6 ακραία επαγγέλματα της Βικτωριανής εποχής

by Γιώργος Σκαγιάκος

Όλοι κρατάμε στο μυαλό μας, τα ημίψηλα καπέλα, τα hipster μουστάκια και γένια αλλά και το steampunk πνεύμα της Βικτοριανής εποχής. Όμως εκείνη την περίοδο, από το 1837 έως το 1876, θα έπρεπε να είσαι μέλος της αριστοκρατίας για να απολαμβάνεις αυτού του είδους τις ανέσεις. Σε διαφορετική περίπτωση, που θα ήταν και πιθανότερη βάσει στατιστικών, η φτώχεια, η ανέχεια, η βρωμιά και οι ασθένειες ήταν η καθημερινότητα για τους περισσότερους ανθρώπους της περιόδου εκείνης. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν ασκώντας ή και εφευρίσκοντας εργασίες που κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να κάνει. Δουλειές που διαρκούσαν πολλές ώρες και, εν τέλει, όχι μόνο δεν επιτύγχαναν την επιβίωση τους αλλά τις περισσότερες φορές τους οδηγούσαν στον θάνατο.

Είναι φοβερό να σκεφτόμαστε τον εαυτό μας στη θέση του κυρίου Ντάρσι, αλλά η αλήθεια είναι ότι υπήρχαν πολλοί περισσότεροι Όλιβερ Τουίστ, και μάλιστα λίγοι απ’ αυτούς στο τέλος “σώζονταν”, αφού τα ανθρακωρυχεία ήταν πολύ δημοφιλής προορισμός για τα ορφανά που μπορούσαν να εργαστούν.

Μετά από αρκετή έρευνα και ώριμη σκέψη, παραθέτουμε μερικά από τα πιο περίεργα επαγγέλματα της Βικτοριανής εποχής, με στόχο την επόμενη φορά που θα αναθεματίζετε τη δουλειά σας στο γραφείο, στο κατάστημα ή όπου αλλού εργάζεστε, να ανακαλείτε τη λίστα και να βλέπετε τα πράγματα από μια πιο αισιόδοξη σκοπιά.

Αφυπνιστής

Σ’ ένα κόσμο χωρίς ξυπνητήρια, κινητά τηλέφωνα, χωρίς υπηρεσία αφύπνισης, πώς διασφαλίζεις ότι το πρωινό ξύπνημα θα γίνει στη σωστή ώρα, ώστε να βρίσκεσαι έγκαιρα στη μίζερη εργασία σου, που πιθανότατα θα σε σκοτώσει, αν ανήκει σε μία από τις παρακάτω;

Η απάντηση σε αυτό το ιστορικό ερώτημα βρίσκεται στον αφυπνιστή. Ο Knocker-Up ήταν ένας ελεύθερος επαγγελματίας που πληρωνόταν από τους πελάτες του ώστε κατά την προ-συννενοημένη ώρα να τους ξυπνά. H διαδικασία ήταν απλή. Ο πελάτης έγραφε σε μια λίστα την ώρα που ήθελε να ξυπνήσει και ο αφυπνιστής, κατά τη συγκεκριμένη ώρα, ξεκινούσε να χτυπά την πόρτα του πελάτη και δεν σταματούσε μέχρι ο πελάτης να ανοίξει το παράθυρό του. Αν ο πελάτης κατοικούσε σε κάποιο υψηλό όροφο, τότε ο αφυπνιστής επιστράτευε ένα μακρύ κοντάρι ώστε να χτυπήσει το παράθυρο του πελάτη. Υπάρχουν μαρτυρίες όπου ο αφυπνιστής ήταν εξοπλισμένος με ένα φυσοκάλαμο με το οποίο χτυπούσε τα τζάμια των παραθύρων.

Το επάγγελμα ήταν αρκετά διαδεδομένο και συνήθως πελάτες του αφυπνιστή ήταν γιατροί, δικηγόροι, έμποροι αλλά και βιομηχανικοί εργάτες που δεν ήθελαν να χάσουν την εργασία τους. Και ενώ το ιστορικό απαντήθηκε, ένα άλλο μεγάλο ερώτημα δημιουργείται: Ποιος ξυπνούσε τον αφυπνιστή;

Καθαριστής Διαβάσεων

Οι Βικτωριανοί δρόμοι είναι διάσημοι για την “μπίχλα” τους. Απο την άλλη πλευρά, η Βικτωριανή αριστοκρατία είναι λεπτεπίλεπτη, πολύ αυτάρεσκη και πάρα πολύ καλοντυμένη. Το σημείο τομής ανάμεσα στα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα χαρακτηριστικά ήταν οι καθαριστές των διαβάσεων που συνήθως ήταν είτε πολύ νεαρά άτομα, είτε πολύ ηλικιωμένα. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν επιφορτισμένοι με το να σκουπίζουν την βρωμιά που απλωνόταν στις διαβάσεις των δρόμων αλλά και να καθαρίζουν το δρόμο ή το πεζοδρόμιο κατά μήκος της διαδρομής που ακολουθούσαν οι πλούσιοι διαβάτες με αντάλλαγμα μιας πολύ, σχεδόν εξευτελιστικής αμοιβής.

Οι καθαριστές είχαν τις δικές τους περιοχές που ασκούσαν τις δραστηριότητές, τους όπως και κάθε περιοχή είχε το συνδικάτο της που διασφάλιζε και υπερασπιζόταν την περιοχή απέναντι σε άλλους καθαριστές -κι άλλο σωματείο- που προσπαθούσαν να εισβάλλουν.

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν η χειρότερη απασχόληση εκείνης της εποχής όμως, αντικειμενικά, ήταν αδύνατο να επιζήσει κάποιος στηριζόμενος στη φιλανθρωπία της Βικτοριανής σνομπαρίας.

Συλλέκτης Βδελλών

Victorian Leech Collectors London Walking Tours

Εκείνη την εποχή αλλά και αρκετά μεταγενέστερα, οι βδέλλες είχαν μια ξεχωριστή θέση στην “επιστημονική” αντιμετώπιση ενός μεγάλου αριθμού ασθενειών, καθώς για όλα έφταιγε η ποσότητα του αίματος που έρεε στις αρτηρίες. Έτσι, αν για παράδειγμα ένιωθες κόπωση, δεν έφταιγαν οι ώρες και οι συνθήκες εργασίας, αλλά η ποσότητα του αίματος.

Η βδέλλα, ως παράσιτο, τρέφεται από το αίμα, οπότε “Πολύ αίμα; Βάλε βδέλλες! Αιμορροΐδες; Πολύ αίμα! Βάλε βδέλλες” αλλά και “Νυμφομανία; Σοβαρή υπεραιμάτωση! Βάλε βδέλλες”.

Το γεγονός ότι οι βδέλλες δεν ήταν καν χρήσιμες σε καμία θεραπεία, δεν είχε καμιά απολύτως σημασία, αφού η γενική εντύπωση για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου υπήρξε τόσο δυνατή ώστε η ζήτηση να υπερκεράσει την προσφορά.

Οι συλλέκτες, που συνήθως ήταν γυναίκες, συνήθιζαν να μπαίνουν με γυμνά πόδια σε λιμνώδη νερά “παίζοντας” το δόλωμα. Τα παράσιτα που ελκύονταν από τη θερμοκρασία και την τροφή, προσκολλούνταν στα πόδια. Οι συλλέκτες, κατόπιν, τις ξεκολλούσαν από το δέρμα και τις πωλούσαν στους γιατρούς.

Γενικότερα, η μέθοδος είχε αρκετές επιπλοκές. Κατ’ αρχάς οι άνθρωποι έχουν μια πεπερασμένη ποσότητα αίματος και, κατά τη σύγχρονη γενική ομολογία, είναι καλύτερο να μένει μέσα στο σώμα. Οι συλλέκτες, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετώπιζαν αναιμία, αφού μεγάλες ποσότητες αίματος κατέληγαν ως δόλωμα στις βδέλλες. Κατόπιν τα λιμνάζοντα νερά (όπου κατοικούν οι βδέλλες) είναι το σπίτι και άλλων, χειρότερων παρασίτων, που χτυπούσαν τους συλλέκτες μέσω των πληγών που δεν προλάβαιναν να επουλωθούν. Όλο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την “υπεραλίευση” της Hirudo Medicinalis σε σημείο εξαφάνισης του είδους και κατ’ επέκταση και του επαγγέλματος του συλλέκτη.

Οι συλλέκτες έπρεπε να στραφούν σε άλλο- ίσως εξίσου φρικαλέο- επαγγελματικό προσανατολισμό για να επιβιώσουν αλλά και οι γιατροί σε πιο δραστικές θεραπείες…

Ρακοσυλλέκτης Υπονόμων

Χαμηλότερα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από τους τυμβωρύχους, οι ρακοσυλλέκτες αυτοί έψαχναν στα αποχετευτικά συστήματα των πόλεων για οτιδήποτε θα μπορούσε να τους αποφέρει κέρδος. Μέταλλα κάθε είδους, μαχαιροπίρουνα, κόκαλα, και οτιδήποτε άλλο η βρωμερή διαδρομή έφερνε στους υπονόμους. Καθένα είχε τη δική του αξία, αφού μπορούσε να μεταπωληθεί και να αποφέρει κάποιο μεροκάματο.

An 1851 illustration of a sewer-hunter or “tosher.”

Αντίθετα από οποιαδήποτε εντύπωση, από τις απάνθρωπες και άκρως ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας, οι toshers κατάφερναν να έχουν ένα ετήσιο εισόδημα -με σημερινές τιμές ανερχόταν στις 20000 λίρες- που τους κατέτασσε στο υψηλότερο επίπεδο της εργατικής τάξης της εποχής.

Κάθε φορά που βρίσκεστε στη δυσάρεστη θέση ν’ αναθεματίζετε τη μίζερη δουλειά σας, κάντε ένα διάλειμμα για να σκεφτείτε τους toshers. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα αισθανθείτε αμέσως καλύτερα, αν αναλογιστείτε ότι προκειμένου να ξεφύγετε από την ανέχεια θα έπρεπε να κάνετε μια δουλειά που βρωμάει μέχρι τα πέρατα του κόσμου, που θα σας στιγματίσει κοινωνικά και θα τη φέρνατε εις πέρας με υψηλό ρίσκο μολυσματικής ασθένειας. Υποθέτω πως αισθάνεστε ήδη καλύτερα!

Κυνηγός Αρουραίων

Κανένα απολύτως λογοπαίγνιο δεν χρησιμοποιήθηκε για τον τίτλο αυτού του επαγγέλματος, και αφού η Βικτωριανή Βρετανία είχε πρόβλημα με αυτά τα τρωκτικά, θα έπρεπε να υπάρχουν κάποιοι που να τους κυνηγούν.

Photos.com by Getty Images | Rat-catching by Rischgitz

Η αλήθεια είναι ότι η φράση “η Βικτωριανή Βρετανία είχε πρόβλημα” δεν αποδίδει την πραγματικότητα της κατάστασης. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο “γκρίζος αρουραίος” εισέβαλε στη Μεγάλη Βρετανία. Ήταν ένα είδος τρωκτικού μεγαλύτερο από τα συνηθισμένα, πιο επιθετικό, και κουβαλούσε πολύ περισσότερες ασθένειες από τον μικρότερο συγγενή του, τον μαύρο αρουραίο.

Οι κυνηγοί πληρώνονταν για κάθε ένα τρωκτικό που αιχμαλώτιζαν και που, εν συνεχεία, μπορούσαν να θανατώσουν ή να πουλήσουν σε ανθρώπους που οργάνωναν ποντικομαχίες (δεν είναι στη λίστα…).

Γενικά το να ασκεί κάποιος αυτό το επάγγελμα, τον τοποθετούσε αρκετά χαμηλά στην κοινωνική πυραμίδα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις, όπως ο διάσημος κύριος με το όνομα Jack Black, που κατάφερε να έχει τον τίτλο του προσωπικού κυνηγού αρουραίων της Βασίλισσας Βικτώριας.

Αμαρτοβόρος

Όπως κάθε καλός χριστιανός γνωρίζει, όταν κάποιος πεθαίνει οι αμαρτίες του μπορούν να “απορροφηθούν” από έναν άνθρωπο, ο οποίος απλά θα καταναλώσει ένα γεύμα που είναι σερβιρισμένο πάνω στο στήθος του εκλιπόντος. Αφού το παραπάνω έγινε κατανοητό, ήταν σειρά της οικογένειας του πεθαμένου να βρει κάποιον ώστε να “φάει” τις αμαρτίες του αγαπημένου τους και να διασφαλιστεί έτσι η απρόσκοπτη μετάβασή του στους ουρανούς.

Η δουλειά του αμαρτοβόρου συνήθως απευθυνόταν σε κάποιον τόσο φτωχό που δεν θα ήταν σε θέση να αρνηθεί ένα γεύμα, έστω κι αν αυτό σήμαινε τη Θεία καταδίκη του.

Οι αμαρτοβόροι ήταν στιγματισμένοι ως Κακοί, δεδομένης της αντίληψης που υπαγόρευε ότι όσο περισσότερο καιρό ο άνθρωπος εξασκούσε το επάγγελμα, τόσο περισσότερες αμαρτίες κουβαλούσε στην ψυχή του. Από την άλλη, η εκκλησία ποτέ δεν “ιεροποίησε” την πρακτική αλλά στο αποκορύφωμα της περίεργης αυτής παράδοσης, κυνήγησε τους αμαρτοβόρους. Μάλλον η αποκλειστικότητα ήταν το ζητούμενο.

Πηγές

Henry Mayhew, London Labour and the London Poor
Charles Dickens, O Ζοφερός Οίκος (Bleak House 1853), εκδ. Gutenberg, μετ. Κλ. Παπαμιχαήλ
Monty Pythons, Poofy Judges Part 2 : Shakespeare/Michaelangelo/Colin Mozart – Ratcatcher
Batman: Arkham Asylum character bios

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά