσον, Μέριλαντ, 1839

Γράφοντας τούτα τα λόγια, είμαι πλέον βέβαιος πως πλησιάζει ο θάνατός μου. Με κυκλώνει σαν μια πελώρια σκιά πόνου και απόγνωσης· σέρνεται πάνω στα σκεβρωμένα μέλη μου. Νιώθω πως πρέπει να σε προειδοποιήσω -η κατάρα που βαραίνει την ψυχή μου, έχει στοιχειώσει κάθε σπιθαμή του πύργου. Υπάρχουν στιγμές -κάτω από την αχνή φλόγα του μισολιωμένου κεριού- που η μάγισσα σέρνει το καμένο σαρκίο της προς το μέρος μου. Προσπάθησα να τη διώξω, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως παρέπαια στα όρια της τρέλας. Τις τελευταίες μέρες συνειδητοποιώ πως δεν έχει καμία σημασία. Πλέον, της επιτρέπω να μου εκτοξεύει αντικείμενα, να σκίζει τα ρούχα μου, ακόμη και να με χαρακώνει με ένα κομμάτι γυαλί. Εύχομαι να με αποδεσμεύσει από το βάρος μιας τιποτένιας ζωής, μα ξέρω πολύ καλά το μέλλον της μοίρας μου.

Με κατακλύζει αποστροφή, όταν σκέφτομαι την κατάσταση στην οποία θα αντικρίσεις το πτώμα μου. Αν όχι σε πλήρη αποσύνθεση, ένα κουρελιασμένο, αποστεωμένο κορμί, στραγγισμένο από ζωή. Αυτή θα είναι η κατάληξή μου, μιας και ο μόνος τρόπος για να μετακινηθώ είναι να συρθώ. Τα άκρα μου έχουν παραλύσει, καθώς τα οστά μου έχουν εκφυλιστεί. Είναι μαγεία. Φοβάμαι πως έχει ριζωθεί βαθιά μέσα μου, κρατώντας μου συντροφιά τούτη τη ζοφερή νύχτα. Ο Ιερέας είπε πως πρέπει να κάψεις το σώμα μου. Μόνο έτσι θα λυτρωθώ. Μόνο έτσι η ψυχή μου θα σμίξει με την Ελίσα και την Καταρίνα. Μα πρώτα, επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ με λεπτομέρεια τα όσα συνέβησαν.

Την έλεγαν Μύριελ. Ήταν μια φτωχή, νεαρή παραδουλεύτρα που η αφέντρα της την είχε κατηγορήσει για μαγγανεία. Ήμουν ο Αρχιδικαστής του Μυστικού Δικαστηρίου, κι έτσι όταν την παρουσίασαν ενώπιόν μου με όλες τις αποδείξεις της ενοχής της -τρία πουγκάκια γεμάτα βότανα, τα οποία ισχυρίστηκε πως χρησιμοποιούσε για το αρωματικό της τσάι- το γεμάτο απόγνωση πρόσωπό της με άφησε ασυγκίνητο. Είχα ένα πλήθος που ωρυόταν για την καταδίκη της, ένα πλήθος που διψούσε για αίμα. Καθώς οι φρουροί την τραβούσαν προς την πυρά εκείνο το παγωμένο πρωινό, για μια στιγμή ξεγλίστρησε από τα χέρια τους, έτρεξε κοντά μου και με άδραξε από τους ώμους. Με ικέτευσε για οίκτο, όμως με είχε κυριέψει ένα συναίσθημα απάθειας και σκαιότητας· μια επιτακτική ανάγκη να εκπληρώσω το καθήκον μου κάτω από το βλέμμα του συνωστισμένου όχλου, που μεμιάς την έσπρωξα μακριά μου. Έπεσε προς τα πίσω, βουλιάζοντας σε ένα ρείθρο απόνερων που είχαν λιμνάσει από την προηγούμενη νεροποντή.

Όταν οι φύλακες την έστησαν ξανά όρθια, με κάρφωσε διαπεραστικά με μάτια πρησμένα και κόκκινα. Με έφτυσε, ενώ το ίδιο λεπτό ψέλλισε σκόρπιες λέξεις που αντήχησαν ολόγυρα με ένα αρχέγονο απόηχο. Βίωσα ένα συνειδητό κενό πραγματικότητας, στο οποίο η όρασή μου άρχισε να τρεμοπαίζει. Δεν κράτησε παρά μια στιγμή. Δεμένη στον πάσσαλο, η Μύριελ εξακολούθησε να απαγγείλει με μια ζωηρή, σπηλαιώδη φωνή μια μακάβρια ωδή, μέχρι που οι φλόγες πύκνωσαν γύρω της. Η μνήμη μου ανακαλεί ακόμη και σήμερα το λαμπερό παρανάλωμα που καυτηρίαζε την σάρκα της. Είχα δει πολλούς φρικτούς θανάτους· είχα δει γενναίους λωποδύτες πάνω στην κρεμάλα να σκούζουν σαν μικρά παιδιά. Αυτό ήταν κάτι αλλιώτικο.

Χαμογελούσε, λες και η φωτιά ανάβλυζε από τα ίδια της τα σωθικά. Πριν ανέβω στην εξέδρα ήμουν πεπεισμένος πως δεν ήταν αληθινή μάγισσα. Ήταν ένα φτωχό, ορφανό κορίτσι. Μα τώρα, δεν ήμουν σίγουρος. Η πίστη μου με εγκατέλειπε, καθώς ο φόβος του αγνώστου με διαπότιζε. Απέμεινα να ανασαίνω καπνό, αντικρίζοντας τα καρβουνιασμένα λείψανα που πλέον δεν είχαν καμία μορφή, περιμένοντας μια αναβίωση μέσα από την τέφρα και τις στάχτες, που δεν ήρθε ποτέ. Το ίδιο βράδυ, επέστρεψα στην οικογένειά μου, παλεύοντας με τις οδυνηρές εικόνες που είχαν χαραχτεί στο μυαλό μου.

Πέρασαν μήνες. Η Μύριελ ξεχάστηκε σαν τις κακογραμμένες σελίδες κάποιου βιβλίου. Τότε, ένα ανοιξιάτικο απομεσήμερο, η εξάχρονη κόρη μου Ελίσα, αρρώστησε βαριά. Μέρα με τη μέρα, η ενέργειά της εξασθενούσε και η όρεξή της για οποιαδήποτε φαγητό σταμάτησε. Ο γιατρός αρκέστηκε στο να κάνει απλές εικασίες για την ανίατη ασθένειά της. Η κατάστασή της του ήταν πρωτόγνωρη. Η γυναίκα μου, Καταρίνα ήταν στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Εφιάλτες, γεννημένοι στο σκοτάδι από εκείνο το δαιμόνιο χαμόγελο της Μύριελ, είχαν επιστρέψει για να με καθυποτάξουν σε ένα πλάσμα ανίσχυρο να κάνει το παραμικρό ώστε να σώσει τη ζωή της κόρης του.

Η Ελίσα πέθανε λίγες μέρες αργότερα. Φτωχή μου, Ελίσα. Όπως ήταν λογικό, η οδύνη με καθήλωσε, και ο πόνος ξεχύθηκε· μου μίλησε με φωνή άγνωστη πως αυτή ήταν μόνο η αρχή. Η Καταρίνα άρχισε να αποτρελαίνεται, το πένθος την είχε σκεπάσει, στερώντας της κάθε ανάσα για ζωή. Υπήρχε μονάχα ένας τρόπος για να γλιτώσουμε και οι δύο από την αλλοφροσύνη εκείνου του σπαρακτικού χαμού. Μια νέα αρχή. Έτσι, αγόρασα αυτόν τον πύργο, έξω από την πόλη, ελπίζοντας… Ελπίζοντας σε μια τρελή φαντασίωση. Μα τους χίλιους δαίμονες της Κόλασης, η κατάρα μας ακολούθησε.

Επειδή, σαν διαβήκαμε το κατώφλι, ξεκίνησε ένας ψυχρός χειμώνας. Και ήμασταν στην καρδιά της άνοιξης! Χιόνιζε τριάντα μερόνυχτα· κι έπειτα ήταν το κρύο. Έμπαζε από παντού, λες και δεν είχα σφραγίσει κάθε χαραμάδα, κάθε οπή. Ήταν θαρρείς και χιλιάδες φαντάσματα περιόδευαν, μεταδίδοντας το ψύχος των εκπνοών τους σε κάθε γωνιά. Τι στο διάβολο σκεφτόμουν και μας είχα οδηγήσει σ’ ένα έρημο κι απομονωμένο μέρος σαν κι αυτό, που ολόγυρά του δεν υπήρχε ψυχή ζώσα;

Τα ξύλα στο τζάκι είχαν σωθεί. Υπήρχε απόθεμα στην αποθήκη, που ήταν λίγο πιο μακριά από τον πύργο. Έπρεπε να το κουβαλήσω πίσω μονάχος. Είπα στην Καταρίνα -που ελάχιστα ανταποκρινόταν στο άγγιγμά μου πια- πως θα επέστρεφα αμέσως. Ήταν πιο παγωμένη κι από τον ίδιο τον πάγο, παρά τη ζεστασιά του δωματίου. Κίνησα, παρά τις επιφυλάξεις της λογικής μου. Άνεμος και χιόνι παράδερναν σε όλη την έκταση του δάσους και του ορίζοντα που περιέβαλλε τον πύργο. Μου πήρε κάμποση ώρα να φτάσω στην αποθήκη και καθ’ όλη τη διάρκεια, για κάποιο ανύποπτο λόγο, η καρδιά μου παλλόταν με ανησυχία. Οι μπότες μου βούλιαζαν ως τα γόνατα στο μαλακό χιόνι, κάνοντας το βήμα μου αργόσυρτο. Μάζεψα όσα ξύλα ήμουν ικανός να κουβαλήσω με τα ασθενικά μου μπράτσα και τις αρθρώσεις μου μυρμηγκιασμένες από την παγωνιά.

Όταν επέστρεψα η Καταρίνα δεν ήταν πουθενά. Η σκέψη με τύλιξε με αδυσώπητη, αναπόδραστη ορμή και μανία. Θεέ και Κύριε, όχι! Έτρεξα έξω, μα η ψυχή μου ήδη μοιρολογούσε. Είδα τις πατημασιές πάνω στο χιόνι που δεν ήταν δικές μου, μα δεν είχα το θάρρος να διαβώ το μονοπάτι που είχαν χαράξει. Πες με δειλό. Ένα πτώμα στην αγκαλιά σου είναι παραπάνω από αρκετό. Είχα ήδη θάψει την Ελίσα· ας με γλίτωνε ο Θεός από ένα ακόμη μαρτύριο. Θα έπρεπε να πλήρωνα εγώ για τις αμαρτίες μου! Μονάχα εγώ!

Περιμένω το τέλος. Ο ήλιος λάμπει, μα δεν έχω ανάγκη τη ζεστασιά του. Όχι πια. Η καρδιά μου είναι παγωμένη. Το τελευταίο μουχλιασμένο κομμάτι ψωμί το έφαγα πριν κάτι μέρες. Το στομάχι μου πονάει, αλλά όχι όσο πονάνε τα κόκαλά μου, που εξαϋλώνονται κάτω από την σάρκα μου. Το πρόσωπο και το σώμα μου μοιάζουν λες και έχουν περάσει χιλιάδες χρόνια από πάνω μου. Καλέ μου φίλε, όλες αυτές οι συμφορές συνέβησαν μέσα σ’ ένα χρόνο!

Ω, για δες. Είναι η μάγισσα ξανά. Ίσως αυτή την φορά να με οδηγήσει στο βασίλειο των αμαρτωλών. Το διαισθάνομαι, γιατί το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Υποσχέσου μου, ότι θα με βοηθήσεις. Υποσχέσου μου, πως θα κάψεις το πτώμα μου!

Ναθάνιελ Ντελακρουά

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά